Η πολύκροτη δίκη της Πρίντζου σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά

on .

PRINTZOY

• Το κείμενο που ακολουθεί αφορά την πολύκροτη δίκη της Πρίντζου και των συντρόφων της και είναι προϊόν επιμελημένης μελέτης του γνωστού Κονιτσιώτη δικηγόρου των Αθηνών Μιχαήλ Ν. Μαρτσέκη, ο οποίος προβαίνει σε μια σοβαρή επανεκτίμηση της δίκης αυτής, τόσο από νομικής πλευράς (κριτική της όλης διαδικασίας που τηρήθηκε στη δίκη) όσο και από πολιτικής.
Τονίζονται από τον κ. Μαρτσέκη τα κύρια σημεία της υπόθεσης, που αναιρούν συνολικά την «κυριάρχουσα πολιτική άποψη», ότι η δίκη «στηρίχθηκε σε χαλκευμένες και ανύπαρκτες κατηγορίες που δεν αποδείχθηκαν στο δικαστήριο» (Σπ. Εργολάβος) ή ότι «η οργάνωση, στην οποία μετείχαν, ήταν οικονομικού μόνον περιεχομένου» (Ψήφισμα 24-07-1948 Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων).
Ο κ. Μαρτσέκης σε επιστολή του προς τον «Πρωινό Λόγο» μεταξύ άλλων τόνίζει ότι «η δίκη διεξήχθη σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας λόγου από τους κατηγορούμενους, όπως ομολογήθηκε από τους ίδιους στην απολογία τους, η δε πρόσβαση στη μεγάλη αίθουσα, όπου διεξήχθη η δίκη ήταν ελεύθερη και μάλιστα την παρακολουθούσε τη δίκη και η πνευματική ελίτ της πόλης».
Ο κ. Μαρτσέκης προλογικά αναφέρει ότι «τα όσα εκθέτω στο κείμενο, είναι στηριγμένα αποκλειστικά στα πρακτικά της δίκης, άρα μη επιδεχόμενα διάψευσης ή έστω αντίκρουσης, ενώ αναιρείται παντελώς η άποψη που κυριάρχησε στα Γιάννενα για την υπόθεση αυτή, υποστηριχθείσα από πολιτικά στρατευμένους διανοητές».

Τα πρακτικά αποκαλύπτουν την αλήθεια...
Να τι γράφει στον «Πρωινό Λόγο» ο διακεκριμένος Ηπειρώτης νομικός Μιχ. Μαρτσέκης στο μακροσκελές κείμενό του, το οποίο λόγω της μεγάλης πολιτικής σημασίας που έχει το δημοσιεύουμε ολόκληρο, σε τρεις συνέχειες, χωρίς καμιά δική μας περικοπή ή παρέμβαση:

• Γράφοντας το κείμενο αυτό για την πολύκροτη δίκη της Ευτυχίας Πρίντζου και των συντρόφων της, πρέπει από την αρχή να δώσω μια εξήγηση, γιατί τώρα, που το θέμα αυτό, για το λαό, καταχωνιάστηκε, μυθοποιημένο από τους διαμορφωτές της ιστορικής μνήμης, στη λησμονιά της ιστορίας μαζί με τον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή την κομμουνιστική ανταρσία.
Κίνητρό μου, πρόκληση θα έλεγα, ήταν η διαρκής ενασχόληση της μικρής, αριστερής, πνευματικής ελίτ, που ασχολείται με το θέμα, συγγράφοντας και εκδίδοντας βιβλία αγιοποίησης και ηρωοποίησης της ομάδας αυτής που εκτελέστηκε τον Αύγουστο 1948, θέλοντας να διατηρηθεί ζωντανό το θέμα αυτό, αποδίδοντας τιμές ηρώων στην Πρίντζου και στα μέλη της ομάδας της, με τη συνηγορία των τοπικών Αρχών, κάθε χρόνο, στο μνημείο που ο Δήμος ανήγειρε στο Σταυράκι, καίτοι με τη δημοσίευση των πρακτικών της δίκης από τον γνωστό ερευνητή – συγγραφέα Χρήστο Τσέτση (τα επίσημα πρακτικά της δίκης Πρίντζου) καταδείχθηκε, ότι η κυρίαρχη μνήμη για την υπόθεση αυτή βασίσθηκε σε κίβδηλα υλικά, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πρακτικά της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως θα καταδειχθεί παρακάτω, επιβεβαιώνεται η ιστορική παρατήρηση ότι «η αλήθεια και η αντικειμενικότητα χάνονται μέσα στο σκοτάδι της πολιτικής και ιδεολογικής νύχτας».
Πριν εκθέσω τα στοιχεία της "συγκλονιστικής" αυτής υπόθεσης, όπως αυτά εκτίθενται στα πρακτικά της δίκης, σημειώνω και διαβεβαιώνω τον αναγνώστη, ότι δεν διακατέχομαι από οποιασδήποτε μορφής πολιτικά πάθη ή φόρτιση, αλλά σε κάθε περίπτωση «αποφόρτισα» παντελώς την ψυχή μου, όχι μόνο από πολιτικά πάθη, αλλά και από σκοπιμότητες, ηρωοποίησης ή δαιμονοποίησης των πρωταγωνιστών της υπόθεσης αυτής, ακόμη δε και της όλης περιρρέουσας, τότε, έκρυθμης κατάστασης που προκάλεσε η αδελφοκτόνος ανταρσία του ΚΚΕ.
Κατά συνέπεια η εξέταση των στοιχείων της υπόθεσης αυτής, γίνεται με απόλυτη αντικειμενικότητα, ώστε η ιστορική μνήμη της δίκης αυτής να είναι αντικειμενική και ανόθευτη και έτσι να μείνει στη συλλογική μνήμη.
Για να εκτιμήσει καλύτερα ο αναγνώστης τα γεγονότα της δίκης αυτής, που εκθέτω παρακάτω, θα πρέπει να έχει υπόψη του τις απόψεις της Πολιτείας (στην προκειμένη περίπτωση του Στρατοδικείου), των κατηγορουμένων (όπως εκφράσθηκαν και μάλιστα με σαφήνεια στο ακροατήριο του Στρατοδικείου) και της τοπικής κοινωνίας των Ιωαννίνων (όπως εκφράσθηκαν με τα γραπτά των "διανοούμενων", την ελίτ των αριστερών της πόλης, τις τοπικές Αρχές, το Δικηγορικό Σύλλογο κ.τ.λ.).

Α) Θέση της Πολιτείας για την υπόθεση «Δίκη Πρίντζου» • Αντιμετώπιση της υπόθεσης αυτής από την Πολιτεία το 1948

Στις 12 Φεβρουαρίου 1946, η Κ.Ε. του ΚΚΕ αποφάσισε ομόφωνα "την οργάνωση ενόπλου αγώνα ενάντια στο μοναρχοφασιστικό όργιο". Την ημερομηνία αυτή το ΚΚΕ θεωρεί ως ημερομηνία έναρξης του "τρίτου γύρου", ημέρα δηλαδή που κηρύχθηκε, τυπικά, ο ανταρτοπόλεμος. Η απόφαση αυτή της έναρξης της ανταρσίας ήταν επικυρωτική της απόφασης που είχε λάβει η Κ.Ε. του ΚΚΕ στις 15 Δεκεμβρίου 1945, που είχε συνεδριάσει στη Βουλγαρική κωμόπολη Πετρίτση, σε κοινή σύσκεψη με στρατιωτικούς αντιπροσώπους των Γενικών Επιτελείων της Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Στην κοινή αυτή σύσκεψη αποφασίσθηκε η μετονομασία του αντάρτικου στρατού σε τακτικό στρατό που ονομάσθηκε "Δημοκρατικός Στρατός", για να αγωνισθεί εναντίον της Κυβερνήσεως που βρισκόταν στην εξουσία, στην Ελλάδα. Η αναδιοργάνωση των αντάρτικων ομάδων άρχισε αμέσως με πυρήνα τα στελέχη του ΕΛΑΣ, με δημιουργία στρατοπέδου εκπαίδευσης των ανταρτών, στο περιβόητο «Μπούλκες» της Γιουγκοσλαβίας, όπου είχαν καταφύγει αρκετές χιλιάδες ανταρτών.
Τον Μάρτιο 1946 επισκέφθηκε το «Μπούλκες» ο Ζαχαριάδης, και μίλησε με πύρινο λόγο στους αντάρτες και την ανάγκη να ολοκληρωθεί ο αγώνας της αντίστασης με την εγκαθίδρυση στην Ελλάδα του κομμουνιστικού συστήματος διακυβέρνησης της κοινωνίας, και έτσι άρχισε και επίσημα ο ανταρτοπόλεμος, σε λίγες ημέρες, στις 30 Μαρτίου 1946, με την κατάληψη του Λιτόχωρου από τους 100 αντάρτες που διοικούσε ο καπετάνιος Υψηλάντης (Αλέξης Ρόσιος) και τη σφαγή της φρουράς που υπήρχε σ’ αυτό, και αποτελούνταν από 12 χωροφύλακες και στρατιώτες. Μετά την κατάληψη του Λιτόχωρου η ανταρσία γενικεύθηκε, ο ανταρτικός στρατός πλήθαινε διαρκώς και οργανωνόταν και έτσι τον Αύγουστο του 1946 η Κ.Ε. του ΚΚΕ διόρισε Στρατιωτικό Αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού τον Μάρκο Βαφειάδη και η Ελλάδα βρέθηκε στην κόλαση ενός αδελφοκτόνου πολέμου που τα θύματά του ήταν περισσότερα από τη Γερμανο-Ιταλική λαίλαπα που χτύπησε την Ελλάδα.
Το ΚΚΕ βοηθούμενο από τις όμορες κομμουνιστικές χώρες (Αλβανία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ρωσία κ.τ.λ.) εκμεταλλεύθηκε την αδυναμία του Κράτους να οργανώσει τις διαλυμένες υπηρεσίες του και το Στρατό και παρασύροντας κυρίως ή και πείθοντας στην ορθότητα των κομμουνιστικών αρχών το λαό της περιφερειακής Ελλάδος, κυρίως οργάνωσε αντάρτικο στρατό πολλών χιλιάδων, τον οποίο εξόπλισαν οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις των όμορων χωρών και συγκρότησε στις 23-12-1947 προσωρινή κυβέρνηση στο βουνό, όρισε πρωθυπουργό και στρατιωτικό αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού τον Μάρκο Βαφειάδη, εμφανίζοντας γρήγορα σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες στις μάχες που έδινε.
Από τις αρχές του 1948, οι μάχες στο Γράμμο και το Βίτσι και σε άλλες περιοχές, μαίνονταν και η Ελλάδα κινδύνευε πλέον να βυθιστεί στις φλόγες του κομμουνισμού. Η ανταρσία, που προκάλεσε το ΚΚΕ ενισχύονταν φανερά από τα κομμουνιστικά κράτη, τα οποία εφοδίαζαν και συντηρούσαν τους αντάρτες με αποστολή όπλων και τροφίμων, ταυτόχρονα όμως ενισχύονταν από τις παράνομες οργανώσεις που σχημάτιζε και συντηρούσε το ΚΚΕ στις πόλεις και τα χωριά.
Η κυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να αποτρέψει την βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές και να οδηγηθεί η Ελλάδα στο κομμουνιστικό μπλοκ, οργάνωσε το λαό και τις υπηρεσίες του, οργάνωσε και εκπαίδευσε τακτικό στρατό, τον οποίο εξόπλισε με τη βοήθεια, αρχικά των Άγγλων και μετά των Αμερικανών και συνάμα εξοπλίστηκε με αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο καταπολέμησης της κομμουνιστικής ανταρσίας. Έτσι, θέσπισε τον Α.Ν. 509/1947 "περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών", με τον οποίο, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η Εθνική Αλληλεγγύη, που οργάνωσαν την ανταρσία, διαλύθηκαν και τέθηκαν εκτός νόμου, όπως άλλωστε διαλύθηκε και κάθε άλλο πολιτικό κόμμα, σωματείο ή οργάνωση, που είχαν ως σκοπό τους την διά βιαίων μέσων ανατροπή του πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπαση μέρους της Επικράτειας. Οι προβλεπόμενες στο νόμο αυτό ποινές για όσους μετέχουν στις οργανώσεις αυτές που επιδιώκουν την διά βιαίων μέσων ανατροπή του Πολιτεύματος ή ενεργούν προσηλυτισμό πολιτών για να δράσουν για την επίτευξη των άνω σκοπών, είναι ο θάνατος, τα ισόβια δεσμά, αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών γίνεται διά του τύπου, με δημοσιεύματα κ.τ.λ., ή φυλάκιση. Με το αυστηρό αυτό νομικό καθεστώς, και την οργάνωση και εξοπλισμό του στρατού του, το Κράτος αντιμετώπισε ή θέλησε να αντιμετωπίσει  την ανταρσία, η οποία είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις.
Κατά τη θυελλώδη αυτή περίοδο (αρχές του 1948), κατά την οποία διεξάγονταν σκληρές και αιματηρές μάχες μεταξύ του Εθνικού Στρατού και των ανταρτών (ΔΣΕ) σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στα χωριά και τα βουνά του Γράμμου, με εκατοντάδες τραγικά θύματα, οι Αρχές Ασφαλείας των Ιωαννίνων, συνέλαβαν συνολικά 145 άτομα, άνδρες και γυναίκες, ακόμη δε και μαθητές, ως συμμετέχοντες σε παράνομες κομμουνιστικές οργανώσεις, όπως στο ΚΚΕ, την Εθνική Αλληλεγγύη που είχε ιδρυθεί ως παρακλάδι του ΕΑΜ, που οργανωμένοι σε ομάδες (τριαδικό σύστημα) ενίσχυαν παντοιοτρόπως τον αντάρτικο στρατό, επιδιώκοντας να καταλάβουν την εξουσία με τα όπλα, κατά παράβαση του αναγκαστικού νόμου 509/1947, ο οποίος πρόσφατα είχε ψηφισθεί και προέβλεπε λήψη έκτακτων μέτρων για την προστασία της δημόσιας τάξης και τη διασφάλιση της Πολιτειακής υπόστασης της Ελλάδος. Όπως γράφει ο Σπυρ. Εργολάβος στο βιβλίο του "Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων (σελίδα 68) "Ψυχή στη δράση της Αλληλεγγύης, στην οποία μετείχαν εκατοντάδες γυναίκες της πόλης, ήταν η Ευτυχία Πρίντζου".
Από τους 145 συλληφθέντες, αφέθησαν ελεύθεροι οι 31, διότι η ανάκριση δεν βρήκε ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος τους και παραπέμφθηκαν σε δίκη οι 114, ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Ιωαννίνων, με παραπεμπτικό διάταγμα και κατηγορητήριο που υπέγραψε, κατά νόμον, ο Διοικητής της 8ης Μεραρχίας Ανδρέας Μπαλοδήμος.
Οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν στο κατηγορητήριο ήταν ότι «.......Στα Ιωάννινα, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1948, μέλη της παράνομης οργάνωσης "Αλληλεγγύη" οργανώθηκαν σε ομάδες τριαδικού συστήματος, και επεδίωξαν την εφαρμογή ιδεών, που είχαν ως έκδηλο σκοπό την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του Πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος....». Η θέσπιση του νόμου αυτού που προέβλεπε σκληρές ποινές σε όσους τον παραβίαζαν "δεν εμπόδισε τα μέλη της Αλληλεγγύης (συλληφθέντες) σε τίποτε να εκπληρώσουν τους σκοπούς που είχε θέσει η συνωμοτική αυτή οργάνωση".
Οι κατηγορίες που αποδόθηκαν στους παραπεμπόμενους σε δίκη κατηγορουμένους βασίζονταν στο νομικό πλαίσιο του Α.Ν. 509/1947 και αφορούσαν τη συμμετοχή τους στην παράνομη οργάνωση "Αλληλεγγύη" και την εγκληματική δράση τους, που πραγματώθηκε μέσα από τις συγκροτηθείσες τριμελείς, συνωμοτικές ομάδες.
Ειδικώτερα η διατυπωθείσα κατηγορία σε βάρος των 45 πρώτων του κατηγορητηρίου ήταν η εξής:
α) «Εν Ιωαννίνοις κατά το πρώτον εξάμηνον του έτους 1948 επεδίωξαν την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του Πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος και την απόσπασιν μέρους της επικρατείας, οργανωθέντες προς τούτο εις ομάδας τριαδικού συστήματος, ενήργησαν υπέρ της εφαρμογής ιδεών αυτών, προσηλυτισμόν δια προκηρύξεων επαναστατικού περιεχομένου, ως «... ο Λαϊκός Δημοκρατικός αγώνας είναι συνέχεια και ολοκλήρωση του 1821..» «...στρατευμένα παιδιά της Ελλάδας προσχωρήστε στο Δημοκρατικό Στρατό για την απελευθέρωση της Ελλάδας...» « ...Καθήκον κάθε πατριώτη είναι να περάση στο Δημοκρατικό Στρατό για την γρήγορη απελευθέρωση....» «στρατευμένα παιδιά της Ελλάδος φύγετε από τους Αμερικανούς προσχωρήστε στο Δημοκρατικό Στρατό...» τεθεισών εις κυκλοφορίαν δια της διασποράς των εις διάφορα σημεία της πόλεως των Ιωαννίνων.
β) «Κατά τον αυτόν ως άνω τόπον και χρόνον άπαντες οι κατηγορούμενοι άνευ κινδύνου της ιδίας εαυτών ή των συγγενών των ζωής ετροφοδότησαν ληστάς, ήτοι δια χρηματικών ποσών άτινα συνέλεξαν δι’ εράνου, επρομήθευσαν μάλλινα είδη άτινα απέστειλαν εις ληστάς των εν Ηπείρω δρωσών συμμοριών».
γ) «Για αναγγελία διωκτικών μέτρων των Αρχών και υποθάλψεως ληστοσυμμοριών».

Β) Η Δίκη – Απόφαση
Η δίκη άρχισε στις 8 Ιουλίου 1948, το πρωί, στην αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και τελείωσε στις 24 Ιουλίου 1948, οπότε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 253/23.7.1948 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Ιωαννίνων.  Στη δίκη εξετάσθηκαν 47 (39 + 8 πρόσθετα κληθέντες) μάρτυρες κατηγορίας και 43 μάρτυρες υπερασπίσεως, τους δε κατηγορούμενους υπερασπίσθηκαν 18 δικηγόροι του Δ.Σ. Ιωαννίνων.
Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν ένοχοι 59 και εξ αυτών 48 καταδικάσθηκαν σε θάνατο, εκ των οποίων εκτελέσθηκαν οι 16 και 11 σε ισόβια κάθειρξη, άλλοι σε μικρότερες ποινές, σε  μερικούς δεν επεβλήθη καμμία ποινή λόγω βλακείας και κρίθηκαν αθώοι 28. Έτσι, έληξε η δίκη αυτή, η οποία έκλεισε με την εκτέλεση των 16, που συγκλόνισε τους Γιαννιώτες.
Το 1949 τελείωσε η ανταρσία με την συντριβή και την ολοκληρωτική ήττα του αντάρτικου στρατού, τα δε υπολείμματα των ανταρτών σκόρπισαν στις κομμουνιστικές χώρες, όπου διαδραματίστηκαν τραγικές και πολύνεκρες συγκρούσεις μεταξύ τους. Έτσι, η Εθνική Κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να αναστηλώσει τη ρημαγμένη, οικονομικά και ψυχικά, χώρα, τον Απρίλιο 1950 έκρινε ότι πρέπει να λήξει με λήθη η αδελφοκτόνα ανταρσία και γι’ αυτό χάρισε τις θανατικές ποινές με απονομή χάριτος (Β.Δ. ΦΕΚ 94/14.4.1950) και μετά, με αναθεώρηση της δίκης, απήλλαξε τους λοιπούς καταδικασθέντες.
Η διαδικασία της δίκης, διεξήχθη με απόλυτη τάξη, την παρακολούθησε πλήθος κόσμου και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, ευχαρίστησαν τον Πρόεδρο του Στρατοδικείου, διότι τους δόθηκε η δυνατότητα να αναπτύξουν αυτοί και οι δικηγόροι τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς. Κατά συνέπεια, η απολογία των κατηγορουμένων, αποτελεί το κύριο αποδεικτικό στοιχείο, τόσο ως προς την εξιστόρηση των αξιοποίνων πράξεων που διαπράχθηκαν, όσο και ως προς τις ομολογίες και τις δηλώσεις τους στο Δικαστήριο.
Οι πράξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, βεβαιώθηκαν και ομολογήθηκαν από τους κατηγορούμενους και βάσει αυτού, κυρίως, του αδιαμφισβήτητα αποδεικτικού στοιχείου (ομολογία – δήλωση) εκδόθηκε η απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου.

Αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δίκης

α. Από τους αριστερούς διαμορφωτές της κρατούσας άποψης για τη δίκη
Οι διαμορφωτές της ιστορίας, «διανοούμενοι» της αριστεράς, διατύπωσαν τις εξής αξιολογικές κρίσεις για τη δίκη αυτή:
α) Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων με το από 24.7.1948 ψήφισμά του επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή λόγω του υπερβολικού αριθμού των καταδικασθέντων, τυγχάνει υπεράγαν αυστηρά και δίκαιον είναι ότι πρέπει να ανασταλεί προσωρινώς η εκτέλεσή της μέχρι να αποφανθεί το Συμβούλιο Χαρίτων, διότι α) είναι υπεράγαν αυστηρά, μη λαβούσα υπ’ όψη ότι επρόκειτο περί οργανώσεως οικονομικού μόνον περιεχομένου και β) οι καταδικασθέντες εξεδήλωσαν την μεταμέλειάν των.
β) Ο Δήμαρχος Ιωαννίνων Σπύρος Κατσαδήμας, στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 11.2.1983 (απόφαση 57/11.2.1983) είπε ότι με τη δίκη αυτή "δολοφονήθηκαν πατριώτες" λόγω της ήττας του ΚΚΕ. Η φράση αυτή προκάλεσε άμεσα την αντίδραση των δημοτικών συμβούλων της παράταξης του Θεοδώρου Γεωργιάδη, οι οποίοι δήλωσαν «ότι δεν δολοφονήθηκαν, αλλά εκτελέσθηκαν βάσει απόφασης του Στρατοδικείου» και μετά κατέθεσαν γραπτή δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αποχώρησαν από το Συμβούλιο.
γ) Ο γνωστός λόγιος – συγγραφέας του βιβλίου "Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων" (εκδ. 1988), Σπύρος Εργολάβος γράφει: Οι κατηγορίες ήταν χαλκευμένες και ανύπαρχτες (σελ. 105) και: "Έμειναν περιφρονημένοι και αδικαίωτοι μάρτυρες αυτής της πόλης και φορτώθηκαν όλες τις συνέπειες της ήττας. Ήρθε όμως, 35 χρόνια μετά την εκτέλεσή τους, το 1983, η δικαίωση".
Οι παραπάνω παράγοντες, όταν κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή το ΠΑΣΟΚ και ανέδειξε την αριστερά ιδεολογία, πέραν του ΚΚΕ, δημιούργησαν και έκαναν κυρίαρχη με τα παραπάνω κείμενα και πράξεις τους (ανέγερση μνημείου στο Σταυράκι), επίσημη μνήμη, ότι η Ευτυχία Πρίντζου και οι σύντροφοί της στην παράνομη και συνωμοτική οργάνωση "ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ" και στις τριαδικές ομάδες, είναι ήρωες και θύματα του εμφυλίου πολέμου.
Όμως, και η απλή ανάγνωση των πρακτικών της δίκης, που παρατίθενται στο βιβλίο του λόγιου – συγγραφέα Χρήστου Τσέτση "Η πολύκροτη δίκη που συγκλόνισε τα Γιάννενα" (εκδ. 2015), αποδεικνύει ότι η επίσημη ιστορική μνήμη που επικράτησε, η ηρωοποίηση δηλαδή των πρωταγωνιστών της δίκης αυτής, είναι μη αληθινή, αλλά κατασκευασμένη με ψεύτικα υλικά.
Πριν προβώ στην αξιολόγηση των στοιχείων της κατηγορίας και των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στα πρακτικά, προσιτά πλέον σε όλους, εκφράζω την εύλογη απορία, πως διατυπώθηκαν από τους διαμορφωτές της ιστορικής μνήμης της δίκης αυτής, οι χαρακτηρισμοί και οι αξιολογήσεις που έρχονται σε πρόδηλη αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά της δίκης, που μάλιστα δεν επιδέχονται σοβαρής αμφισβήτησης ή αντίκρουσης, αφού τους διαψεύδουν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι.
Παρακαλώ τον αναγνώστη να διαβάσει με προσοχή τα παρακάτω, που τα αναπαραγάγω από τα επίσημα πρακτικά της δίκης και θα πεισθεί ότι η εκτιθέμενη αλήθεια της ιστορίας της δίκης δεν επιδέχεται νομικό ή έστω λογικό αντίλογο.

β. Αντικειμενική αξιολόγηση μετά από ενδελεχή μελέτη
Κρίνω σκόπιμο και επιβεβλημένο να αναφερθώ στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης και πάλι, ώστε να μη αμφισβητηθούν οι καταθέσεις και οι ομολογίες των κατηγορουμένων.
Η δίκη έγινε δημόσια και ανοικτή σε όλους στην αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας, τη μεγαλύτερη αίθουσα που υπήρχε στα Γιάννενα. Πλήθος κόσμου συνωθούνταν στην είσοδο της Ακαδημίας να μπουν στην αίθουσα, για να παρακολουθήσουν τη δίκη. Η αίθουσα ήταν γεμάτη όλες τις ημέρες. Υπήρχε μεγάλη δημοσιότητα, την δε δίκη παρακολούθησε και η πνευματική ηγεσία της πόλης (Σπ. Εργολάβος, ενθ. αν. σελ. 124).
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, στους συνηγόρους υπεράσπισης δόθηκε πλήρης ελευθερία και χρόνος να αναπτύξουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους, το ίδιο δε έγινε και με τους κατηγορούμενους, όπως αυτό ομολογείται απ’ αυτούς, ενδεικτικώς δε και μόνο αναφέρω τη σχετική δήλωση του Κων/νου Ράπτη προς τον Πρόεδρο του Στρατοδικείου: "Εκφράζω τας ευχαριστίας μου διά τον τρόπον της διεξαγωγής της διαδικασίας καθ’ ήν τόση ελευθερία λόγου μας εδόθη" και του Βασιλείου Μαρτσέκη, ο οποίος δήλωσε ότι "Η διεξαχθείσα δίκη υπήρξε ένα σχολείο για μένα και άκουσα πράγματα τα οποία δεν έχω ακούσει άλλη φορά".
Όμως, θα αναφερθώ στις καταθέσεις και τις ομολογίες των κατηγορουμένων, όπως αυτές καταγράφονται στα πρακτικά, για να καταδείξω ότι όσα υποστηρίζουν οι προαναφερόμενοι συγγραφείς, ο Δ.Σ.Ι. και ο Δήμος Ιωαννιτών, αποτελούν πολιτικές απόψεις και μυθοπλασίες και δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα. Για να τονισθεί η βαρύτητα και η αξιοπιστία της κατάθεσης και ομολογίας των κατηγορουμένων, εκτός από τα παραπάνω που σημειώνω για την ελεύθερη διεξαγωγή της δίκης, αναφέρομαι στο άνω βιβλίο του Σπύρου Εργολάβου, "Η δίκη της Πρίντζου" και δη στη σελίδα 101, όπου αναγράφεται ότι "Όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν πατριώτες, ανθρωπιστές και άριστοι Ηπειρώτες, χωρίς εξαίρεση".
Στις καταθέσεις – ομολογίες των κατηγορουμένων αναφέρομαι ειδικώτερα, διότι διαψεύδουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Δ.Σ.Ι., του τότε Δήμαρχου Ιωαννίνων και του Δημοτικού Συμβουλίου, που αποφάσισαν την ανέγερση του Μνημείου στο Σταυράκι, βάσει αναληθών δεδομένων (ηρωισμός κ.τ.λ.) και των λογίων – συγγραφέων, που ηρωοποίησαν τους εκτελεσθέντες, καίτοι οι ίδιοι ομολόγησαν, ότι διέπραξαν τις πράξεις, όλες, για τις οποίες κατηγορούνταν, αναγνώρισαν ότι με τις πράξεις τους έκαναν μεγάλο κακό στη χώρα και τους συνανθρώπους τους, μετανόησαν και ζήτησαν να τους δοθεί η δυνατότητα να επανορθώσουν και συνάμα δήλωσαν ότι το ΚΚΕ είναι προδοτικό κόμμα και η ανταρσία που προκάλεσε έφερε την καταστροφή.
(αύριο η συνέχεια)