Στη Βουλή έφθασε το θέμα των «διήμερων» αποσταγματοποιών

Η ανάγκη θεσμικής θωράκισης των διήμερων αποσταγματοποιών της Ηπείρου και η διασφάλιση της συνέχιση μιας δραστηριότητας άρρηκτα συνδεδεμένης με την τοπική παράδοση, βρέθηκαν στο επίκεντρο δύο κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων από βουλευτές των Ιωαννίνων.
Το… έναυσμα έδωσε το αίτημα του Συλλόγου Αμβυκούχων και Αμπελοκαλλιεργητών Ηπείρου προς το Υπουργείο Οικονομικών για τη δημιουργία διακριτού Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (ΚΑΔ) αποκλειστικά για τους διήμερους αποσταγματοποιούς (σχετικά έγραψε χθες ο «Π.Λ.»).
Το ζήτημα ανέδειξε με αναφορά του ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ Ιωάννης Τσίμαρης, επισημαίνοντας ότι σήμερα οι μικροί παραγωγοί εντάσσονται σε κατηγορίες που αφορούν επαγγελματικές ή βιομηχανικές μονάδες παραγωγής αποσταγμάτων, παρά τις ουσιαστικές διαφορές που χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητά τους. Ο κ. Τσίμαρης ζητά από το αρμόδιο Υπουργείο να εξετάσει το αίτημα του κλάδου, ώστε να υπάρξει μια σαφέστερη και δικαιότερη διοικητική αποτύπωση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στη στήριξη των μικρών παραγωγών και στη διατήρηση μιας σημαντικής τοπικής παράδοσης.
Κατοχύρωση ονόματος
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιώργος Αμυράς, ο οποίος με επίκαιρη ερώτησή του ζητά όχι μόνο τη δημιουργία ξεχωριστού ΚΑΔ, αλλά και την κατοχύρωση του τσίπουρου που παράγεται στον Νομό Ιωαννίνων με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ).
Η πρόταση αφορά τη δημιουργία μιας διακριτής ταυτότητας για το προϊόν, με ονομασίες όπως «Γιαννιώτικο» ή «Ηπειρώτικο Τσίπουρο», ενισχύοντας την αναγνωρισιμότητα, την εμπορική αξία και την προστασία των παραγωγών. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη επικαιροποίησης του πλαισίου που διέπει την παραγωγή και διάθεση των παραδοσιακών αποσταγμάτων, ώστε να διασφαλίζονται η ποιότητα, η αυθεντικότητα και η βιωσιμότητα ενός κλάδου με σημαντική συμβολή στην τοπική οικονομία και πολιτιστική κληρονομιά.
Ο κ. Αμυράς σε δήλωσή του ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Η κατοχύρωση της Προστατευόμενης Ονομασίας του τσίπουρου, σε συνδυασμό με τη διασφάλιση της ποιότητας, της αυθεντικότητας και της φήμης του, συνιστά κρίσιμο ζήτημα για την προστασία των μικρών παραγωγών και την ενίσχυση της αξιοπιστίας του προϊόντος στην εγχώρια και διεθνή αγορά».


