«Δεν μπορείς του φεγγαριού να βρεις ένα ψεγάδι, γιατί σκορπά την ομορφιά στην πλάση το βράδυ», λέει το τραγούδι, αλλά πιότερο εκείνες του Αυγούστου οι βραδιές και η φημισμένη σημερινή πανσέληνος, που συγκινούν ποιητές, ζωγράφους, συνθέτες που γράφουν τραγούδια κάτω απ’ το φεγγάρι και την αστροφεγγιά και να μοσχομυρίζουν το δενδρολίβανο, το αγιόκλημα,η γαρδένια, το γιασεμί, το νυχτολούλουδο.
Η πανσέληνος αυτή είναι λίγο «έγχρωμη» και την κάνει να ξεχωρίζει μόλις σουρουπώνει, παίρνοντας το χρώμα της πορφύρας, όταν ο φωτεινός δίσκος του στολίζει σαν «σινί» το στερέωμα σαν κάνει την εμφάνισή του στις βουνοκορφές, όπως στο Μιτσικέλι στα Γιάννινα και στο Ζυγό στο Μέτσοβο.
Δεν ξεχνώ, αυτό το ολοστρόγγυλο πορφυροαχυρένιο ολόγιομο φεγγάρι εκεί ψηλά στην κορφή του Δρίσκου, βλέποντάς το να αργοκυλάει ζώντας το θέαμα της μυστικής γοητείας από τη συναδέλφωση των ορεινών όγκων του Μιτσικελιού και της φωτοπλημμύρας που χαϊδεύει κατωφέρειες πέτρινες και δασωμένες και ξαποσταίνει στο γλυκό τάραγμα των νερών της λίμνης της Κυρά Φροσύνης. Λάμψεις αναδεύουν τα νερά της και ξεγλιστρούν αντιφεγγίσματα που φωλιάζουν στις βραχοσπηλιές του Κάστρου. Ο Καστρινός Βράχος με τη δική του όψη ρυτιδωμένη βαθιά από το διάβα των χρόνων, με τον άφωνο πόνο στην έκφρασή του. Το κυμάτισμα βάλσαμο στα θέμελά του φορτωμένα μηνύματα του βυθού.
Κοιτώνας το κοντοστέκεται σαν φάρος στο μιναρέ του Τζαμιού του Ιτς Καλέ, θέλοντας να καθρεφτιστεί στα νερά της λίμνης και ν’ αχνοφέξει της Κυρά Φροσύνης, της νεράιδας και των άλλων 17 κοριτσιών, που κείτονται στα βάθη της, για να βγούνε απόψε από τη λήθη τους. Θέλει ν’ αφουγκραστεί κάποιο τραγούδι «απόκοσμο» που φέρνει τ’ αεράκι... «Να αργοσαλεύει στο αχνό του φεγγαριού το φως μιας νεράιδας το κορμί τα κάλλη της τα’ αφράτα». Στέκεται στο μιναρέ όπως τότε που η συμμαθήτριά μου η Κλεάνθη η Καστρινή έδωσε και πήρε το πρώτο της φιλί ανεβαίνοντας τον μιναρέ, από την πρώτη της αγάπη που όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν ξεχνιέται.
«Σ’ αγκάλιασα μ’ αγκάλιασες
Σου πήρα και μου πήρες…» θυμάται.
Δεν βιάζεται απόψε να φύγει η πανσέληνος είναι η βραδιά της, γιορτάζει και στήνει το αυτί ν’ ακούσει λόγια αιώνιας αγάπης, από χείλη ανοιχτά από τους αναστεναγμούς κι’ απ’ τα φιλιά καμένα, που αν καμιά φορά σωπαίνουν, λεν πως αγαπούν. Γεμάτο κόσμο το Ιτς Καλέ από το καφενείο μέχρι το Μουσείο, κάτω από τους ήχους απαλής μουσικής. Θέλει ν’ ακούσει κι άλλα απόκοσμα τραγούδια που ακουγόντουσαν από τη λίμνη όλα αυτά τα χρόνια, λες κι αναβιώνει η «Βαρκαρόλλα» του αείμνηστου μαέστρου Θωμά Ζηγκόπουλου με τους τροβαδούρους του, που κατεβαίνοντας μετά από τη βάρκα, περπατούσαν τραγουδώντας καντάδες στα σοκάκια του Κάστρου, με ακολουθία τους νοσταλγούς της, τους παλιούς Γιαννιώτες.
Θέλει να παιχνιδίσει στις φυλλωσιές των δέντρων, εκεί να χάνεται κι εκεί να ξαναφαίνεται. Θέλει να φωτίσει κήπους, βεράντες και μπαλκόνια, τα παγκάκια, όπου τα ζευγαράκια δίνουν όρκους αιώνιας αγάπης με τους αγαπημένους τους. Να διαβεί όπως τότε από τις γειτονιές των ονείρων (όσες έχουν απομείνει) να φωτίσει τις γειτόνισσες που πλέκανε και συζητάνε. Θέλει να καθρεφτιστεί στα νερά του Αράχθου και στα ρέματα «τώρα που κοιμούνται τα νερά και βγαίνουν οι νεράιδες και συγκρατιούνται σε χορούς», ολόγυμνες με τα μαλλιά τους ξέπλεκα, λυμένα τραγουδώντας…
Από εκεί παίρνοντας τον ρου του ποταμού θα φτάσει στη θάλασσα στο Σαρωνικό και θα ανηφορίσει στην Πλάκα, στον Παρθενώνα, στην Ακρόπολη, σταματώντας στο Ηρώδειο να απολαύσει τη μουσική που αναφέρεται στη θωριά της.
Πώς να ξεχάσει η γενιά μου το «φεγγαράκι μου λαμπρό, φέξε μου να περπατώ» που κυριολεκτούσε για μας τότε που δεν είχαμε ηλεκτρικό φως και μας έφεγγε τα βράδια κι αργότερα που μεγαλώναμε τραγουδούσαμε «το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα» στα πρώτα αγνά ερωτικά μας σκιρτήματα. Το ελληνικό πεντάγραμμο έχει αποδείξει πολλές φορές ότι ξέρει να… «σεληνιάζεται» πολύ μελωδικά, καταγράφοντας τη διάθεση της στιγμής του δημιουργού που τα έγραψε.
Άλλοτε είναι χλωμό, άλλοτε θλιμμένο, μελαγχολικό, άλλοτε κλαίει κι άλλοτε γελαστό, ανάλογα με τη δική μας διάθεση, «Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα….».
Αύγουστος, ο μήνας των ρεμβασμών και της ρομαντικής διάθεσης. Ότι μείνει απ’ αυτή την πραγματική ή φανταστική πανδαισία, είναι οι μακρινές και αβέβαιες αναμνήσεις, σαν του Καβάφη - καθένας με τις δικές του ζάλες - που θα σε συνοδεύουν για πολλά χρόνια και θα αναζητούν την έκφρασή τους.
«Εκείνη του Αυγούστου - Αύγουστος ήταν - η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια. Ήσαν θαρρώ μαβιά…
Α Ναι, μαβιά. Ένα σαπφείρινο μαβί…». (Καβάφης)
Ας καθίσουμε με το ταίρι μας κάτω απ’ το ολόγιομο φεγγάρι, να εμπνευστούμε, να αναπολήσουμε και να χαρούμε τη «στιγμή». Εύχομαι να περάσετε αξέχαστη βραδιά με «τραγούδια κάτω απ’ το φεγγάρι».