Πασχαλιά στα Γιάννενα και τη γειτονιά του Άη-Γιώργη…

on .

Αναδρομές

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΡΑΚΗ

•  Η άνοιξη προχωρούσε στα παλιά Γιάννινα κι ενώ το πράσινο ξεφύτρωνε παντού και τα λουλούδια της εποχής άνθιζαν σιγά-σιγά παρά τον κρύο, μερικές φορές, έφτανε το Πάσχα και η ήρεμη μικρή μας πόλη έπαιρνε μια ιδιαίτερη ζωντάνια, λες κι έβγαινε από τη χειμερία νάρκη.
Η ζωντάνια αυτή οφείλονταν στις προετοιμασίες όλων των κατοίκων της πόλης και της γύρω περιοχής για την Πασχαλιά, που έρχονταν. Οι Γιαννιώτες γέμιζαν τους δρόμους της και ιδιαίτερα τους δρόμους της αγοράς για τις προμήθειές τους και για ότι άλλο ήταν απαραίτητο για τις άγιες μέρες του Πάσχα, καθώς και οι χωριάτες με τα ζωντανά τους, οι οποίοι έφερναν την πραμάτεια τους και, αφού την πουλούσαν, αγόραζαν τα απαραίτητα για το σπίτι.
Αυτό γίνονταν και στη γειτονιά μου του 'Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα. Οι άντρες συνέχιζαν τις δουλειές τους κι έφερναν στα σπίτια τους τα απαραίτητα για τις αυξημένες ανάγκες της Πασχαλιάς, ενώ οι γυναίκες άρχιζαν μια - δυο βδομάδες γρηγορότερα την καθαριότητα των σπιτιών, για να έχουν το Μεγαλοβδόμαδο τις λιγότερες δουλειές σ’ αυτά, για να κάνουν τα κουλούρια, να βάψουν τ' αυγά και να ετοιμάσουν τα φαγητά των ημερών του Πάσχα.
Έτσι, έδιναν στον καλαντζή τα χαλκώματα (σινιά, ταψιά, κατσαρόλες) για καλάισμα κι αγόραζαν από τον πλανόδιο άσβεστα κομμάτια ασβέστη, τον οποίον «έσβηναν» σε μεγάλους τενεκέδες ή τσίγκινους κουβάδες. Με τον ασβέστη αυτόν σιρμπέτωναν (ασβέστωναν) με τη βούρτσα τις φάτσες των σπιτιών, τους μαντρότοιχους, τα μαγειρειά, τα πεζούλια, τα χαγιάτια κι αν ήταν σχετικά καλός ο καιρός, άσπριζαν και τους τοίχους του καθιστικού δωματίου, του μαντζάτου, που λέγαμε τότε.
Με το ασβέστωμα αυτό οι φάτσες των ισόγειων κυρίως σπιτιών της φτωχικής σχετικά γειτονιάς άστραφταν κι έδιναν μια λαμπρή γιορτάσιμη εικόνα, όπως ταίριαζε στις μέρες του Πάσχα. Η γειτονιά του Άη-Γιώργη πεντακάθαρη, μέσα στα σπίτια κι έξω απ' αυτά, όπως άλλωστε και όλες οι γειτονιές της τότε πόλης μας, περίμενε να γιορτάσει πρώτα το Σάββατο την Ανάσταση του Λαζάρου κι ύστερα την Κυριακή των Βαΐων.
Μπαίνοντας η Μεγάλη Εβδομάδα όλη η γειτονιά μοσχοβολούσε από τα ψημένα κουλούρια στο φούρνο του κυρ' Αλέξη, ο οποίος φούρνιζε και ξεφούρνιζε λαμαρίνες και μεγάλα ταψιά που πήγαιναν οι νοικοκυρές της, γιατί όλες σχεδόν τα έφκιαναν το πρώτο τριήμερο του Μεγαλοβδόμαδου.
Μετά το ψήσιμο τα έβαζαν σε καλαθένιες κανίστρες, αφού έστρωναν πρώτα λαδόκολλες, σε μια σκέτα και στην άλλη ζαχαρωμένα. Τα δεύτερα τα άλειφαν πρώτα με ροδόνερο (γκιουλς) και μετά έριχναν την κοπανισμένη ζάχαρη. Τις δυο αυτές μεγάλες σχετικά κανίστρες τις τοποθετούσαν στα εντοιχισμένα κυρίως ντουλάπια του σπιτιού τους για το Πάσχα.
Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά. Αυτά τα έβαφαν σε μια χάλκινη κατσαρόλα, που δεν θα τη χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα, αφού είχαν ρίξει στο νερό της την κόκκινη μπογιά και μπόλικο αψύ ξύδι, για να μη ξεβάφουν.
Μετά το βάψιμο τα κατακόκκινα αυγά τα γυάλιζαν με βαμπάκι ή καθαρό πανί βουτηγμένο σε λίγο λάδι και τα τοποθετούσαν σε μικρές κανίστρες έτοιμα κι αυτά για το Πάσχα. Την ίδια μέρα έβαφαν κι ένα αυγό «μεγαλοπεφτίσιο», δηλαδή αυγό, που γένναγαν οι κότες εκείνη την ημέρα. Όλες οι νοικοκυρές της γειτονιάς του Άη-Γιώργη φρόντιζαν να βρουν ένα τέτοιο αυγό, κι αν αυτές δεν είχαν κότες ή οι κότες τους δεν γεννούσαν έβρισκαν στα μποστάνια της γειτονιάς, τα οποία είχαν περισσότερες κότες.
Το αυγό αυτό το έβαφαν ξεχωριστά και το έβαζαν στα εικονίσματα του σπιτιού τους κάνοντας μ' ευλάβεια το σημείο του Σταυρού. Απ' αυτά έπαιρναν το περσινό κόκκινο αυγό, που είχε μείνει ολόκληρο το χρόνο χωρίς να έχει πάθει τίποτα και χωρίς να έχει μυρίσει, απλώς ο κρόκος και το ασπράδι σώνονταν, γι' αυτό  ήταν ελαφρύ και το πέταγαν στη Λίμνη κατεβαίνοντας στην άκρη αυτής κάτω από τα μποστάνια.
Τη βαφή των αυγών την κράταγαν οι νοικοκυρές στην κατσαρόλα σαράντα μέρες και κατά το διάστημα αυτό έβαφαν κι άλλα αυγά, αν δεν έφταναν αυτά, που είχαν βάψει τη Μεγάλη Πέμπτη. Ύστερα από τις σαράντα μέρες την έχυναν σε μια άκρη του κήπου του σπιτιού και σε μέρος που να μην πατιέται. Μετά από νηστεία ημερών το πρωί της Μ. Πέμπτης πολλοί γειτόνοι και κυρίως τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε, αφού παίρναμε την ευχή των μεγάλων του σπιτιού μας.
Και το βράδυ της Μ. Πέμπτης ήταν αρκετοί εκείνοι, που πηγαίναμε στην εκκλησία για ν' ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και ιδιαίτερα τη σταύρωση του Κυρίου, κατά την οποία μερικές παλιές γειτόνισσες έραιναν το Σταυρό με γκιουλς, που μόνες τους είχαν βγάλει από τα ήμερα τριαντάφυλλα του κήπου τους την περίοδο της ανθοφορίας αυτών.
Το απόγευμα της μέρας αυτής πολλά παιδιά της γειτονιάς μαζεύαμε λουλούδια σε καλάθια ή κονίστρες για τον Επιτάφιο του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, τα οποία τα πηγαίναμε εκεί και τα τοποθετούσαμε σε τσίγκινους κουβάδες με νερό, με τη βοήθεια των επιτρόπων και του κράχτη της εκκλησίας, για να είναι φρέσκα το πρωί της επόμενης μέρας.
Όλοι δίνανε με προθυμία και ευχαρίστηση λουλούδια, που είχαν στους μπαξέδες τους, γιατί μπορεί τα σπίτια της γειτονιάς του Αη-Γιώργη να ήταν τα περισσότερα χαμηλά και φτωχικά είχαν όμως κήπους με ωραία και με μεγάλη ποικιλία λουλούδια, που όταν άνθιζαν μοσχοβολούσε ολόκληρη κι ήταν χαρά Θεού. Τα λουλούδια της εποχής ήταν τα ζουμπούλια, τα γραβάνια, οι κρίνοι, το κάρποτο, οι σιρμενεξέδες (βιολέτες) και άλλα.
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία κι ενώ μεγάλα κυρίως κορίτσια στόλιζαν με μεράκι τον Επιτάφιο του Αγίου Νικολάου, οι άλλοι παρακολουθούσαμε με κατάνυξη τη θεία λειτουργία. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έφερναν τον ανθοστόλιστο Επιτάφιο στο μέσον της εκκλησίας και οι ιερείς τοποθετούσαν την κεντημένη εικόνα της ταφής του Κυρίου σ' αυτόν, ενώ τον έραναν με γκιουλς, όπως έκαναν και μερικές γειτόνισσες. Στο τέλος περνάγαμε όλοι και ασπαζόμασταν ευλαβικά την παραπάνω εικόνα και τα παιδιά περνούσαμε σταυρωτά και κάτω από τον Επιτάφιο.
Το βράδυ πάλι πηγαίναμε στην εκκλησία με τις κόκκινες λαμπάδες και παρακολουθούσαμε τη λειτουργία και την περιφορά του Επιταφίου με κατάνυξη και ευλάβεια. Η περιφορά στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων μεταπολεμικά γίνονταν στον περίβολο της εκκλησίας, ενώ λένε ότι, προ του πολέμου του 1940 γίνονταν και στο νεκροταφείο της.
Όλη η μέρα του Μεγάλου Σαββάτου πέρναγε με τις τελευταίες ετοιμασίες για το Πάσχα και το βράδυ οι περισσότεροι γείτονες πηγαίναμε με τα γιορτινά μας και τις άσπρες λαμπάδες στην πιο πάνω εκκλησία, όπου κάτω από τις χαρμόσυνες καμπάνες της κάναμε Ανάσταση. Η επιστροφή στα σπίτια της γειτονιάς μας γίνονταν με χαρά κι όλοι οι γείτονες ανταλλάσσαμε ευχές για Καλό Πάσχα, ενώ με προσοχή να μη σβήσουν από το ανοιξιάτικο αεράκι μεταφέραμε τις αναμμένες λαμπάδες σ' αυτά.
Αυτό γίνονταν για να κάνουμε με την κάπνα τους στο πάνω μέρος της εξώπορτας του σπιτιού το σημάδι του Σταυρού και ν' ανάψουν οι νοικοκυρές το καθαρό και γεμάτο με λάδι καντήλι, που είχαν στα εικονίσματα του καθιστικού δωματίου με το άγιο φως της Ανάστασης του Θεανθρώπου, για το καλό του σπιτιού.
Ύστερα όλες οι οικογένειες κάθονταν γύρω από το αναστάσιμο τραπέζι κι έτρωγαν τη μυρωδάτη μαγειρίτσα, τσούγκριζαν τα κόκκινα αυγά, ανταλλάσσοντας ευχές και δοκίμαζαν με ευχαρίστηση τα Γιαννιώτικα ζαχαρωμένα πασχαλινά κουλούρια.
Την Κυριακή του Πάσχα και πλησιάζοντας το μεσημέρι όλοι στη γειτονιά του Αη-Γιώργη ετοίμαζαν το λαμπριάτικο τραπέζι και γύρω του κάθονταν οι χαρούμενες φαμίλιες κι έτρωγαν το ψημένο αποβραδίς στο φούρνο του κυρ-Αλέξη αρνί, γιατί εκείνο τον καιρό, μετά την ξενική κατοχή περίπου, λίγοι ήταν εκείνοι, που έψηναν στη σούβλα τ' αρνί. Το πασχαλινό τραπέζι είχε και σαλάτες της εποχής, τυριά και φαγητό με συκωτάκια, γαρδούμπες, φρέσκα κρεμμυδάκια και μυρωδικά, καθώς και καλό σπιτίσιο κρασί. Τελείωνε δε το μεσημεριανό φαγητό με το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και ευθυμίας, τόσο που οι μεγάλοι έπαιρναν και κανένα Γιαννιώτικο ή ελαφρό τραγούδι της εποχής.
Το απόγευμα όλη η γειτονιά, αλλά και οι κάτοικοι των γύρω συνοικιών, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου απ' όπου ξεκίναγε η πομπή για τον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων με την εικόνα της Ανάστασης όπου φτάνοντας εκεί γίνονταν η λειτουργία της Δεύτερης Ανάστασης, όπως έλεγαν, και διαβάζονταν το Ευαγγέλιο της ημέρας σε μερικές ξένες γλώσσες.
Στη λιτανεία προηγούνταν τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, ακολουθούσαν οι ψαλτάδες, οι παπάδες, που κρατούσαν στα χέρια τους διάφορες εκκλησιαστικές εικόνες, έχοντας στο μέσον την εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου και τέλος το πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί στο εκκλησάκι του Αη-Γιώργη. Όλοι κράταγαν στα χέρια τους τις άσπρες αναστάσιμες λαμπάδες αναμμένες και περπατώντας απολάμβαναν το πράσινο με τα αγριολούλουδα, που υπήρχε απ' εδώ και από κει στη διαδρομή, που τότε είχε ελάχιστα κτίσματα. Το έθιμο αυτό σήμερα δεν γίνεται και οι παλιοί Γιαννιώτες Αγιοργήτες το θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία, μελαγχολώντας για το χαμό αυτού και άλλων εθίμων των παλιών Γιαννίνων, που φύγανε.
Από την ημέρα του Πάσχα μέχρι τη μέρα της γιορτής της Αναλήψεως του Χριστού όλοι τότε οι παλιοί Γιαννιώτες αντί άλλου χαιρετισμού έλεγαν το «Χριστός Ανέστη» και το «Αληθώς Ανέστη». Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα κυρίως άρχιζαν οι επισκέψεις στα συγγενικά/φιλικά και γειτονικά σπίτια και όλοι δίνανε την «πασχαλίτσα» σε μικρούς και μεγάλους.
Όλα τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίναμε στα παραπάνω σπίτια με πρώτο του νουνού ή της νουνάς έχοντας στα χέρια μας τις καθαρές κατάλευκες πετσέτες φαγητού, στις οποίες μας έβαζαν τις «πασχαλίτσες» που ήταν: κόκκινα αυγά, κουλούρια, ζαχαρωτά, σοκολατάκια και ζαχαρομπιρμπλιά διαφόρων χρωμάτων. Αυτό γίνονταν σε όλα τα σπίτια της τότε απλής και όμορφης πόλης μας, γιατί σε όλους σχεδόν τους παλιούς Γιαννιώτες επικρατούσε η ανθρωπιά, η κατανόηση και η αγάπη, ήταν δηλαδή οι ανθρώπινες σχέσεις τους πολύ διαφορετικές από σήμερα.
Οι επισκέψεις αυτές στις συνοικίες και στις γειτονιές, που ήταν κοντά στην εκκλησία της Περιβλέπτου, όπως στα Ζευγάρια, στον Κουραμπά, στην Κιάφα, στα Λακκώματα, στη Λούτσα γίνονταν την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, που γιορτάζει η εκκλησία αυτή και στην οποία συγκεντρώνονταν πολύς κόσμος.
Το ίδιο γίνονταν και την Κυριακή του Θωμά, που γιορτάζει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων,. Γέμιζε η εκκλησία, ο περίβολος της και τα γύρω καταπράσινα τότε λιβάδια από κόσμο, από τον οποίο πολλοί επισκέπτονταν τα σπίτια της γειτονιάς του Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα.
Έτσι περνούσε η Πασχαλιά στα τότε Γιάννινα και ιδιαίτερα στη γειτονιά του Αη-Γιώργη με τα ωραία ήθη και έθιμα εκείνης της εποχής, που σήμερα σχεδόν έχουν χαθεί, γι' αυτό τα θυμούμαστε με νοσταλγία και συγκίνηση και λυπούμαστε, που η τότε γραφική μας πόλη θέριεψε άγρια, η γειτονιά μας άλλαξε μορφή και αρκετοί καλοί μας γειτόνοι έχουν φύγει για πάντα από κοντά μας.