ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Του Δεκέμβρη η ημέρα...
Ο Δεκέμβριος είναι ο 12ος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου με διάρκεια 31 ημερών. Ήταν ο 10ος μήνας (December) του αρχαίου δεκάμηνου ρωμαϊκού ημερολογίου. December στα λατινικά σημαίνει 10.
2 Δεκ 2024 • 09:44
SHARE
Ο Δεκέμβριος είναι ο 12ος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου με διάρκεια 31 ημερών. Ήταν ο 10ος μήνας (December) του αρχαίου δεκάμηνου ρωμαϊκού ημερολογίου. December στα λατινικά σημαίνει 10.
Αργότερα μετακινήθηκε στη 12η θέση χωρίς ν’ αλλάξει η ονομασία του. Στο καλαντάρι του λαού μας ο Δεκέμβριος αναφέρεται ως Γιορτινός, λόγω των πολλών θρησκευτικών γιορτών του και ειδικά Αϊ- Νικολιάτης ή παππούς Νικόλας αλλά και «Νικολοβαρβάρα» από τις γιορτές του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Βαρβάρας και κυρ-Λευτέρης από τη γιορτή του Αγίου Ελευθερίου (15 Δεκεμβρίου) που χαρίζει καλή λευτεριά στις έγκυες. Η μέρα αρχίζει βέβαια να μεγαλώνει μετά τις 22 Δεκεμβρίου, αλλά η λαϊκή παράδοση βιαστική από της Αγίας Άννας (9 Δεκεμβρίου) ήδη αναφέρει ότι η «ημέρα παίρνει ανάσα» ή «άνεση» και ότι από του Αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου) «η ημέρα παίρνει σπυρί» δηλαδή λίγο-λίγο μεγαλώνει και ότι η αύξηση αυτή γίνεται μια ώρα τα Χριστούγεννα, απ’ αυτό και η ρήση «Χριστός γεννάται, ώρα γεννάται».
Καθώς οι πιο κρύες ημέρες του έτους θεωρούνται τα «Νικολοβαρβάρα» τις γιορτές των Αγίας Βαρβάρας (4) Σάββα (5) και Νικολάου(6) η παράδοση λέει γι’ αυτούς τους Αγίους: «Η Αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (κρύο), ο Άγιος Σάββας σαβανώνει και ο Άγιος Νικόλαος παραχώνει».
Για τους ορθοδόξους η πραγματική αρχή του καινούργιου χρόνου είναι τα Χριστούγεννα «Χριστούγεννα - Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου».
Ο Δεκέμβριος λέγεται και Ασπρομηνάς για το πυκνό χιόνι του, ιδίως τα Χριστούγεννα «Χριστούγεννα-Χριστόχιονια».
Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα τους χειμερινούς μήνες, τον Δεκέμβρη που είναι και ο πρώτος μήνας του χειμώνα, που άλλαζε το σκηνικό του καιρού, τότε που δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα, νερό στο σπίτι, ούτε και τηλέφωνο στο Κοινοτικό Γραφείο.
Τα χρόνια εκείνα οι χειμώνες ήταν δυσβάσταχτοι από το τσουχτερό κρύο και τα πολλά χιόνια που έπεφταν.
Θα προσπαθήσω να μεταφέρω την καθημερινότητα των συγχωριανών μου τότε, όπως τα έχω στη μνήμη μου.
Τότε οι οικογένειες ήταν πολυμελείς, πεθερικά, γιοί, νύφες εγγόνια μαζί όλοι σ’ ένα σπίτι. Όσο ζούσε ο παππούς, στο πρόσωπό του συσπειρωνόταν όλη η φαμίλια, με σεβασμό· ο λόγος του ήταν νόμος και σεβαστός.
Τα σπίτια πετρόχτιστα, δυο δωμάτια, μία σάλα μικρή και μία καμαρούλα «μια σταλιά». Κάτω ήταν το κατώγι με τα λίγα ζωντανά που είχε η κάθε οικογένεια στο χωριό τότε για τα απαραίτητα γάλα, τυρί, βούτυρο, κρέας για τα Χριστούγεννα, αβγά …
Ξυπνούσαν πολύ νωρίς με τα κοκόρια (γιατί κοιμόντουσαν και νωρίς), θα τρώγανε συνήθως τραχανά, θα πίνανε καφέ κριθαρένιο καβουρδισμένο στη φωτιά κι ένα τσίπουρο, οι άντρες.
Μετά κατέβαιναν στο κατώγι, γιατί τα ζωντανά άρχιζαν να βελάζουν τα λίγα πρόβατα που τον καιρό αυτό γεννούσαν κιόλας , μούγκριζαν οι αγελάδες, γκαρίζανε τα γαϊδούρια και γαβγίζανε τα σκυλιά.
Μόλις γεννούσε καμιά προβατίνα εμείς τα παιδιά περιμέναμε να φάμε την «κ(ου)λιάστρα»(το πρωτόγαλο μετά τη γέννα).
Οι άντρες παίρνανε τα φτυάρια και άνοιγαν δρόμο στα χιόνια που ξεπερνούσαν το μέτρο, να πάμε στο σχολείο. Σχίζανε κανένα ξύλο ή κάνανε καμιά άλλη βαριά δουλειά και μετά πήγαιναν στο καφενείο για χαρτιά, ραμί και κάνα ρακί.
Όλοι μένανε στο χωριό, δεν εργάζονταν κανένας εκτός του χωριού. Τ’ Αη-Γιωργιού φεύγανε για δουλειά ανά την επικράτεια και γύριζαν τ’ Αη-Δημητριού να ξεχειμωνιάσουν. Τα βράδια πάλι βγαίνανε στο καφενείο αλλά γύριζαν νωρίς.
Η εκκλησία προνοητική, φρόντισε, ειδικά Δεκέμβρη και Γενάρη, να γιορτάζουν πολλοί άγιοι, με αποκορύφωμα βέβαια τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Τότε τα χωριά έσφυζαν από κόσμο, γιατί, όπως είπαμε, ήταν πολυμελείς οι οικογένειες.
Οι γιορτές πολλές το Δεκέμβρη, αλλά και πολλοί αυτοί που γιορτάζανε σε κάθε οικογένεια. Τότε οι γιορτές ήταν πραγματικές γιορτές με τις επισκέψεις σε αυτούς που γιορτάζανε, κι όχι τηλεφωνογιορτές, όπως σήμερα.
Μετά τη λειτουργία επισκέπτονταν οι συγχωριανοί τους εορτάζοντας (τις γυναίκες δεν τις γιορτάζανε-μόνο χρόνια πολλά τους λέγανε) με τη σειρά κι άρχιζαν τα ποτά, τους μεζέδες(παρά τη νηστεία), αυτές τις μέρες των γιορτών δεν την τηρούσαν κι όπως έλεγαν οι γερόντισσες «ημείς έχουμε Σαρακοστή όλ(η) τη χρονιά..».
Οι μερακλήδες, όπως ο μπάρμπα-Γιάννης, όταν έρχονταν στο κέφι, μετά την κατανάλωση ποτού, πήγαινε στο σπίτι κι έπαιρνε το γραμμόφωνο και από το πρωί σχόλαγαν τη νύχτα και μερικοί ξημερώνανε-επειδή τα σπίτια ήταν αραιοκατοικημένα κι έπρεπε να περάσουν από όλους. Έτσι περνούσαν τις γιορτές τότε, χιόνιζε, έβρεχε, έκανε κρύο θα πήγαιναν τις επισκέψεις.
Βέβαια τον Δεκέμβρη όλοι περίμεναν τα Χριστούγεννα, όπως κι εμείς τα παιδιά, να πάμε στα Κάλαντα να μαζέψουμε πενταροδεκάρες κι αβγά και να τα εξαργυρώσουμε σε χαλβά, γλειφιτζούρια, θρυψίνη. Τις μέρες αυτές γευόμαστε τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες ασχολίες για τα Χριστούγεννα. Οι περισσότεροι συγχωριανοί μεγάλωναν από μικρά γουρούνια για τις ανάγκες του σπιτιού τα Χριστούγεννα. Παραμονή, θυμάμαι, ήταν τα προεόρτια των Χριστουγέννων, η γρουνοχαρά, έτσι ονομάζουν την σφαγή (γενοκτονία) των γουρουνιών.
Ήταν φρικιαστικό ν’ ακούς τις σπαρακτικές φωνές και τα γρυλίσματα των άτυχων ζώων. Αλλά τα ξεχνούσαμε αμέσως μόλις έπεφταν στο τηγάνι τα τρυφερά κομμάτια. Ποιος από τη γενιά μου δεν θυμάται τη φούσκα, όπως λέγαμε την ουροδόχο κύστη του ζώου, που γινόταν μπάλα στα πόδια μας.
Οι μάνες, παραμονή κάνανε τα σπάργανα του Χριστού επάνω στην μαυρόπλακα-που τα τρώγαμε σκέτα ή μελωμένα με ζάχαρη οι περισσότεροι, και λίγοι με μέλι. Ανεπανάληπτες ενθύμισες από τα παιδικά μας χρόνια, δακρύζοντας φέρνουν στο νου μας τέτοιες σκηνές, εκείνης της πιο τρυφερής κι αθώας μας ηλικίας, που την κουβαλάμε μέσα μας, κι εκείνη είναι που καθορίζει όλες μας τις συμπεριφορές, ώσπου να γίνουμε ένα με τη γη.
Αναφέρομαι στο χθες γιατί το σήμερα δεν προσφέρει αυτή την ζεστασιά που μας ζέσταινε καταχειμωνίς τα χρόνια εκείνα. Τώρα ζούμε στις πόλεις, που δεν λέμε ούτε καλημέρα μεταξύ μας, δεν αγαπάμε γιατί δεν… ΖΟΥΜΕ.
Όπως αναφέρει κι’ ο Φώτης Κόντογλου: «Καταντήσαμε χοίροι σιχαμεροί δοσμένοι στις πιο βρώμικες ηδονές, αδιάντροποι πλεονέχτες, Θεομίσητοι, άσπλαχνοι, τρελοί για τα λεφτά, γεμάτοι αλαζονεία για την επιστήμη μας, ως που φτάξαμε στη σημερινή παραζάλη και κρέμεται από μια κλωστή όλη η προκομμένη ανθρωπότητα…».
Η γενιά μου, νομίζω ότι αισθάνεται τυχερή που βίωσε αυτές τις ανεπανάληπτες στιγμές, που θα τις κουβαλάμε όσο θα ζούμε.
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ