ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Τα καφενεία τα κλειστά των χωριών μας…

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος με μιάν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά…» l Μου ήρθε κατά νουν το ποίημα του Καβάφη, όταν μπήκα σ’ ένα καφενείο στην Καλούτσιανη, που πηγαίνω καμιά φορά ν’ ανταμώσω συγχωριανούς μου από τα Τζουμέρκα και αμέσως αναγνώρισα έναν ηλικιωμένο που καθόταν μόνος του, τον καφετζή, από ένα χωριό επίσης των Τζουμέρκων, που είχαμε επισκεφθεί με παρέα. Με γνώρισε κι αυτός και μου είπε:

13 Δεκ 2024 • 09:01
«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος με μιάν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά…» l Μου ήρθε κατά νουν το ποίημα του Καβάφη, όταν μπήκα σ’ ένα καφενείο στην Καλούτσιανη, που πηγαίνω καμιά φορά ν’ ανταμώσω συγχωριανούς μου από τα Τζουμέρκα και αμέσως αναγνώρισα έναν ηλικιωμένο που καθόταν μόνος του, τον καφετζή, από ένα χωριό επίσης των Τζουμέρκων, που είχαμε επισκεφθεί με παρέα. Με γνώρισε κι αυτός και μου είπε:

- Έλα, κάθισε…

- Τι κάνεις μπάρμπα Κώστα, δεν μένεις το χειμώνα στο χωριό; τον ρώτησα.

- Τί να κάνεις στο χωριό τώρα γιατρέ μου; σε τρώνε τα ζ(ου)λάπια. Φεύγει ο κόσμος το χειμώνα, λίγοι μένουν, κι αυτοί ηλικιωμένοι και δεν βγαίνουν από τα σπίτια, ούτε παππά δεν έχει τώρα το χωριό να θάψει κανένα που πεθαίνει.

- Το καφενείο το ανοίγεις ακόμα; τον ρωτάω.

- Το ανοίγω, μου λέει. Μετά το Πάσχα που έρχονται  οι ντόπιοι και οι ξενιτεμένοι και το χωριό έχει κόσμο, παρά την ηλικία μου, μου δίνει ζωντάνια το καφενείο, δεν βαριέμαι να σερβίρω, μου δίνει χαρά.

Στα λόγια του αντηχεί η σοφία ενός ανθρώπου που έχει καταλάβει ότι η αληθινή ουσία της ζωής βρίσκεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η ζωή είναι στο δρόμο, στην κουβέντα, στη συνάντηση που θα έχεις.

«Η αληθινή ομορφιά ενός τόπου γιατρέ μου βρίσκεται στους ανθρώπους που τον κρατούν ζωντανό με τη φροντίδα, την αγάπη και την αφοσίωσή τους. Τέτοιος ήταν και ο δικός σας ο Αβέρωφ, δεν ξέρω τώρα αν κανένας συνεχίζει να φροντίζει  τον όμορφο αυτόν  τόπο. 

Είναι αλήθεια, όταν φεύγει κανείς από τον τόπο του, η καρδιά του θα παραμείνει εκεί, όπως εμένα, στο παλιό καφενείο μου που έχω όλα τα βιώματά μου, που συναντάς τους συνομήλικούς σου. Το καφενείο μου όπως είδατε κι’ εσείς είναι ένας χώρος, σαν ζωντανό μουσείο, με κορνιζαρισμένες  φωτογραφίες  που αφηγείται την ιστορία του χωριού μέσα από διαφορετικές εποχές. Κάθε φωτογραφία και μια ιστορία.

Εκεί είναι οι αναμνήσεις μου, περιμένοντας τις άνοιξες για να επιστρέψω στον τόπο που αγαπώ και με κρατά ζωντανό με την παρουσία του. Το καφενείο αυτό το έχουμε από τον προπάππο μου, μετά ο παππούς, ο πατέρας κι εγώ τώρα στη «δύση μου». Εκεί μέσα γεννήθηκα και μεγάλωσα, τά ’παιρνα τα γράμματα αλλά το μυαλό μου ήταν  στο καφενείο.

Έχει περάσει κόσμος και κοσμάκης μορφωμένοι πολιτικοί λογιών - λογιών  άνθρωποι, και καθόμουνα και τους κουβέντιαζα και μάθαινα τι γίνεται στον έξω κόσμο. 

Όπως σου είπα ήμουν καλός μαθητής  και όταν μου έπεφτε κάνα  βιβλίο στα χέρια  το ξεκοκκάλιζα, όπως κι’ εφημερίδες, περιοδικά και ενημέρωνα και τους γεροντότερους που δεν ξέρανε γράμματα τι γίνεται στον έξω κόσμο... Επίσης είχαμε  γάστρα  και ψήναμε ψωμί, κρέατα, πίτες, λαγό στιφάδο, να γλύφεις τα δάχτυλα! Τώρα;..

Θυμάμαι τότε  τέτοιες  χρονιάρες μέρες που έρχονται, τα βράδια το καφενείο γινόταν  χαρτοπαιχτική λέσχη, ευτυχώς είναι μακριά το χωριό και δεν ερχότανε χωροφύλακες. Μερικοί ήταν μανιώδεις και τους έπαιρνε το πρωί. Εγώ τους άφηνα  και πήγαινα για ύπνο.

Καμιά φορά παρεκτρέπονταν μερικοί  είτε στα χαρτιά που πιάνανε κανέναν να έκλεβε ή όταν έπινε κανένας παραπάνω κι’ άρχιζε να βρίζει, ή τότε το ’80 που αρπάζονταν για τα πολιτικά. Ήμουν όμως αυστηρός σε τέτοιες καταστάσεις οπότε επενέβαινα και τα επεισόδια  σταματούσαν αυτόματα γιατί τους έβγαζα έξω. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε τέτοια. Θυμάμαι τους χειμώνες που γύριζαν οι μάστορες  οι περισσότεροι πετράδες  μαζεύονταν στο καφενείο  και λέγανε  πώς περάσανε στο ταξίδι  με πολλά αστεία και καλαμπούρια.

Φεύγοντας κι εγώ γιατρέ μου από τη ζωή το καφενείο θα μείνει για πάντα κλειστό, θα πεθάνει κι αυτό μαζί μου. Ποιος νέος θα καθίσει τώρα στο χωριό; Λίγοι ηλικιωμένοι μείνανε και σαν έρθει ο Μάρτης, που παίρνει μερικούς γέρους, σαν και μένα, ποιός ξέρει πόσοι θα μείνουμε; 

Το καφενείο τότε γιατρέ μου ήταν σαν τα σημερινά ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ. Πέρα από τον καφέ, το τσίπουρο, το κρασί, τους μεζέδες, τα χαρτιά, το τάβλι, ήταν και παντοπωλείο μαζί, πέντε πραγματάκια, βέβαια, τα απαραίτητα για εκείνα τα χρόνια, αλεύρι, λάδι, ζυμαρικά, αλάτι, ζάχαρη, ελιές, μπακαλιάρο… Κάναμε  και τον ράφτη, τον μπαρμπέρη, τον κρεοπώλη. Και το τι γλέντια κάναμε τότε με το γραμμόφωνο δεν λέγεται…».

Λέγοντάς μου αυτά ο μπάρμπα Κώστας, αναλογίστηκα ότι είναι ο τελευταίος των Μοϊκανών  που λέμε. Είναι ο ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν του χωριού. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η ιστορία ενός τόπου που αρνείται, όσο ζει, να παραδοθεί στη λήθη, είναι ο φύλακας της μνήμης του τόπου του.

Σε λίγες μέρες έρχονται Χριστούγεννα και μερικοί παλιοί καφετζήδες θα ανηφορίσουν στα χωριά τους ν’ ανοίξουν τα καφενεία τους, γιατί δεν τους «στέργει» να φαντάζονται τα καφενεία  κλειστά τέτοιες μέρες, και όπως να’ χει το πράγμα, αυτοί που νοσταλγούν το χωριό θα ανέβουν, όπως και κάμποσοι ξενιτεμένοι.

Τί κρίμα που οι κυβερνήσεις φρόντισαν να ερημώσουν τα χωριά με τις ομορφιές τους. Γιατί τα καφενεία τότε ήταν ο τόπος όπου γινόταν η πληροφόρηση και οι συζητήσεις πάνω στην  επικαιρότητα, πάνω στην πολιτική, τοπική και διεθνής, πάνω στα καθημερινά κοινωνικά γεγονότα. 

Το καφενείο έγινε ο καλύτερος τόπος για τη σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης. Το καφενείο έγινε το βασικό πληροφοριακό κέντρο κάθε κοινότητας. Τα καφενεία εκείνα τα χρόνια ήταν ανδροκρατούμενα. Τα τελευταία χρόνια όμως είναι τόπος συνάντησης οικογενειακώς. Τώρα ακολουθούν και αυτά την εξέλιξη

Εύστοχο το άρθρο του «Π.Λ.»: «Αλήθεια πώς ο Υπουργός Ανάπτυξης θα φέρει κόσμο στα χωριά μας;». Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

Όσο θα ζούμε εμείς οι παλιότεροι θα νοσταλγούμε το  καφενείο του χωριού να ανταμώσουμε με τους συνομήλικούς μας. Υπάρχουν όμως και νέοι που νοσταλγούν το χωριό  των γονιών τους και δίνουν υπόσχεση ότι θα βρίσκονται σε γιορτές και στο πανηγύρι.

Τους καμαρώνουμε να χορεύουν σε αυτές τις εκδηλώσεις με τα παραδοσιακά τραγούδια, όπως στα Τζουμέρκα, Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο, Πωγώνια… Ας πιέσουμε τις κυβερνήσεις να κρατήσουμε τα καφενεία και τα χωριά, ως πόλο έλξης των νέων μας, γιατί με την παγκοσμιοποίηση θα χάσουμε την ταυτότητά μας σαν Έθνος.

(Μέτσοβο)

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.