Είναι δύσκολο να περιγράψει κάποιος τη χειμωνιάτικη ομίχλη στα Γιάννινα, γιατί θα γεννήσει κείμενο μουντό, συννεφιασμένο για τους αναγνώστες, που δεν έχουν την εμπειρία της ή, καλύτερα, την τιμή να βαπτίζονται καθημερινά σ’ αυτήν. Μέσα από τούτους και σε τούτους τους φυσικούς «καπνούς» αξίζει, νομίζω, ν’ ανάψω τη γραφική φωτιά, για να φωτίσω έστω και αμυδρά το πρωινό γιαννιώτικο σκοτάδι, τη νυχτερινή μέρα. Αυτό λοιπόν το ιδιότυπο φαινόμενο της αντάρας είναι τακτικό εδώ στα Γιάννινα, κάτι το αλλιώτικο και μοναδικό στη χώρα μας. Αρχή και τέλος προσδιορίζονται και πλαισιώνονται χρονικά και χωρικά. Γεννιέται στις οχτώ το πρωί και πεθαίνει στις δέκα για όλους σχεδόν τους χειμωνιάτικους μήνες.
Η αντάρα, το πλαστικό αυτό θηρίο, ξυπνάει, σηκώνεται και ξαπλώνεται ομοιόμορφα και σταδιακά πρώτα στα Γιάννινα και ύστερα σ’ όλο το λεκανοπέδιο. Καθημερινά περπατάει πάντα στα ίδια δρομολόγια σαν να παίρνει εντολές από αόρατο κέντρο. Πρώτα στα χαμηλά και μετά στα ψηλά. Αφού καλά-καλά ζεσταθεί και βράσει στο κρύο καζάνι της λίμνης το θεριό, ίσως οργισμένο απ' τη μάταιη ανα-ζήτηση της Κυρα-Φροσύνης, ξεχειλίζει και ξεκινάει φουριόζο το ξεδίπλωμά του. Υψώνεται στη λαδήσια επιφάνεια, πυκνώνει καλά εκεί, αφρίζει και αγναντεύει απειλητικά την πρωινή φρεσκάδα του συνολικού τοπίου και ορμάει από ουράνια αυλάκια για τις κατακτήσεις.
Η επίθεση ξεκινάει απ' το κανάλι του Περάματος και με τις ευλογίες του Αη-Νικόλα των Κοπάνων. Σχηματίζονται ζώνες-ζώνες, που σφίγγουν και γυψώνουν την πόλη με ιατρική τέχνη. Το ίδιο γίνεται συγχρόνως κι απ' την αντίπερα όχθη της λίμνης, από Λογγάδες και Καστρίτσα. Στη συνέχεια η αντάρα σκεπάζει όλη την παραλίμνια έκταση, κυκλώνει το κάστρο, το σφίγγει, όπως ο Χουρσίτ τον Αλή Πασά, και σιγά σιγά πνίγει τα δυο του κεφάλια, θυμίζοντας άθλο του Ηρακλή. Οι πρώτες αυτές κατακτήσεις είναι αιφνιδιαστικές και... φοβερές. Τα παλιά Γιάννινα βυθίζονται απότομα στο σκοτάδι, η ορατότητα μικραίνει και οι μαγαζάτορες της οδού Ανεξαρτησίας δε βλέπουν τους απέναντι συναδέλφους και καμιά φορά ούτε.... και τη μύτη τους.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που ο ήλιος ολοστρόγγυλος ξεπέρασε τις κορφές του Δρίσκου. Η ομίχλη χωρίζει τώρα την πόλη σε δυο φέτες. Η μια, προς τη λίμνη, θολή, μουντή και η άλλη άσπρη, ξέθωρη με διαφάνειες σαν το τυρί της «Δωδώνης». Έχουν για σύνορο την οδό Βηλαρά, τη ράχη της Μητρόπολης και τα ριζά της Κιάφας. Το πέρασμα της παραμεθόριας αυτής γραμμής είναι μετωπικά αισθητό.
Γύρω στις εννιά η ομίχλη ξεσπάει και ξεχύνεται σαν Αττίλας στην άλλη πόλη και φαίνεται απ' το υπαίθριο θέατρο σαν ζυμαρένια λάβα. Χωρίς άμυνα και χωρίς διακρίσεις σε λίγο χρόνο κουκουλώνονται κι όλα τα πάνω Γιάννινα, τα αριστοκρατικά, όπως τα λένε όσοι νοικιάζουν σπίτια. Εν τω μεταξύ απ’ το Κουτσελιό ξεχύνεται άλλο «νέφος» προς τη Μπάφρα και αμαχητί πέφτουν τα οχυρά του Μπιζανίου και μαυρίζει η Ραψίστα, ενώ η Κοσμηρά μισοζαλίζεται. Πολλή μαυρίλα και τέτοια μαυρίλα πώς να μην την εκμεταλλεύονταν εκείνα τα μαύρα χρόνια οι πεινασμένοι Σουλιώτες για τις κλεψιές τους!
Και το γιουρούσι συνεχίζεται. Καταφθάνει εδώ άλλο ομιχλώδες ρεύμα απ' τη Λαψίστα ορμώμενο, αφού βυθίσει στην αφάνεια τον κάμπο της Σαντοβίτσας, το Σταυράκι, το Πανεπιστήμιο στη Δουρούτη. Έτσι ολοκληρώνεται η άλωση και η γιαννιώτικη λεκάνη λούζεται με αντάρας αφρό χωρίς να διαφέρει πολύ από πλατωνικό σπήλαιο.
Το θέαμα απ' τα γύρω υψώματα είναι απίθανο, απερίγραπτο. Τα Γιάννινα φασκιωμένα στα πούπουλα φαίνονται κοιμισμένα, μάλλον δε φαίνονται, καλύτερα φαντάζουν. Ο ταξιδιώτης για Γιάννινα ξεπροβάλλοντας στο Δρίσκο ξαφνιάζεται, μένει άναυδος και μετέωρος στη σκέψη. Δε μπορεί να το χωνέψει πως βρίσκεται στο προσκέφαλο της πόλης. Κάτι παραπλήσιο είχε πάθει και ο Ντουραχάν Πασάς και περπάτησε την παγωμένη λίμνη με το στρατό του!
Τα φαινόμενα όμως απατούν. Αυτές τις ώρες τα Γιάννινα γοργοκινούνται και το βιολί της ζωής τους ακούεται καλά. Τα ρολά έχουν ανεβεί απ' το πρωί. Τ’ αυτοκίνητα κινούνται μ’ αναμμένα φώτα σ’ όλο το λεκανοπέδιο. Ήδη οι τοπικές εφημερίδες, κι είναι πολλές αυτές, βρίσκονται στα χέρια των αναγνωστών τους και στα κεντρικότερα καφενεία αλλάζουν τραπέζια. Ο γιαννιώτικος πατσάς αχνίζει...
Η αντάρα δεν αναστέλλει τη ζωή, αντίθετα τη ζωηρεύει πιο πολύ. Μόνο το αεροδρόμιο αργεί να ανοίξει τις αερόπορτές του κι επιτρέπει την είσοδο μετά τις δώδεκα. Αφού πλέον η αντάρα κλωσήσει για καλά τα Γιάννινα κατά τις δέκα αποσύρεται στα γύρω υψώματα, για να απογειωθεί και χαθεί οριστικά. Αραιά και που, σαν νιβέα σε γυναικείο πρόσωπο, παραμένει στις ανώμαλες πλαγιές της Μανωλιάσας και πάνω απ’ την Κρύα, στο Μιτσικέλι, αφήνει διάσπαρτες άσπρες τούφες σα μαλλί γριάς, που πουλάνε στο παζάρι. Και τούτα τα απομεινάρια τρυπώνουν σ' αθέατα μέρη, για να ενσωματωθούν εκεί στη μάνα ομίχλη και να επανεμφανισθούν την επόμενη, κάθε επόμενη και πάντα με την ίδια επισημότητα.
Άφθονη λοιπόν η αντάρα στα Γιάννινα, όταν δε βρέχει, προσοχή σ' αυτό, όχι όμως αντράλα, κι ας τη λέμε ομίχλη πιο εξευγενισμένα, αφού απαλά τυλίγει την ευγενική ντόπια ψυχή με την πληθωρική πνευματική διαύγεια.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ