ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Μ. Θεοδωράκης και τα μηνύματά του…
Μια υπέροχη μουσική -με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου- πανδαισία μας χάρισε, πρωτοχρονιάτικα, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση (το 1925) του Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύτρια στα τραγούδια του, την διεθνούς φήμης και ακαταπόνητη τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη, την οποία ο Μίκης Θεοδωράκης ανακάλυψε το 1963, τραγουδώντας ένα από τα τραγούδια του και της πρότεινε να γίνει η φωνή των έργων του.
15 Ιαν 2025 • 09:19
SHARE
Μια υπέροχη μουσική -με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου- πανδαισία μας χάρισε, πρωτοχρονιάτικα, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση (το 1925) του Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύτρια στα τραγούδια του, την διεθνούς φήμης και ακαταπόνητη τραγουδίστρια Μαρία Φαραντούρη, την οποία ο Μίκης Θεοδωράκης ανακάλυψε το 1963, τραγουδώντας ένα από τα τραγούδια του και της πρότεινε να γίνει η φωνή των έργων του.
«100 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης» ήταν ο τίτλος της Συναυλίας, ένας τίτλος που στη μνήμη μερικών Ελλήνων ανασύρει τα 100 περιπετειώδη χρόνια της πατρίδας μας, στα οποία οφείλεται και η σημερινή της κατάσταση: Τον ίδιο χρόνο που γεννήθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης εμφανίστηκε η δικτατορία του Παγκάλου με τη δεκατετράμηνο θητεία της, τα αλλοπρόσαλλα και συνεχώς μεταβαλλόμενα σχήματά της και τους περιπετειώδεις χειρισμούς της, που στιγμάτισε αποφασιστικά την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου. Δέκα χρόνια αργότερα η δικτατορία του Μεταξά (1936 - 1941), ο Β’ παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή, η ντροπή των Ελλήνων από το δημοψήφισμα του ΄46, που ξανάβλεπαν στη χώρα τους το βασιλιά, υπεύθυνο της δικτατορίας του 36 και τους συνεργάτες των Γερμανών να κυριαρχούν στο πολιτικό προσκήνιο• ο Εμφύλιος Πόλεμος, η μετεμφυλιακή περίοδος, που στην ύπαιθρο κυρίως αποτελούσε παρωδία δημοκρατίας.
Όπως γράφει ο Χρήστος Γιανναράς στο «Καταφύγιο Ιδεών», με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες από την τριετή κατασκηνωτική του παραμονή σε ορεινά χωριά της Ηπείρου, «η ελευθερία του πολίτη ήταν στα χέρια του ενωμοτάρχη και η φωτογραφία του βασιλιά και του πρωθυπουργού σε κάθε μικρομάγαζο ή καφενείο ήταν προϋπόθεση νομιμοφροσύνης, κάτι σαν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος». Έτσι φτάσαμε στην ερήμωση της υπαίθρου και, στη συνέχεια, στην εφτάχρονη τυραννία «της Ελλάδος των Ελλήνων Χριστιανών», την οποία αναγκάστηκαν να απομακρύνουν αυτοί που την επέβαλαν, αφού πρώτα ανέχτηκαν, αν δεν υπέθαλψαν την κατάληψη και το ολοκαύτωμα της Κύπρου• επανεφεραν την πολιτική ηγεσία στη χώρα, με την οποία άρχισε η λεγόμενη μεταπολίτευση, με τα λίγα θετικά της στην αρχή και με τα αναρίθμητα παραστρατήματα, στη συνέχεια, από τους επιγόνους των πρωταγωνιστών τους, τα οποία πληρώνουμε εμείς και θα πληρώνουν για ολόκληρες δεκαετίες, οι επόμενες γενιές.
Η Συναυλία, λοιπόν, προς τιμήν του Θεοδωράκη, ο οποίος έζησε όλο αυτό το δράμα της εκατονταετίας που πέρασε με διωγμούς, εξορίες και φυλακίσεις από το παρακράτος που, κατά καιρούς, εξουσίαζε τη χώρα, δεν προσφερόταν μόνο για μια μουσική απόλαυση των τραγουδιών που παρουσίαζε με το δικό της γλυκό τρόπο η Φαραντούρη, αλλά ταυτόχρονα σε υποχρέωναν και σε ένα αυθόρμητο προβληματισμό, με τα διαχρονικά και επίκαιρα μηνύματα που εξέπεμπε η μελοποιημένη ποίησή τους, καθώς σε προέτρεπαν: «λίγο ακόμα να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα», γιατί βρισκόμαστε πολύ χαμηλά και προχωράμε συνεχώς χαμηλότερα, και καθώς σου υπενθύμιζαν πως ενώ «με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας» και όταν διαπιστώσαμε πως την πήραμε «λάθος», «αλλάξαμε ζωή»• εμείς όμως μολονότι τόσες και τόσες πνευματικές αυθεντίες που πονάνε για τούτο τον τόπο, όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν παύουν να μας επισημαίνουν πως, παρασυρόμενοι από δέσμιους προσωπικών και κομματικών συμφερόντων, χωρίς πνεύμα και στοχασμό, πολιτικούς δημαγωγούς, «πήραμε τη ζωή μας λάθος», και παρ’ όλα αυτά, δεν εννοούμε να αλλάξουμε ζωή.
Κι όταν, το 2013, εντελώς συγκυριακά, η Ακαδημία Αθηνών (η οποία δε βρήκε έδρα μουσικής να την προσφέρει στους δύο κορυφαίους μουσικούς μας, το Θεοδωράκη και το Χατζηδάκι, ούτε έδρα λογοτεχνίας για το Σεφέρη, τον Ελύτη και το Ρίτσο) επειδή Πρόεδρος της Ακαδημίας έτυχε να είναι ο αξιόλογος θεατρικός σκηνοθέτης, Σπύρος Ευαγγελάτος, ο οποίος είχε αναγνωρίσει από τη συνεργασία που είχε μαζί του την αξία του Μίκη Θεοδωράκη), αποφάσισε να τον ανακηρύξει επίτιμο μέλος της, ο Θεοδωράκης βρήκε το θάρρος να επισημάνει στα μέλη της το χρέος τους και να τους υποδείξει το δρόμο που έπρεπε ως πνευματικοί ηγέτες του λαού που είναι, να χαράξουν και να τους ακολουθήσει ο λαός:
Ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον Πρόεδρο της Ακαδημίας, Σπύρο Ευαγγελάτο, «για τη μεγάλη τιμή που του έκανε να του προσφέρει τη δυνατότητα να ομιλεί αυτή τη στιγμή από το βήμα του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας» και του υπενθύμισε ότι: «όταν πριν από χρόνια στη συνεργασία μας στις Χοηφόρες προσπαθούσαμε να αποδώσουμε τον ζόφο των στίχων του Αισχύλου, για της γενιάς το βαθύριζο κακό, για τα πολυστένακτα και αβάσταχτα δεινά και την αιματόεσσαν πλαγάν, δεν φανταζόμασταν ότι σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι στίχοι αυτοί θα ήταν τόσο τραγικά επίκαιροι».
Πρόσθεσε δε πως «γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να μοιρολογούμε για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, αλλά ως κληρονόμοι ενός μοναδικού πολιτισμού, είμαστε υποχρεωμένοι «πάντα να αναζητούμε την προοπτική, το Όραμα». Επισήμανε, στη συνέχεια, χωρίς περιστροφές, ότι «η Ελευθερία που μας παρέδωσαν οι αγωνιστές του 1821 δεν κατόρθωσε, επί δύο σχεδόν αιώνες να στεφθεί με την απόκτηση πλήρους Εθνικής Ανεξαρτησίας, μας έχει καταντήσει λαό ανάπηρο και ανίκανο να εκμεταλλευθεί και να αναδείξει όχι μόνο τον φυσικό μας πλούτο, αλλά κυρίως τον ανθρώπινο στους κρίσιμους τομείς της Κοινωνίας και του Πνεύματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό τοποθετείται η πρότασή μου για την κατάκτηση του δικαιώματος για Ουδετερότητα από τις αντιπαλότητες των σημερινών μεγάλων δυνάμεων που δεν μας αντιμετωπίζουν ως ελεύθερη χώρα και λαό, αλλά ως μια περιοχή στρατηγικού ενδιαφέροντος, ως μια στρατιωτική βάση, φίλια προς τους μεν εχθρική προς τους δε, εμποδίζοντας έτσι ουσιαστικά τα δικαιώματα της ευθύνης και της απόφασης στους ζωτικότερους τομείς της ζωής του λαού μας, ακόμα και σε περιόδους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σήμερα όλοι οι λαοί χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα• το ένα είναι οι υποψήφιοι θύτες και το άλλο τα υποψήφια θύματα. Σε ό,τι μας αφορά εμείς γνωρίζουμε σε ποιο στρατόπεδο ανήκουμε».
Και κατέληξε: «Για να γίνει πιο κατανοητή η πρότασή μου, θέτω ως ιδανικό στόχο να γίνει κάποτε η χώρα μας η Ελβετία της Ειρήνης και του Πολιτισμού. Καλώ την Ακαδημία Αθηνών και παρακαλώ τα μέλη της να μελετήσουν αυτήν την πρότασή μου».
Ασφαλώς η πρόταση αυτή δεν συγκίνησε τα μέλη της Ακαδημίας, από όσα δε γνωρίζω αργότερα εκτός από τους υποστηρικτές της, προκάλεσε, όπως ήταν επόμενο, και σχετικές αντιδράσεις. Για το Μίκη Θεοδωράκη όμως ήταν μια πρόταση ρεαλιστική που θα βοηθούσε, όχι μόνο τη χώρα μας αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα να απαλλαγεί από τα δεσμά της βαρβαρότητας και να επιστρέψει στον ωραίο κόσμο του πολιτισμού• ήταν ένα όραμα και ήξερε πολύ καλά ο μεγάλος Έλληνας δημιουργός, με τη διεθνή προβολή του, ότι τα οράματα γέννησαν τα μεγάλα βήματα της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Μας το είπε μάλιστα και τραγουδιστά με τη μελοποιημένη από τον ίδιο ποίηση του Ρίτσου:
«Εμείς δεν τραγουδάμε για
να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο,
εμείς τραγουδάμε για να
σμίξουμε τον κόσμο».
Συνεπής στο μεγαλεπήβολο αυτό όραμά του δεν δίστασε να οργανώσει συναυλίες στην Κωνσταντινούπολη που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τον τουρκικό λαό, να συνεργαστεί με πνευματικούς και καλλιτεχνικούς ηγέτες της Τουρκίας και να ιδρύσει, μαζί με τον Τούρκο Λιβανελί, την Επιτροπή της Ελληνοτουρκικής φιλίας, σε μια προσπάθεια να πειστούν οι δύο γειτονικοί λαοί να ζήσουν ειρηνικά και να ακολουθήσουν το δρόμο της συνεργασίας και της προόδου. Ήξερε πως η μουσική είχε μετατρέψει την «Ωδή στη Χαρά» του Σίλλερ σε παγκόσμιο εμβατήριο ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών, με τη μελοποίησή της στην Ένατη Συμφωνία του Μπετόβεν και, ένα χρόνο πριν από αυτόν -το 1985- η Ευρωπαϊκή Ένωση -με βάση τα οράματα των ιδρυτών της- την είχε αναγνωρίσει ως εθνικό της ύμνο και καλούσε όλους τους λαούς «να μείνουνε στο τάξιμο πιστοί και να γίνουν αδελφοί», Έστειλε έτσι ένα ευγενικό και σωτήριο μήνυμα ισάξιο με τα πολλαπλά μηνύματα του Διαφωτισμού, που κυριάρχησαν στην Ευρώπη επί τρεις ολόκληρους αιώνες και είναι άκρως αντίθετα με τα σημερινά μηνύματα βαρβαρότητας και απανθρωπιάς που παρατηρούμε σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, στην αρχή του σημειώματός μου αποκάλεσα πραγματική πανδαισία την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της κρατικής ορχήστρας Θεσσαλονίκης με τον τίτλο «100χρόνια Θεοδωράκης» και ερμηνεύτρια των τραγουδιών του τη Μαρία Φαραντούρη. Ήταν μια ψυχοθεραπευτική όαση μέσα στην ψυχοφθόρα έρημο της εποχής μας.