ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Μία αληθινή ιστορία…
Στην καρδιά του χειμώνα, στα Τζουμέρκα, παντού χιόνι και ο αέρας να λυσσομανάει.
12 Φεβ 2025 • 08:42
SHARE
Στην καρδιά του χειμώνα, στα Τζουμέρκα, παντού χιόνι και ο αέρας να λυσσομανάει.
Οι λίγοι κάτοικοι κλεισμένοι στα φτωχικά σπίτια τους προσπαθούν να ζεσταθούν μαζεμένοι γύρω από το τζάκι που καίει ολημερίς και ολονυχτίς.
Πρωί αχάραγα ακόμα, η γιαγιά (νέα τότε), να σερβίρει την πολυμελή οικογένεια ζεστό τραχανά με τριμμένο τυρί και τσιγαρισμένο κρεμμύδι.
Ο παππούς, ο νοικοκύρης του σπιτιού, κόβει με τον σουγιά από μία φέτα ζυμωτό ψωμί, για να τους «πιαστεί» ο τραχανάς. Μόλις τελειώσουν το φτωχικό πρωινό τους τα κορίτσια βοηθάνε τη μάνα να μαζέψει το τραπέζι και να πλύνει τα τσίγκινα πιάτα..
Τα παιδιά μαζεύονται γύρω απ’ το τζάκι ν’ ακούσουν από τη προ-γιαγιά παλιές ιστορίες και παραμύθια. Ας αφήσουμε όμως τον πατέρα μου να αφηγηθεί την ιστορία:
‘’Ο πατέρας φοράει το τραχύ μάλλινο πανωφόρι, κι όταν χιόνιζε πολύ, την κάπα και με τη γκλίτσα στο χέρι πήγαινε μια βόλτα ίσαμε το καφενείο του χωριού.
Αλλά και τα βράδια εκεί μαζεύονται οι άντρες του χωριού να πουν τα σχολιανά τους, τα νέα που λάβαιναν από κανένα γράμμα ξενιτεμένου και να πιούνε το τσιπουράκι τους.
Είναι η μόνη απόλαυση μετά από μια κοπιαστική και δύσκολη μέρα. Το καφενείο είναι στο κέντρο του χωριού και βλέπει από τα παράθυρα την μικρή πλατεία με τον πλάτανο, την πέτρινη βρύση, το αλώνι, και τον έρημο κεντρικό δρόμο του χωριού.
Πέντε-έξι ξύλινα τραπεζάκια είναι στριμωγμένα γύρω από την ξυλόσομπα που βρίσκεται στο μέσο της αίθουσας.
Κάποιοι παίζουν σε ένα από τα τραπέζια χαρτιά για να περάσει η ώρα τους υπό το φως της λάμπας πετρελαίου με το λαμπόγυαλο, και αργότερα με το LUX (θα θυμούνται οι παλιοί).
Κάποιοι άλλοι παρακολουθούνε, ενώ οι υπόλοιποι, σε παρέες, συζητάνε κουτσοπίνοντας και καπνίζοντας. Σ΄ ένα τραπεζάκι, στο βάθος, κάθεται μόνος του ένας ξένος, που σήμερα πρωτοήρθε στο χωριό.
Φορά μια μπλε στολή και στη διπλανή καρέκλα έχει ακουμπισμένο το πηλήκιό του. Είναι δασικός και έχει έρθει από τα Γιάννινα για περιοδεία στα ορεινά χωριά.
Ο πατέρας, με το που μπαίνει στο καφενείο και τον βλέπει, κάνει νόημα στον καφετζή, δίνοντας την εντολή να τον κεράσει ένα τσίπουρο με μεζέ ελιές και να του κάνει παρέα.
Υπήρχαν πολλές καταγγελίες στην Υπηρεσία για παράνομη υλοτομία κι ο σκοπός της περιοδείας του ήταν να διαπιστώσει αν αυτές ήταν αληθινές και βάσιμες.
Με αυτά και με τ’ άλλα πέρασε η ώρα και το καφενείο άρχισε να αδειάζει.
Ο πατέρας περίμενε να φύγει κι ο τελευταίος πελάτης και τότε πρότεινε στον ξένο να τον ακολουθήσει στο φτωχικό του σπίτι να τον φιλοξενήσει.
Τέτοιους υπαλλήλους από διάφορες υπηρεσίες τους φιλοξενούσαν συνήθως οι πρόεδροι των χωριών.
Έφυγαν από το καφενείο και βγήκαν στο δρόμο που φυσούσε ο μανιασμένος αέρας και το χιόνι έπεφτε πυκνό.
Έφτασαν στο σπίτι και ο πατέρας άνοιξε την παλιά ξύλινη πόρτα που οδηγούσε στον οντά.
Η μάνα καλωσόρισε τον μουσαφίρη και ετοίμασε φαγητό. Λίγες πατάτες στο τηγάνι ανακατεμένες με δυο αβγά, λίγο τυρί, καμιά ελιά και μια φέτα ψωμί.
Ο πατέρας του σερβίρισε και μια κούπα κόκκινο κρασί δικιάς του παραγωγής κι έβαλε και μια κούπα για τον εαυτό του.
Αφού έφαγαν κι ήπιαν, κάθισαν στα σκαμνάκια δίπλα στο τζάκι να στρίψουν το τσιγάρο τους και να το καπνίσουν με την ησυχία τους.
Η μάνα του έστρωσε του ξένου στο μοναδικό κρεβάτι στον οντά, και όλοι οι άλλοι θα κοιμόντουσαν στρωματσάδα στο χωμάτινο πάτωμα.
Τόσο ιερό πράγμα θεωρείτο η φιλοξενία σε αυτά τα άγρια και δύσβατα-άγονα μέρη!!!
Το επόμενο πρωί μόλις ξύπνησαν έβαλε η μάνα το μπρίκι στη χόβολη να τους ψήσει καφέ. Ο πατέρας άλεσε στον μύλο τους κόκκους του καφέ που η μάνα τους είχε κρυμμένους μόνο για τους ξένους. Οι ίδιοι έπιναν πάντα μόνο αλεσμένο ρεβίθι που πρώτα είχαν καβουρντίσει.
Ο ξένος φόρεσε το παλτό και το πηλήκιο και ήταν έτοιμος ν’ αναχωρήσει.
Πριν φύγει όμως, έπιασε παράμερα τον πατέρα και με ύφος που δεν σήκωνε κουβέντα του ανακοίνωσε ότι θα τον «γράψει» για την παρανομία που είδε.
Για την παρανομία αυτή θα χρειαστεί να πληρώσει πρόστιμο στο Δασαρχείο στα Γιάννινα. Τι είχε συμβεί; Μόλις ξύπνησε το πρωί είδε ψηλά στην οροφή ένα χοντρό κορμό από έλατο που στήριζε την σκεπή με την μαυρόπλακα.
Ένα σταλίκι ή μια γρεντιά κοινώς που βάζανε τότε στις σκεπές των σπιτιών. Όμως το κόψιμο κορμών από έλατο απαγορευόταν.
Ο πατέρας ήταν τόσο περήφανος που ούτε καν σκέφτηκε να τον παρακαλέσει να μην του επιβάλει πρόστιμο. Του είπε να κάνει ότι του λέει η συνείδησή του.
Αυτός ατάραχος έβγαλε το μπλοκ και με το μολύβι σημείωσε τα στοιχεία του παραβάτη και του επέβαλε το πρόστιμο. Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» του δασικού για την φιλοξενία που του προσέφεραν.
* * *
Σίγουρα αυτή είναι μια μεμονωμένη ιστορία, αλλά δείχνει, σ’ ένα βαθμό, πώς λειτουργούν κάποιοι «κενοί» άνθρωποι, εκμεταλλευόμενοι την πρόσκαιρη εξουσία που έχουν.
Από την άλλη δείχνει το μεγαλείο των απλών ανθρώπων που, παρά τη φτώχεια και τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης, διαθέτουν αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια και αξίες που πλέον δεν συναντάμε. Θέλω να πω και κάτι ακόμη, ότι ο πατέρας μου ήταν ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, γλεντζές, μερακλής, καλός χορευτής, ανοιχτοχέρης, αλλά τραγουδούσε και ωραία. Την τρίτη μέρα των εκδηλώσεων του Πάσχα, έκλεινε σαν πρωτοχορευτής τους χορούς, με τις ‘’κύκλες’’ τα λεγόμενα καγκέλια.
Χόρευε τον ‘’Κατσαντώνη’’ τους ‘’Κλέφτες τους Βελεστιννούς’’ ‘’Ιτιά - Ιτιά λουλουδιασμένη’’, τον ‘’Ήλιο’’, ‘’Λεβέντης είσαι μάτια μου’’…
Εκείνο όμως που δεν θα ξεχάσω όσο θα ζω, είναι το τραγούδι που τραγούδησε στο πανηγύρι της Παναγίας στις 9 Σεπτέμβρη σαν προμήνυμα του πολέμου του ’40.
Έβγα μανούλα φώναξε στο
πέρα παραθύρι
Ν’ ακούσουν χώρες και χωριά-χωριά και Βιλαέτια
Όσα παιδιά είν’ ανύπαντρα,
φέτος μη παντρευτούνε
Φέτος θα γίνει πόλεμος θα γίνει ανταρτασία (αναταραχή)
Θα πολεμήσουν τους οχτρούς της δόλιας της πατρίδας
Θα κλαίνε οι μάνες τα παιδιά, γυναίκες για τους άντρες…
Σημείωση: Η ιστορία αυτή είναι πραγματική. Μου την διηγήθηκε ο πατέρας μου και αναφέρεται στον παππού μου Βασίλη.
(Μέτσοβο)