ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)
Οι βαλκανικοί πόλεμοι έχουν τη ρίζα τους κυρίως στο λεγόμενο «Ανατολικόν Ζήτημα». Κύρια αιτία όμως τών βαλκανικών πολέμων υπήρξε η επιθυμία τών βαλκάνιων λαών να απελευθερώσουν τούς υπόδουλους αδελφούς των και να προσαρτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη τής Ευρωπαϊκής Τουρκίας.
21 Φεβ 2025 • 08:03
SHARE
Οι βαλκανικοί πόλεμοι έχουν τη ρίζα τους κυρίως στο λεγόμενο «Ανατολικόν Ζήτημα». Κύρια αιτία όμως τών βαλκανικών πολέμων υπήρξε η επιθυμία τών βαλκάνιων λαών να απελευθερώσουν τούς υπόδουλους αδελφούς των και να προσαρτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη τής Ευρωπαϊκής Τουρκίας.
Αφορμή για την έκρηξη τού πολέμου στάθηκε η απόπειρα τού καθεστώτος τών Νεοτούρκων να εκτουρκίσουν βιαίως όλες τις υπό την τουρκική κυριαρχία ξένες εθνότητες. Το καθεστώς τών Νεοτούρκων, αν και είχε αρχικώς διακηρύξει την ισοπολιτεία και ανεξιθρησκεία, ωστόσο ακολούθησε γραμμή συστηματικού εκτουρκισμού απέναντι σε όλους τούς κατοίκους τών Βαλκανίων: ασκούσε αυστηρή εποπτεία στα εθνικά σχολεία, επέβαλε σκληρούς νόμους προς τις εθνικές εκκλησίες και διέταξε τον γενικό αφοπλισμό τών υπηκόων.
Συνεπώς η καθολική δυσαρέσκεια τών υπηκόων αφενός και αφετέρου η χρονική συγκυρία, δηλαδή η αδυναμία τής Τουρκίας, εξώθησαν τούς βαλκανικούς λαούς σε κοινό αγώνα εναντίον της.
Α’ Βαλκανικός Πόλεμος
(1912-1913)
Την 6η Οκτωβρίου οι Έλληνες καταλαμβάνουν την Ελασσόνα. Ύστερα από αψιμαχίες στις διαβάσεις τού Ολύμπου και των Καμβουνίων ορέων ο ελληνικός στρατός αντιμετωπίζει τον όγκο τής τουρκικής στρατιάς στον Σαραντάπορο. Ο Σαραντάπορος είχε οχυρωθεί από Γερμανούς μηχανικούς λόγω τής στρατηγικής του θέσεως και η οχύρωσή του εθεωρείτο απροσπέλαστη. Ακολουθεί φονική μάχη και κατάληψη τού Σαρανταπόρου (9 Οκτ.). Οι Τούρκοι υποχωρούν προς τον Αλιάκμονα, αφού άφησαν στα χέρια τών Ελλήνων πολλά πυροβόλα και αιχμαλώτους. Η πρώτη αυτή νίκη τών Ελλήνων κατέπληξε τους Ευρωπαίους αλλά και τους βαλκανικούς συμμάχους που πίστευαν πως οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τον Σαραντάπορο. Ακολουθεί η κατάληψη τών Σερβιών Κοζάνης και των Γρεβενών. Οι Τούρκοι εξαναγκάζονται να οχυρωθούν στη δεξιά όχθη τού Αξιού. Αντικειμενικός στόχος τών Ελλήνων είναι η κατάληψη τής Θεσσαλονίκης. Έτσι καταλαμβάνουν την Κατερίνη (15 Οκτ.), τη Βέροια, Νάουσα, Έδεσσα και, ύστερα από σκληρή μάχη δυο ημερών, τα Γιαννιτσά. Οπότε ανοίγει ο δρόμος προς κατάληψη και της Θεσσαλονίκης. Όμως προς κατάληψη τής Θεσσαλονίκης κατευθύνονταν ολοταχώς και οι Βούλγαροι. Ωστόσο οι Έλληνες πέτυχαν να τους παραδοθεί η πόλη υπό του Ταχσίν Πασά, στις 26 Οκτ. 1912, κατά την εορτή τού πολιούχου Αγίου Δημητρίου.
Στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη εισήλθε θριαμβευτικά και ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄. Όμως στις 5 Μαρτίου 1913 δολοφονείται.
Παράλληλα, στην Ήπειρο, ο ελληνικός στρατός υπό τον Κων/νο Σαπουντζάκη, αφού κατέλαβε στις 10 Οκτωβρίου το Γρίμποβο, στις 13 Οκτωβρίου τη Φιλιππιάδα, στις 21 Οκτωβρίου την Πρέβεζα, τα Πέντε Πηγάδια, κατευθυνόταν προς τα Γιάννενα. Όμως στα οχυρά τού Μπιζανίου οι Έλληνες συνάντησαν την τουρκική αντίσταση, και η πορεία τους προσωρινά ανακόπηκε.
Ύστερα από την κατάληψη τής Θεσσαλονίκης ο ελληνικός στρατός τών Ιωαννίνων ενισχύθηκε, και τον Ιανουάριο τού 1913 οι Κωνσταντίνος μετέφερε το στρατηγείο του έξω από τα Γιάννενα. Μετά από σφοδρές μάχες και αιφνιδιαστικές επιθέσεις τα οχυρά τού Μπιζανίου καταλήφθηκαν, και, στις 20 Φεβρουαρίου 1913, τα Γιάννενα παραδόθηκαν στον Κωνσταντίνο.
Κατά ξηράν οι Βούλγαροι νίκησαν και απώθησαν τούς Τούρκους στην Τσατάλζα, πολιόρκησαν την Αδριανούπολη κατευθυνόμενοι προς την Κων/πολη. Όμως η χολέρα, που τότε μάστιζε τον τουρκικό στρατό, εξανάγκασε τούς Βουλγάρους να στραφούν προς τη Θεσσαλονίκη, αφού πρώτα είχαν καταλάβει τις Σέρρες, τη Δράμα, την Καβάλα.
Οι Σέρβοι κατέλαβαν τα Σκόπια και κατόπιν το Μοναστήριο (5 Νοε.), το οποίο δεν πρόφθασαν οι Έλληνες να καταλάβουν. Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τότε τη Φλώρινα και την Κορυτσά. Οι δε Μαυροβούνιοι κατέλαβαν το Ιπέκ και πολιόρκησαν την Σκόδρα.
Ο κατά θάλασσαν αγώνας
Οι Έλληνες διεξήγαγαν αγώνα και κατά θάλασσαν: ο πλοίαρχος Βότσης βύθισε στο λιμάνι τής Θεσσαλονίκης το τουρκικό θωρηκτό «Φετίχ Μπουλέν», ενώ ο ναύαρχος Κουντουριώτης απελευθέρωσε τις νήσους Χίο, Λέσβο, Θάσο, Λήμνο, Ίμβρο και Τένεδο, παρεμποδίζοντας την δια θαλάσσης μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων προς τον ελλαδικό χώρο.
Λαμπρές υπήρξαν και οι «ναυμαχίες τής Έλλης», όταν ο ελληνικός στόλος με αρχηγό τον Κουντουριώτη νίκησε δυο φορές σε ναυμαχία τον τουρκικό στόλο, κοντά στην «Έλλη» (3 Δεκ. 1912) και κοντά στη Λήμνο (5 Ιαν. 1913), με αποτέλεσμα να τον αποκλείσει μέσα στα Δαρδανέλλια.
Β’ φάση τού πολέμου (1913)
Μετά τις επιτυχίες τών συμμάχων σε βάρος τής Τουρκίας οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να παρεμποδίσουν την κατάρρευση τής Τουρκίας, υπέγραψαν ανακωχή στην Τσατάλζα (20 Νοε. 1912). Στις 3 Δεκ. συνέρχονται οι αντιπρόσωποι στο Λονδίνο, υπό τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών Εδουάρδο Γκρέυ. Η Σύνοδος τού Λονδίνου απέτυχε, διότι οι Νεότουρκοι επαναστάτησαν, οπότε και επαναλήφθηκαν οι εχθροπραξίες (21 Ιαν. 1913).
Οι Έλληνες, υπό την αρχηστρατηγία τού Κωνσταντίνου, κατόπιν σκληρών μαχών καταλαμβάνουν το οχυρό Μπιζάνι και μετά τα Γιάννενα (21 Ιαν. 1913). Ακολούθως γίνονται κύριοι τής Βορείου Ηπείρου μέχρι τον Αυλώνα. Οι δε Σέρβοι καταλαμβάνουν το Δυρράχιο, οι Βούλγαροι την Αδριανούπολη, οι Μαυροβούνιοι την Σκόδρα.
Ενώπιον εκείνης τής δυσμενούς για τους Τούρκους καταστάσεως οι ίδιοι υποχρεώνονται να δεχθούν ανακωχή στην Καλλίπολη, και να υπογράψουν τη Συνθήκη τού Λονδίνου (17 Μαΐου 1913). Δια της συγκεκριμένης συνθήκης καθορίσθηκαν τα εξής: α) Τα απελευθερωμένα εδάφη δυτικά τής γραμμής Αίνου-Μηδείας (πόλης τού Ευξείνου Πόντου) παραχωρούνται από την Τουρκία στους νικητές. β) Ο σουλτάνος παραιτείται από τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Κρήτη. γ) Ιδρύεται, ύστερα από επέμβαση τής Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας, νέο ανεξάρτητο κράτος, η Αλβανία, σε βάρος τού Μαυροβουνίου, της Σερβίας και κυρίως τής Ελλάδος, από την οποία αφαιρείται η Βόρειος Ήπειρος. γ) Η τύχη τών νήσων τού ΒΑ Αιγαίου, της χερσονήσου τού Αγίου Όρους αλλά και της Κρήτης θα ρυθμιζόταν αργότερα από τις Μεγάλες Δυνάμεις. δ) Τα Δωδεκάνησα παραμένουν υπό ιταλική κατοχή και διοίκηση.
Β’ Βαλκανικός Πόλεμος (1913)
Η Συνθήκη τού Λονδίνου ουδένα τών εμπολέμων άφησε ικανοποιημένο: η Ελλάδα βεβαίως σημείωνε αύξηση τής εδαφικής της εκτάσεως, ωστόσο πόρρω απείχε τής πλήρους ικανοποιήσεως και ευοδώσεως τών εθνικών της στόχων. Οι δε Σέρβοι και Μαυροβούνιοι έτρεφαν και εκείνοι αισθήματα δυσαρέσκειας λόγω τής απώλειας εδαφών τους προς όφελος τής Αλβανίας. Όμως έντονα δυσαρεστημένοι ήταν και οι Βούλγαροι, διότι έβλεπαν ότι είχαν απολέσει δια παντός την ευκαιρία να γίνουν κύριοι τής Θεσσαλονίκης. Η διακαής επιθυμία τών Βουλγάρων να ενσωματώσουν στις κτήσεις τους και τη Θεσσαλονίκη τούς οδήγησε στη διάλυση τής συμμαχίας με την Ελλάδα και στην έκρηξη τού Β΄ Βαλκανικού Πολέμου. Τότε η Ελλάδα, προς αντιμετώπιση τής βουλγαρικής απειλής, υπογράφει με τη Σερβία την Ελληνοσερβική συνθήκη αμυντικής συμμαχίας τής Θεσσαλονίκης (19 Μαΐου 1913).
Οι εχθροπραξίες άρχισαν με επίθεση τών Βουλγάρων εναντίον τών Ελλήνων στη Νιγρίτα (19 Φεβρ. 1913) και στο Παγγαίο (11 Μαΐου 1913) αλλά και εναντίον τών Σέρβων στη Γευγελή (17 Ιουνίου 1913). Όμως ο ελληνικός στρατός επιτίθεται εναντίον τού Κιλκίς και, μετά τριήμερο φονικό αγώνα, εκδιώκει τούς Βουλγάρους (21 Ιουνίου). Την ίδια τύχη είχαν οι Βούλγαροι και στον Λαχανά (24 Ιουνίου). Οι Σέρβοι εκ παραλλήλου ανακαταλαμβάνουν τη Γευγελή και νικούν τούς Βουλγάρους πλησίον τού ποταμού Βρεγαλνίτσα. Τότε εισέρχεται στον πόλεμο και η Ρουμανία. Ο ρουμανικός στρατός καταλαμβάνει τη Δοβρουτσά και προελαύνει 25 χιλιόμετρα έξω τής Σόφιας. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την περίσταση, εισέρχεται και αυτή στον πόλεμο, και αφαιρεί την Αδριανούπολη από τους Βουλγάρους και τις Σαράντα Εκκλησιές.
Δημιουργία αλβανικού κράτους
Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε σημαντικό τμήμα τής λεγόμενης Βορείου Ηπείρου. Με την επίμονη απαίτηση τής Αυστρίας και Ιταλίας αποφασίσθηκε (Σεπτ. 1913) η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Οπότε το Μαυροβούνιο εξαναγκάσθηκε τότε να παραδώσει τη Σκόδρα, η δε Σερβία να εγκαταλείψει τα σχέδιά της περί εξόδου στην Αδριατική. Ήδη η Συνθήκη τού Λονδίνου (17 Μαΐου 1913) επικύρωνε τη δημιουργία αλβανικού κράτους με όρια προς Ν. τη γραμμή Φτελιάς-Κορυτσάς. Δηλαδή η νεοσύστατη Αλβανία θα ενσωμάτωνε στην εδαφική της επικράτεια και τις ελληνικές περιοχές τού Δελβίνου, της Χειμμάρας, των Αγίων Σαράντα, του Αργυροκάστρου, της Πρεμετής, της Κορυτσάς.
Μπροστά σ’ εκείνο το ενδεχόμενο οι ελληνικοί πληθυσμοί τών περιοχών αντέδρασαν. Βάσει τού Πρωτοκόλλου τής Φλωρεντίας (17 Δεκ. 1913) οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις όφειλαν να αποσυρθούν από τις απελευθερωθείσες εκείνες περιοχές. Τότε αναφύεται ο όρος «Βόρειος Ήπειρος». Θα παραδιδόταν στην Αλβανία, μαζί με τη Β. Ήπειρο, και η νησίδα Σάσων, η οποία μαζί με τα Ιόνια νησιά ήταν ελληνικό έδαφος από το έτος 1864. Οι Μεγάλες Δυνάμεις γνωστοποίησαν αυτές τους τις αποφάσεις στην Κυβέρνηση τών Αθηνών, τον Φεβρουάριο τού 1914. Η Κυβέρνηση υπέκυψε στις πιέσεις τών Δυνάμεων και διέταξε την εκκένωση τού βορειοηπειρωτικού εδάφους και την απόσυρση τών ελληνικών στρατευμάτων προς νότον.
Όμως οι βορειοηπειρώτες Έλληνες αλλά και τμήμα τού ελληνικού στρατού αρνήθηκαν να πειθαρχήσουν, και ξεκίνησαν απεγνωσμένο ένοπλο αγώνα. Έτσι, στις 13 Φεβρ. 1914, εξεγείρονται και σχηματίζουν την Αυτόνομον Πολιτείαν τής Β. Ηπείρου, με κυβερνήτη τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Καταλαμβάνουν την Κορυτσά, ενώ στη Χειμμάρα και στο Αργυρόκαστρο ανακηρύσσουν αυτονομία. Οι αλβανικές δυνάμεις ηττώνται από ελληνικά στρατιωτικά σώματα, τα οποία διηύθυναν οι Σπυρομήλιος και Τσόντος.
Με τη μεσολάβηση διεθνούς επιτροπής γίνεται ανακωχή, και, στις 17 Μαΐου 1914, υπογράφεται το Πρωτόκολλον τής Κερκύρας, δια του οποίου στις επαρχίες Κορυτσάς και Αργυροκάστρου αναγνωρίζονταν σημαντικά προνόμια (ντόπια χωροφυλακή, γλωσσική και θρησκευτική ελευθερία). Η αλβανική πλευρά συναίνεσε τότε στην απόφαση τής διεθνούς επιτροπής, ωστόσο οι βορειοηπειρώτες εξακολούθησαν τον αγώνα τους και μετά το 1914.
Με την κήρυξη τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο ελληνικός στρατός, με έγκριση τών Άγγλων, εισέρχεται ξανά στη Β. Ήπειρο προς εμπέδωση τής τάξεως (Οκτ. 1914).
Τον Δεκ. 1915, αντιπρόσωποι τών βορειοηπειρωτών εισέρχονται για πρώτη φορά στην ελληνική Βουλή αλλά τον Μάρτιο 1916 απομακρύνονται λόγω αντιδράσεως τής Ιταλίας. Κατά τη διάρκεια τού Α΄ Π. Π. οι Ιταλοί καταλαμβάνουν και τη Βόρειο και τη Νότιο Ήπειρο. Με την είσοδο τής Ελλάδος στον Α΄ Π. Π. ο Βενιζέλος πείθει τους συμμάχους να πιέσουν τούς Ιταλούς να εκκενώσουν την περιοχή. Οι Ιταλοί πράγματι εκκένωσαν το Νότιο τμήμα αλλά όχι και το Βόρειο.
Με τη λήξη τού Α΄ Π. Π. ο Βενιζέλος υπογράφει συμφωνία με τον Ιταλό υπουργό εξωτερικών Τιτόνι (29 Ιουλίου 1919), βάσει της οποίας η Β. Ήπειρος θα περνούσε στην Ελλάδα. Ωστόσο, λίγο αργότερα, ο επόμενος υπουργός εξωτερικών τής Ιταλίας, ο κόμης Σφόρτσα, δεν αναγνώρισε τη συμφωνία Βενιζέλου-Τιτόνι. Από το 1920 και μετά η Β. Ήπειρος αποτέλεσε μέρος τής αλβανικής εδαφικής επικράτειας.
Η Βαλκανική μετά τους πολέμους
Η περιοχή τής Βαλκανικής, ύστερα από τους πολέμους, παρουσίαζε εντελώς νέα όψη:
- η ταπεινωμένη Βουλγαρία δεν δεχόταν ως τετελεσμένο γεγονός τούς όρους τής Συνθήκης τού Βουκουρεστίου.
- η ενίσχυση τής Σερβίας προκαλούσε ανησυχία στην Αυστρία.
- η Ελλάς, αν και είχε διπλασιάσει την έκτασή της, εντούτοις έτρεφε δυσαρέσκεια για την άδικη λύση τού Βορειοηπειρωτικού αλλά και του Δωδεκανησιακού Ζητήματος.
- οι Τούρκοι άρχισαν να διώκουν ελληνικούς πληθυσμούς στην περιοχή τής Μικράς Ασίας και διεκδικούσαν τη Χίο και Λέσβο.
Η τεταμένη ατμόσφαιρα τής Βαλκανικής προοιωνιζόταν τον Μεγάλο Πόλεμο που θα ακολουθούσε. Παρά ταύτα η Χώρα μας, κατά την περίοδο 1913-1914, βημάτιζε προς την οδό τής ανασυγκρότησης.