ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Οι Εφημερίδες της εποχής για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων…
Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς την αγωνία των ανθρώπων του τύπου εκείνης της εποχής να βρουν ή και να εφεύρουν τον κατάλληλο τίτλο για τις εφημερίδες τους, ώστε να αποδώσουν με λόγια, με γράμματα, το μεγάλο γεγονός της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων. Έχοντας παρέλθει σχεδόν πεντακόσια ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που αυτή η ξεχωριστή πόλη είχε χάσει την ελευθερία και συνάμα την ομορφιά και τα κάλλη της, ήταν δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να περιγράψει με λέξεις την ανείπωτη χαρά για την απελευθέρωσής της.
21 Φεβ 2025 • 08:07
SHARE
Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς την αγωνία των ανθρώπων του τύπου εκείνης της εποχής να βρουν ή και να εφεύρουν τον κατάλληλο τίτλο για τις εφημερίδες τους, ώστε να αποδώσουν με λόγια, με γράμματα, το μεγάλο γεγονός της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων. Έχοντας παρέλθει σχεδόν πεντακόσια ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που αυτή η ξεχωριστή πόλη είχε χάσει την ελευθερία και συνάμα την ομορφιά και τα κάλλη της, ήταν δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να περιγράψει με λέξεις την ανείπωτη χαρά για την απελευθέρωσής της.
Από την άλλη, είναι βέβαιο πως ο τύπος της εποχής εκείνης δεν θα μπορούσε να αδικήσει αυτό το μεγάλο γεγονός, αφού γενιές ολόκληρες περίμεναν για αιώνες αυτή τη στιγμή της απερίγραπτης χαράς, που πρόσφερε στις καρδιές όλων των Ελλήνων η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
«Οὐρανοὶ διηγοῦνται Δόξαν Ἑλληνικῶν ὅπλων», έγραψε η Μακεδονία, «Ἡ Κυανόλευκος κυματίζει ἐπὶ τῶν Ἰωαννίνων», θα αναγγείλει η Ἀκρόπολις, «Ὁ πολεμικὸς θρίαμβος τοῦ ἑλληνισμοῦ», θα γράψει Τὸ Κράτος, «Τὸ τέλος τῆς δουλείας τῶν μαρτυρίων καὶ τῶν στεναγμῶν», θα επισημάνει η εφημερίδα Ἐμπρὸς, «Ὁ Γενναῖος ἑλληνικὸς στρατὸς κατέλαβε τὰ μυριοπόθητα Ἰωάννινα», θα διαλαλήσει η Πατρὶς, «Ἡ πτῶσις τῶν Ἰωαννίνων - Θρίαμβος τοῦ στρατοῦ μας», θα γράψει η εφημερίδα Ἀθῆναι, «Ἡ πτῶσις τῶν Ἰωαννίνων - Ὁ διάδοχος εἰς τὰ Ἰωάννινα», θα αναγγείλει η Ἐφημερὶς, «Ἡ Ἑλλὰς πανηγυρίζουσα τὸν Θρίαμβον, Ζήτω ἡ Ἡρωικὴ Στρατιὰ», θα γράψει το Νέον Ἄστυ, «Ὁ μέγας, ὁ καταπληκτικός, ὁ κολοσσιαῖος θρίαμβος», θα διατυμπανίσουν οι Καιροὶ, «Χαρᾶς εὐαγγέλια, Ὁ νέος θρίαμβος τοῦ στρατοῦ μας, Τὰ Γιάννενα ἔπεσαν», θα αναφωνήσει η Νέα Ἀλήθεια, «Ἡ μεγίστη τῶν νικῶν, ἐπιστέφουσα τὸ τέρμα τοῦ ἐνδόξου ἑλληνικοῦ ἀγῶνος», θα βροντοφωνάξει ο Νεολόγος Πατρῶν. Τέλος, στο ιστορικό φύλλο της 3ης Μαρτίου του 1913, η εφημερίδα Ἤπειρος θα διαλαλήσει: «Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς Ἰωάννινα, Ἡ Ἤπειρος ἐλευθερωμένη, Ἐχαμογέλασες!!...».
Τίτλοι που εκφράζουν θαυμασμό, ευφροσύνη και αγαλλίαση, ξέσπασμα εσωτερικό, χαρά.
Τα περισσότερα από τα κύρια άρθρα, ανεξαρτήτως από τη θεματική τους, αρχίζουν με έναν ύμνο για την ομορφιά και την ιστορία της πόλης που γιορτάζει την απελευθέρωσή της: «Τὰ παινεμένα Γιάννενα, ἡ θρυλικὴ πόλις μὲ τὴν ἱστορημένην λίμνην· ἡ πόλις ἡ ὁποία ἐγέννησε τόσους μεγάλους διδασκάλους τοῦ Γένους καὶ τόσους μεγάλους τοῦ Ἔθνους Εὐεργέτας», θα γράψει η Μακεδονία. «Ὁλοκλήρων αἰώνων ὄνειρα … ἐκπληρώθησαν χθές. Τὰ Ἰωάννινα, ἡ πόλις τῶν ἑλληνικῶν ὀνείρων καὶ τῶν παραδόσεων, ἡ περικλείουσα τὰς ὡραιοτέρας σελίδας τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας· Τὰ Γιάννενα … πίπτουσιν σήμερον εἰς τὴν ἀγκάλην τῆς μεγάλης μητρὸς Ἑλλάδος», θα επισημάνει η εφημερίδα Σκρὶπ. «Κλαύσατε ἀπὸ χαράν, συμπολῖται καὶ συμπατριῶται! Κλαύσατε ἀπὸ συγκίνησιν ἱεράν. Τὰ Γιάννενα ἔπεσαν!… Ὁποία μαγικὴ φρᾶσις!», θα τονίσει η Νέα Ἀλήθεια. «Ὦ πόλις προσφιλὴς καὶ πολυπικραμένη! Ποῖος θὰ διηγηθῆ τὴν χαρὰν καὶ τὸν ἐνθουσιασμόν σου ἐπάνω εἰς τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν πατέρων μας, νὰ ἐξυπνήσουν καὶ αὐτοί, νὰ χαροῦν τὴν ἁγίαν καὶ ἱερὰν αὐτὴν χαράν;», θα γράψει ο Γεώργιος Χατζής στην εφημερίδα Ἤπειρος.
Παράλληλα, στις σελίδες των εφημερίδων δημοσιεύονται ποιήματα για την απελευθέρωση της πόλης και ιστορικές μελέτες που αναφέρονται στη μακραίωνη ιστορία της.
Είναι γεγονός ότι η κατάληψη των οχυρών του Μπιζανίου, η παράδοση του εχθρού, αλλά και η θριαμβευτική είσοδος των νικητών στην πόλη καταλαμβάνουν μια σημαντική θέση σε όλες τις εφημερίδες. Παράλληλα, συνδυάζονται με συναισθήματα αγωνίας, έντασης, προσμονής για την εξέλιξη των γεγονότων, καθώς το ένα μετά το άλλο τα τηλεγραφήματα του Διαδόχου περιέγραφαν την κατάσταση της στιγμής και καθώς το γεγονός αυτό καθαυτό ήταν τόσο μεγάλο που έκοβε την ανάσα σε ηγεσία και λαό. Θα επιλέξουμε δύο χαρακτηριστικές σκηνές ως δείγμα της κατάστασης και των συναισθημάτων που επικρατούσαν κατά τις ιστορικές εκείνες ημέρες. Η πρώτη έχει να κάνει με τον τρόπο που περιγράφει ο τύπος την είσοδο του ελευθερωτή Διαδόχου στην πόλη των Ιωαννίνων. Γράφει σχετικά η Μακεδονία του Σαββάτου της 23ης Φεβρουαρίου: «Χθὲς περὶ τὴν 8ην ὥραν, ὁ διάδοχος εἰσῆλθεν εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἀκολουθούμενος ὑπὸ 15.000 λαοῦ, διατελοῦντος ἐν μεγίστῃ συγκινήσει καὶ ἀκρατήτῳ ἐνθουσιασμῷ. Ὁ λαὸς κλαίων κατὰ τὴν διέλευσιν τοῦ στρατοῦ ἐφίλει τὰς χεῖρας τῶν ἀξιωματικῶν. Εἰς οὐδεμίαν πόλιν τῆς Μακεδονίας ἐγένετο ὁμοία ἀποθεωτικὴ ὑποδοχή. Οἱ κάτοικοι ἔσχισαν τὰ φέσια των καὶ κυριολεκτικὰ ἐκάλυψαν τὴν πλατείαν τῆς "Ὁμονοίας" μὲ αὐτά». Η Ἀκρόπολις θα προσθέσει: «Ἡ πόλις τῶν Ἰωαννίνων ἐσημαιοστολίσθη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ πανηγυρίζει διὰ τὸ εὐφρόσυνον γεγονός, ἐστήθη δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ Διοικητηρίου ἡ Ἑλληνικὴ σημαία». Ο Νεολόγος Πατρῶν θα συμπληρώσει στα παραπάνω: «Ἀπὸ τὰ παράθυρα καὶ τοὺς ἐξώστας ἔρραινον τὸν Διάδοχον καὶ τὸν στρατὸν μὲ ἄνθη, ἔρριπτον περιστεράς, ἔσειον μανδήλια, ἔχυνον δάκρυα». Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για στιγμές συγκινητικές, ιερές, ανυπέρβλητες, συγκλονιστικές.
Η δεύτερη σκηνή έχει να κάνει με τον τρόπο που ο Βενιζέλος πληροφορήθηκε την είδηση της πτώσεως του Μπιζανίου. Λέγεται ότι την είδηση τη μετέφερε στον πρωθυπουργό ένας λοχίας που τον επισκέφθηκε πολύ πρωί στο δωμάτιό του και ο οποίος είπε στο Βενιζέλο: «Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἐμὲ ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὴν μεγάλην εἴδησιν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὶν ἀκούσῃ περὶ τίνος πρόκειται, ὕψωσε τὰς χεῖρας του καὶ εἶπε δακρύων: -Ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ νικοῦμε πάντοτε οἱ Ἕλληνες».
Είναι γνωστό ότι το Μπιζάνι θεωρούνταν ένα απόρθητο οχυρό. Λέγεται ότι ο Γκολτς πασάς, με την υπόδειξη του οποίου γίνονταν τα οχυρωματικά έργα στο Μπιζάνι, είπε στους Τούρκους αξιωματικούς: «Ἐδῶ σᾶς παραδίδω τὸν τάφον τῆς Ἑλλάδος». Και όταν ο Σεφκέτ πασάς, επί της υπουργίας του οποίου έγιναν τα έργα, κατηγορήθηκε για το υπέρογκο κόστος τους, απάντησε χαρακτηριστικά: «Λέγετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ σ’ ἐμᾶς θὰ χρωστᾶτε τὸ ὅ,τι ἡ Τουρκία θα ἔχῃ πάντοτε τὰ Ἰωάννινα, τὴ Σκόδρα καὶ τὴν Ἀδριανούπολη». Βέβαια, η γενναιότητα και η ανδρεία του ελληνικού στρατού, από κοινού με τη γενναιότητα του Διαδόχου Κωνσταντίνου αλλά και το στρατηγικό σχέδιο που εκείνος εφάρμοσε, ακύρωσαν στην πράξη τις παραπάνω εκτιμήσεις, απελευθερώνοντας την πόλη των Ιωαννίνων και κερδίζοντας τον παγκόσμιο θαυμασμό. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να υπάρχουν στις εφημερίδες πολλές φωτογραφίες και εγκωμιαστικά άρθρα για το Διάδοχο και τον ελληνικό στρατό.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον του τύπου εστιάζεται και στην αντίθετη πλευρά, δηλαδή στον τουρκικό στρατό και την ηγεσία του, αφού οι εφημερίδες τονίζουν με έμφαση ότι ο ελληνικός στρατός είχε απέναντί του έναν γενναίο και καρτερικό εχθρό που ήξερε να υπομένει τις στερήσεις και την οργή του χειμώνα, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ακόμη περισσότερο το μεγαλείο της ελληνικής νίκης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε περισσότερες εφημερίδες στον Εσσάτ πασά, με βασικότερη το άρθρο του Χρ. Χρηστοβασίλη στην Ἀκρόπολι με τίτλο «Ὁ τελευταῖος πασᾶς τῶν Ἰωαννίνων». Ο Χρηστοβασίλης, σημαντικός μελετητής παρόμοιων θεμάτων, αναφέρεται με πολύ κολακευτικά λόγια στις σπουδές, την προσωπικότητα και τις στρατιωτικές ικανότητες του Εσσάτ πασά. Στο κείμενο επισημαίνεται ότι ο Εσσάτ πασάς είναι «ἀνὴρ εὐθύς, τίμιος, ἐλεήμων, φιλάνθρωπος, εὐγενὴς καὶ ἀρτιώτατα στρατιωτικῶς πεπαιδευμένος, ὡραιότατος καὶ συμπαθέστατος».
Και ο Χρηστοβασίλης θα ολοκληρώσει το άρθρο του με μια εντυπωσιακή πληροφορία, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ἐκεῖνο ὅμως ὅπερ περισσότερον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶναι ὅτι ὁ ἔνδοξος ἡττημένος τῶν Ἰωαννίνων οὔτε Τοῦρκος εἶναι οὔτε Ἀλβανός, ἀλλὰ καθαρὸς Ἕλλην, ὢν ἀπόγονος Ἑλλήνων ἀρνηθέντων τὴν Ἑλληνικὴν θρησκείαν λόγῳ τῶν καιρικῶν τοῦ ἔθνους μας συμφορῶν. Ὁ πάππος του κατήγετο ἐκ Μπούλτζου τοῦ Ζαγορίου καὶ ἡ μάμμη του ἐκ Σουλίου».
Σε πρωτοσέλιδο άρθρο του «Νέου Ἄστεως» επισημαίνεται ότι «ὁ Τοῦρκος Στρατάρχης μᾶς εἶναι συμπαθής, διότι ὑπῆρξεν γενναῖος. … Καὶ ὁ Ἐσσὰτ πασάς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ὁ κατ' ἐξοχὴν νικητὴς ἡττημένος». Με ιδιαιτέρως κολακευτικά λόγια θα αναφερθεί, τέλος, ο Χρ. Χρηστοβασίλης και στον αδερφό τού Εσσάτ πασά, τον Βεχήπ βέη, τονίζοντας πως στρατιωτικότερο ανάστημα δεν έχει άλλος εις τον Τουρκικόν στρατόν και καταλήγοντας: «Τιμὴ εἰς τὰ παιδιὰ τοῦ Χαλαστῆ γιὰ τὴ γενναιότητά τους, ἀλλὰ τὶ τιμὴ πρέπει εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου Κωνσταντῖνον, ποὺ μπόρεσε νὰ νικήσῃ τέτοια λιοντάρια Ἠπειρῶτες, ποὺ ἡ τύχη τῶν Ἰωαννίνων τοὺς ἐπέταξε στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο».
Ένα μεγάλο γεγονός που καταλαμβάνει περίοπτη θέση σε όλες τις εφημερίδες είναι η Συνεδρίαση της Βουλής της 21ης Φεβρουαρίου, καθώς είχαμε από τον Πρωθυπουργό την αναγγελία της πτώσης των Ιωαννίνων μέσα σε ζητωκραυγές, χειροκροτήματα και ακράτητο ενθουσιασμό, αλλά και τις ιστορικές ομιλίες των ηγετών όλων των κομμάτων μέσα σε κλίμα εθνικής συμφιλίωσης και ανάτασης. Το πνεύμα από την ιστορική αυτή συνεδρίαση ήταν ότι αν χρειαστούν παρόμοιοι αγώνες στο μέλλον, αυτοί θα διεξαχθούν με την ανάλογη πίστη και αποφασιστικότητα και πως το έθνος ολόκληρο είναι διατεθειμένο να αγωνιστεί και να νικήσει ή να πέσει, διεκδικώντας τα δικαιώματά του. «Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι γνωρίζουν πὼς ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι δίκαιος καὶ ἀπελευθερωτικὸς καὶ ὄχι κατακτητικὸς καὶ ιδιοτελής», όπως θα γράψουν οι Καιροί. Παράλληλα αναδεικνύεται η σημασία της άλωσης των Ιωαννίνων, αφού ενισχύεται το γόητρο του ελληνικού στρατού, έχοντας κυριεύσει ένα φρούριο οχυρωμένο με σύγχρονες μεθόδους, καθώς τα Γιάννενα έπεσαν πριν από τη Σκόδρα και την Αδριανούπολη. Με τη νίκη του ελληνικού στρατού πλήττονται, επίσης, οι διάφορες βλέψεις για την πόλη των Ιωαννίνων και την ευρύτερη περιοχή από αλβανόφιλες Δυνάμεις, ενώ η Τουρκία υποχρεώνεται να υποκύψει οριστικά στο ζήτημα των νησιών του Αιγαίου.
Ο τύπος της εποχής απαιτεί, κατά συνέπεια, οι Αυστριακοί και οι Ιταλοί να ξεχάσουν το ζήτημα της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου, οι Βούλγαροι, αν και σύμμαχοι, να λησμονήσουν περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας και αντίστοιχα οι Αλβανοί να εγκαταλείψουν παιδαριώδεις φαντασιώσεις για την περιοχή. Η διάσταση αυτή προβάλλεται και από το φιλικό προς την Ελλάδα ευρωπαϊκό τύπο, όπως ο Χρόνος του Παρισιού.
Αντίστοιχα, και ο αγγλικός τύπος θα εξάρει τη μεγάλη ελληνική νίκη και θα τονίσει τη σημασία της για την επίτευξη της ειρήνης και την εκπλήρωση των ελληνικών πόθων. Ο ρωσικός τύπος εκφράζει τη χαρά του για τους διαδοχικούς θριάμβους των ορθοδόξων κaι εύχεται όπως ακολουθήσουν η πτώση της Σκόδρας και της Αδριανουπόλεως. Ωστόσο, οι ελληνικές εφημερίδες, αφού τονίζουν ότι οι αγγλικές, οι γαλλικές, οι ρωσικές, ακόμη και οι γερμανικές εφημερίδες δεν βρίσκουν λέξεις, για να εξάρουν το μέγα στρατιωτικό μας κατόρθωμα, δεν συμβαίνει το ίδιο και δεν μπορούν αυτό να το κατανοήσουν με τις βουλγαρικές εφημερίδες. Η «Πράβο» αποσιώπησε το γεγονός της απελευθέρωσης, άλλες προσπαθούν όλως παραδόξως να σμικρύνουν την αξία και τη σημασία του ελληνικού κατορθώματος και κάποιες άλλες διατείνονται ότι δήθεν ο Εσσάτ παρέδωσε τα Ιωάννινα, έχοντας γι' αυτό δωροδοκηθεί από τους Έλληνες.
Κλείνοντας, θα παρουσιαστούν δύο ξεχωριστά άρθρα, το πρώτο από τα οποία φέρνει τον τίτλο «Οἱ Ἑβραῖοι τῶν Ἰωαννίνων», όπου και αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ἡ ἐκεῖ Ἰουδαϊκὴ παροικία μὲ τρελλὴν χαρὰν καὶ ἀγάπην ὑπεδέχθη τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ συνεώρτασε τὸ μέγα γεγονός, ἀδελφωθεῖσα μὲ τοὺς στρατιῶτας μας». Παράλληλα, ο Διάδοχος, επισκεπτόμενος τη Συναγωγή, έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από την ισραηλιτική κοινότητα, όπου ο Αρχιρραβίνος ελληνιστί μεταξύ άλλων τόνισε χαρακτηριστικά: «Οἱ Ἰσραηλῑται τῶν Ἰωαννίνων ἐγκατεστημένοι ἀπὸ δέκα αἰώνων εἰς τὰ ἱερά χώματα τῆς εὐάνδρου Ἠπείρου, διετήρησαν οὐ μόνον τὴ γλώσσα, ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθήματα ἑλληνικὰ».
Το δεύτερο άρθρο φέρνει τον τίτλο «Σέρβοι καὶ Ἕλληνες» και επισημαίνεται μεταξύ άλλων: «Οἱ Σέρβοι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρόντος πολέμου ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι πραγματικοὶ φίλοι καὶ σύμμαχοί μας, αὐτόχρημα ἀδελφοί μας. Κάθε νίκη μας καὶ κάθε θρίαμβος ἐπανηγυρίζετο ἐν τῇ σερβικῇ ψυχῇ ὡς Σερβικὴ νίκη, ὅπως καὶ τἀνάπαλιν, κάθε σερβικὴ νίκη ὁμοίως ἐπανηγυρίζετο ἐν τῇ ἑλληνικῇ ψυχῇ».
Όσοι αγωνίστηκαν ή πανηγύρισαν για την απελευθέρωση αυτής της πόλης, δεν το έκαναν σαν να επρόκειτο για μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά σαν να ήταν η δική τους πόλη. Και αυτό είναι κάτι που το άξιζε και εξακολουθεί να το αξίζει αυτή η πόλη, η πόλη των Ιωαννίνων, η δική μας πόλη.