ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Σούρουπο στο Κάστρο…
Το κάστρο των Γιαννίνων, ένας πέτρινος γίγαντας που αντιστέκεται στο χρόνο. Παρ’ ότι παραδομένο στον αδυσώπητο νόμο της φθοράς, αντέχει στο μεγάλο χωνευτήρι του χρόνου. Η ιστορία της πόλης μας είναι η ιστορία του κάστρου, σαν πρώτος οικισμός εκεί μέσα θεμελιώθηκε. Εκεί διαμορφώθηκε ένας ισχυρός πυρήνας της αριστοκρατίας των ‘’καστρινών’’ με τα προνόμια του Σινά Πασά να εξασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Περήφανα τα βραχοθέμελα κουβαλούν στα τείχη τα βάρη των αιώνων. Το δικέφαλο κάστρο σαν να γίνεται πλεούμενο, γλιστρά νωχελικά στην αγκαλιά της Παμβώτιδας με τη δική του όψη ρυτιδωμένη βαθιά.
17 Μάρ 2025 • 08:58
SHARE
Το κάστρο των Γιαννίνων, ένας πέτρινος γίγαντας που αντιστέκεται στο χρόνο. Παρ’ ότι παραδομένο στον αδυσώπητο νόμο της φθοράς, αντέχει στο μεγάλο χωνευτήρι του χρόνου. Η ιστορία της πόλης μας είναι η ιστορία του κάστρου, σαν πρώτος οικισμός εκεί μέσα θεμελιώθηκε. Εκεί διαμορφώθηκε ένας ισχυρός πυρήνας της αριστοκρατίας των ‘’καστρινών’’ με τα προνόμια του Σινά Πασά να εξασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Περήφανα τα βραχοθέμελα κουβαλούν στα τείχη τα βάρη των αιώνων. Το δικέφαλο κάστρο σαν να γίνεται πλεούμενο, γλιστρά νωχελικά στην αγκαλιά της Παμβώτιδας με τη δική του όψη ρυτιδωμένη βαθιά.
Κάθε δειλινό ψάχνει να βρει την παλιά χαμένη ομορφιά του στο καθρέφτισμά του στα νερά της πολυτραγουδισμένης λίμνης, όπως σαν λίμνης των στεναγμών, της Κυρά Φροσύνης. Λες τέτοιες ώρες το κάστρο ότι ζωντανεύει .
Το βουητό της λίμνης , οι κραυγές των πουλιών της νύχτας, που κουρνιάζουν στα χαλάσματά του κι’ οι άνεμοι να παίζουν κυνηγητό στα τείχη του, σε κάνουν να νομίζεις πως βγαίνουν μεσ’ από τα έγκατα των μαύρων κελιών, τριγμοί αλυσίδων και πνιγμένοι στεναγμοί φυλακισμένων. Λάμψεις που αναδεύουν τα νερά της ‘’Κυρά- Φροσύνης’’ ξεγλιστρώντας, αντιφεγγίζουν και φωλιάζουν στις βραχοσπηλιές του κάστρου.
Σ’ όλο αυτό τ’ άγριο νυχτερινό τοπίο τ’ αναμμένο καντήλι του Αη Γιώργη του φουστανελά του πολιούχου μας, στην είσοδο του κάστρου είναι το μοναδικό στολίδι. Κι’ απ’ έξω η Μικρή μας Πόλη (που τώρα μεγάλωσε… και παραμεγάλωσε, με κατοίκους που δεν έχουν βιώσει τη Μικρή μας Πόλη όπως εμείς, ότι γράφω.)
Νωθρό το βλέμμα του κάστρου, αποκαμωμένο από το φόρτωμα των αιώνων, ξεπλένει την παλιά του ιστορία στους καινούργιους καιρούς ξαναβαφτίζοντας τους θρύλους στα στοιχειωμένα λιμνίσια νερά. Τα τείχη υψώνονται επιβλητικά, από την μέσα πλευρά βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση, σχεδόν καθόλου φθορές.
Οι παλιές βαριές πόρτες, ανίκανες στη φθορά του χρόνου να αναχαιτίσουν την ‘’εισβολή’’ των τουριστών, που επισκέπτονται την καστροπολιτεία, ανοίγουν σιωπηλές. Ο ήχος των βημάτων επάνω στις πλάκες του μονοπατιού γίνεται ολοένα πιο έντονος και ευχάριστος, ενώ η βουή των αυτοκινήτων και γενικότερα του ‘’έξω κόσμου’’ σχεδόν αμέσως χάνεται, λες και την απορροφά το κάστρο. Δεν υπάρχουν πολυκατοικίες και τα αυτοκίνητα ελάχιστα .
Ακούς μόνο τις συνομιλίες των καστρινών μέσα από τα παραδοσιακά σπίτια και τις φωνές των παιδιών (τότε) που παίζανε στις αυλές και στα δρομάκια. Πολύ μεγάλη τύχη για ένα παιδί να μεγαλώνει σε ένα τέτοιο μέρος. Εκεί μέσα δεν έχει αλλάξει τίποτε… μόνο που η τεχνολογία ‘’έδιωξε’’ τα παιδιά από τις αλάνες και τα ωθεί στα τάμπλετ και τα κινητά.
Πίσω απ’ την ανατολική πλευρά του κάστρου βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Οι ταμπάκοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι αρχόντοι ‘’καστρινοί’’ μέχρι που τους πέταξαν οι Τούρκοι έξω απ’ το κάστρο ύστερα απ’ την επανάσταση του Δ. Σκυλοσόφου το 1612.
Και στ’ αλήθεια, μιλούσανε το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ’ όλους τους άλλους και το κρατούσαν αμόλευτο το λεξιλόγιο και στη φωνητική του.
Ταμπάκος αναντάμ παπαντάμ ήταν κι’ ο Σιούλας …που αναφέρει ο Δ. Χατζής. Μέσα στο παλιό κάστρο της πόλης μαζεμένοι γύρω απ’ τη Συναγωγή-το Συναγώι που το λέγανε, ζούσαν Εβραίοι. (Δ. Χατζής το τέλος της Μικρής μας Πόλης).
Όταν βραδινοί διαβάτες στο παραλίμνιο, περνώντας τη σπηλιά του Δ. Φιλοσόφου, που γνωρίζαμε την μαρτυρική του ιστορία (τότε μας δίδασκαν οι δάσκαλοί μας την ιστορία της Πόλης μας), νομίζαμε θ’ ακούσουμε να ζωντανεύουν κάπως παράξενα τα περασμένα .
Όλα διογκώνονται, μεγαλοποιούνται στη φαντασία, δεν έχει σημασία αν δεν ζούνε σαρκωμένες υλικά οι φευγάτες ψυχές .
Όλα τα κτίσματα και τα ερειπώματα των εποχών του κάστρου, φιλοξενεί τους πριν κυρίαρχους λαούς που διάβηκαν στην ακμή της φυλής τους , σαν ταξιδιώτες αιωνιότητας, να περάσουν εκεί όπου ζήσανε στη λάμψη της εφήμερης νίκης και κατοχής.
Μονάχα νύχτα ‘’επιτρέπεται‘’ το πέρασμά τους.
Ας κάνουμε τώρα, ένα πισωγύρισμα στα παιδικά μας χρόνια, όπως ζήσαμε εμείς το κάστρο όταν παίζαμε στις αλάνες του. Να περπατήσουμε νοερά στα στενοσόκακα του κάστρου αλλά και στα στενοσόκακα της πόλης που τότε δεν χωρούσαν τα λιγοστά αυτοκίνητα. Να φέρουμε το χρόνο πίσω σε ανθρώπους που άφησαν το στίγμα τους με τις συμπεριφορές τους , όπως και με τη ντοπιολαλιά που ακόμη και σήμερα παλιοί Γιαννιώτες, λένε λέξεις που τότε ήταν στη καθημερινότητα των γονιών μας, τα Γιαννιώτ’ κα.
Όπως και στέκια γύρω απ’ το κάστρο, όπως το κέντρο η ‘’ Κυρά Φροσύνη’’ τη Σκάλα με τα καίκια, τα ταμπάκικα, του Μακρή…
Δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τη συμμαθήτριά μου την Κλεάνθη γέννημα θρέμμα ‘’καστρινή’’ που θυμάται τα χρόνια εκείνα, που δεν έχουν να κάνουν με το σήμερα : ‘’Γιάννη όταν ακούω το τραγούδι ‘’Τα σπίτια είναι χαμηλά / σαν έρημοι στρατώνες/ τα καλοκαίρια μας μικρά / κι’ ατέλειωτοι χειμώνες, μου θυμίζει το κάστρο που μεγάλωσα. Τα σπίτια που μέναμε ήταν Βακούφικα και πληρώναμε ένα μικρό ενοίκιο, όλα κατεστραμμένα, μιλάμε τώρα για το 1958-59.
Τα παιχνίδια των αγοριών ήταν πόλεμοι με τους Τούρκους επηρεασμένα από το περιβάλλον με τις οβίδες που βλέπανε, τα κανόνια, τις πολεμίστρες, τα τζαμιά. Φτώχεια, νερό με τα γκιούμια και τα λαινια που παίρναμε από την κοινοτική βρύση , εκεί πλέναμε τα χόρτα που μαζεύαμε επάνω στο Ίτς Καλέ, που βοσκούσαμε με τη γιαγιά τις γίδες .
Η θέρμανση με το μαγκάλι, που να ζεσταθούμε με το ψοφόκρυο που έκανε τότε στα Γιάννινα. Κουλουριαζόμασταν τις βελέντζες να διαβάσουμε. Η τσίγκινη βρύση, το μουσκέτο, τη φουφού μέχρι που πήραμε γκαζιέρα. Κι’ όμως νιώθαμε καλά γιατί δεν ξέραμε καλύτερα.
Το Μεγαλοβδόμαδο εκκλησιαζόμασταν στους Αγίους Αναργύρους στο Ίτς –Καλέ, στολίζαμε τον Επιτάφιο με λουλούδια που μαζεύαμε από εκεί γύρω και ερχότανε οι φαντάροι από τη στρατώνα στα Λιθαρίτσια και ανεβαίναμε συνοδεία στην πλατεία να συναντηθούμε με τους άλλους, για να συγκρίνουμε ποιος θα είναι ο καλύτερος.
Κάστρο, Λίμνη και Νησί όλα δεμένα γύρω στη γραφική γοητεία της Πόλης των γραμμάτων και των τεχνών, των Γιαννίνων, τη δική της ιστορία και τα ξέχωρα μυστικά της. Πολλοί συγχέουν ότι το κάστρο, χτίστηκε από τον Αλή Πασά.
Όχι, χτίστηκε επί Ιουστινιανού και είναι το αρχαιότερο βυζαντινό κάστρο. Επί Αλή Πασά έγιναν σημαντικές κατασκευές και οχυρώσεις. Το κάστρο υπήρξε από κάθε άποψη σημαντικό κέντρο της Ηπείρου επί τρείς αιώνες.