ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Στου Γιωργίτση την πηγή…

 Βλέποντας τον καλό καιρό, είπα μία μέρα ν’ ανέβω στα ψηλά στις «πολιτσιές» (ονομασία οροπεδίου του Μετσόβου) να χαρώ τη μέρα εκεί δίπλα στη λίμνη των Πολιτσιών.

28 Μάρ 2025 • 09:08
 Βλέποντας τον καλό καιρό, είπα μία μέρα ν’ ανέβω στα ψηλά στις «πολιτσιές» (ονομασία οροπεδίου του Μετσόβου) να χαρώ τη μέρα εκεί δίπλα στη λίμνη των Πολιτσιών.

 Άφησα κατά μέρος τον Καβάφη με «Τη μια μονότονη ημέρα άλλη/ μονότονη   απαράμιλλη την ακολουθεί/ Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει». Σταμάτησα στην πηγή του «Γιωργίτση» με το πολύ κρύο νερό που είναι και πολύ χωνευτικό, αλλά υπάρχουν και πολλές εικασίες και παραδόσεις γύρω από τον Γιωργίτση,  άλλες  φανταστικές και άλλες  χιουμοριστικές και πικάντικες. 

Η πιο πρόσφατη που είναι και αληθινή  είναι  η εξής:  Όταν ο βασιλιάς Παύλος  με τη Φρειδερίκη επισκέφτηκαν το Μέτσοβο φιλοξενούμενοι του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, σε μια  βόλτα στο οροπέδιο των Πολιτσιών να ψήσουν (τότε δεν υπήρχε  ο δρόμος που είναι σήμερα) ανεβήκαν με τα μουλάρια.

Ο κερατζής, Τρούλιας το ψευδώνυμο, πάντα λίγο πιωμένος, μόλις φτάσανε στην πηγή, απευθύνθηκε στον  βασιλιά  και του λέει: «Κιαρατά  βασιλιά πιες νερό απ’ τον π…τσο του Γιωργίτση» γιατί οι ντόπιοι έτσι αποκαλούμε την πηγή, πιθανόν από την Ιταλική ονομασία, όταν ήταν οι Ιταλοί στο Μέτσοβο ή από Αρβανιτόβλαχους που για μας επειδή είναι πικάντικη την καθιερώσαμε στην καθημερινή μας αναφορά για την πηγή.

Κάθισα στο παγκάκι με τα στέγαστρο που είναι δίπλα στην πηγή και στην απόλυτη ηρεμία αυτή του δάσους θυμήθηκα τον Χένρυ Βαν  Ντάικ: «Τα δάση  θα ήταν πολύ σιωπηλά, αν τα μόνα πουλιά που τραγουδούσαν ήταν όσα τραγουδούν καλύτερα». Βέβαια, τώρα είναι νωρίς και δεν άκουγα πολλά κελαδίσματα πουλιών. 

Βάζω το ραδιόφωνο κι ακούω μια μαγευτική μουσική, κι είναι μουσική που ξεχωρίζεις βιολιά, κιθάρες, μαντολίνα και πιάνα κι’ είναι τόσο απαλή,  σαν χάδι νύχτας. Αυτή την ώρα μπορώ να πω ότι παραδόθηκα σε μια νιρβάνα που αθέλητα η στιγμή και η μελωδία με συνεπήρε. 

Συνάμα το θρόισμα των φύλλων των δέντρων, σαν σιγοφυσούσε  τ’ αεράκι στην απόλυτη σιγαλιά, που καμιά φορά την διέκοπταν κάποια βατράχια που κουάζανε  χαρούμενα κι’ αυτά στην πρώτη ανοιξιάτικη μέρα, στην πιο όμορφη στιγμή. 

Ρομαντικές εικόνες, που θαρρούμε πως τις αποδιώξαμε από τη ζωή μας και που γράφοντάς τες θέλω να κεντρίσω το ενδιαφέρον αυτών που θα τις διαβάσουν να «πάρουν τα βουνά». Γιατί να μην ξεμουδιάζουμε τη σκέψη μας, τη ματιά μας, με μια ρομαντική ανάπαυλα, από τον καθημερινό κάματο, το άγχος, τη βιοπάλη.

Οι τόσες έγνοιες δεν θέλουν πότε  - πότε αμπάρωμα και ν’αφήσουμε τη ματιά μας να χαιδέψει ό,τι μας δίνεται απλόχερα από τον περίγυρο της φύσης; Αυτές είναι στιγμές που αξίζει να τις σταματάμε και να τις νοσταλγούμε κάποτε σ’ αυτή τη ζωή.

 Μέσα σ’ αυτή την έντονα άτονη καθημερινότητα  που ζούμε, που τα ίδια και τα ίδια  γυροφέρνοντας  μπροστά  μας,  κάνουν  να καταπινόμαστε μ’ όμοια ενασχόληση   να ξεπεράσουμε τα προβλήματα του σήμερα  και να προσμένουμε το αύριο, ξεκινώντας από εκεί που σταματήσαμε σήμερα. 

Τούτη την ευχαρίστηση και την ομορφιά δεν μπορούν να τη δώσουν του κόσμου τα ηλεκτρονικά κατορθώματα. Τυχεροί όσοι ξεφεύγουν από όσα μας περιτριγυρίζουν και μας κάνουν να σερνόμαστε στη ρουτίνα της καθημερινότητας. 

 Κάθισα ρεμβάζοντας μέχρι την ώρα του δειλινού με το αεράκι τώρα να είναι  δυνατό και τσουχτερό και το θρόισμα των φύλλων κι’ αυτό ισχυρό. Αγναντεύοντας τα  πολυχρωματιστά σκόρπια συννεφάκια στον γαλανό ουρανό σαν αποχαιρετάει ο ήλιος  τη μέρα, στραφταλίζοντας ανταύγειες στα νερά της λίμνης και να σηκώνονται  κυματάκια από το αεράκι, μια αγαλλίαση και μια νότα γλυκόηχη νοιώθω για τα μάτια  και τ’ αυτιά μου.

Σιγά – σιγά άρχισε να πέφτει το σούρουπο και η θερμοκρασία έπεσε αισθητά παρά την ανοιξιάτικη μέρα. Θυμήθηκα τον Γιωργίτση που η παράδοση λέει ότι βρέθηκε παγωμένος δίπλα στην πηγή, άλλωστε γι’ αυτό πήρε και την ονομασία του. Εκείνα τα χρόνια στην περιοχή αυτή έριχνε πολλά χιόνια που φτάνανε επάνω από δυο μέτρα . Δεν ζούσε άνθρωπος  εκεί την εποχή αυτή. Τώρα πως γελάστηκε  ο Γιωργίτσης  δεν γνωρίζω, πιθανόν να είχε καλό καιρό και θα είπε: ας καθίσω λίγο ακόμη και με την πρώτη κακοκαιρία κατεβαίνω στο χωριό να βρεθώ με την καλή μου. Πως λέει η παροιμία «νταλκάς είναι αυτός κι όχι τσουρβάς να τον κόψεις». 

Θα αναφέρω δυο εκδοχές που μου αφηγήθηκαν παππούδες αρκετά χρόνια πριν.  Κατά πόσο αληθεύουν δεν γνωρίζω, μπορεί να είναι φανταστικά σενάρια  και ιστορίες που «έπλεκαν» οι παππούδες εκεί στη πλατεία που κάθονταν συνήθως για να περάσει η ώρα. Η πρώτη λέει: Ο Γιωργίτσης ήταν ένα όμορφο παλικάρι ορφανό, τσοπάνης σε μεγαλοτσέλιγκα είχε κι’ εκείνος λίγα προβατάκια. Όταν κατέβαινε στο Μέτσοβο τα κορίτσια πίσω από τις κουρτίνες και τους αργαλειούς, τον γλυκοκοίταζαν, όπως και στο χορό στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής.

Μεταξύ αυτών των κοριτσιών ήταν και μια δασκαλίτσα που τον ερωτεύτηκε και όταν ήρθε η ώρα για τα χειμαδιά δεν τον άφησε να φύγει και έμεινε στο μαντρί. Μια μέρα βγήκε να τα ποτίσει και έπιασε τέτοια μεγάλη κακοκαιρία που πάγωσε  μαζί με το κοπάδι του. Η άλλη εκδοχή που συνήθως αυτή επικρατεί, γιατί είναι πικάντικη, λέει ότι ήταν ερωτευμένος με μια παντρεμένη και εκείνη την ημέρα που έφευγε ο άντρας της στα χειμαδιά του μήνυσε να μην φύγει και έμεινε πίσω. 

   Το αποτέλεσμα και στις δυο περιπτώσεις ήταν ότι πάγωσε. Στη δεύτερη περίπτωση μαθεύτηκε στο χωριό ότι κάποιος πάγωσε πάνω στις πολιτσιές και ανέβηκαν να δούνε ποιος είναι. Δυστυχώς τα αγρίμια τον είχαν κατασπαράξει και δεν ξέρανε ποιος είναι. 

Μόνο τα απόκρυφά του ήταν άθικτα και τότε αυθόρμητα χωρίς να το καταλάβει  της ξέφυγε της παντρεμένης και φώναξε «είναι ο Γιωργίτσης».

 Λίγο - πολύ όλοι κατάλαβαν και μειδιάσανε πονηρά, εδώ ταιριάζει το «θέλει η  π.. να κρυφτεί». Αυτά λέει η παράδοση για την πηγή του Γιωργίτση, εγώ θα σας παρότρυνα να  πάτε να πιείτε νερό από του Γιωργίτση όπως έκανα κι’ εγώ που γέμισα  τις νταμιζάνες.

Επίσης, επί τη ευκαιρία θέλω να πω στους φίλους επισκέπτες του Μετσόβου, ότι το Μέτσοβο δεν είναι μόνο το κοντοσούβλι που το θέλουν μερικοί, αλλά ένας τόπος  απείρου φυσικού κάλλους που οι ομορφιές του σαγηνεύουν τον επισκέπτη, αρχίζοντας ψηλά από τον Προφήτη Ηλία μέχρι στους πρόποδες στον ανακαινισμένο περιβαλλοντικό χώρο του Αγίου Νικολάου, εκτός βέβαια από το Λαογραφικό Μουσείο, την Πινακοθήκη, το μουσείο Τσανάκα,  το Οινοποιείο, τον Ναό της Αγίας Παρασκευής, της Παναγίας, το πάρκο του Αγίου Γεωργίου το καλοκαίρι που έχει όλα τα είδη των δέντρων που συναντάμε στην Πίνδο. 

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.