ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ, φιλόλογος - συγγραφέας
Ύστερα από τη βάναυση μεταχείριση κάποιων έργων τέχνης, εκτεθειμένων πρόσφατα στην Εθνική πινακοθήκη Αθηνών -από μέλος του Ελληνικού κοινοβουλίου παρακαλώ!- τίθεται για μια ακόμη φορά το ερώτημα: υπάρχουν όρια στην τέχνη; Προσωπικά θα απαντούσα απερίφραστα ΝΑΙ. Υπάρχουν όρια σε κάθε έκφραση (λόγος) και έκφανση (εικόνα), όταν αυτό συμβαίνει σε κοινωνικούς - συλλογικούς χώρους. Όταν δηλαδή δεν είμαστε μόνοι μας. Εξάλλου, αυτό δηλώνουν ή υποδηλώνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας: «πρέπει», «επιτρέπεται», «επιβάλλεται», «μπορεί», «είναι δυνατόν», «ταιριάζει» κλπ κλπ: Με τις λέξεις αυτές, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, θέτουμε αυτομάτως όρια, περιορισμούς ή προϋποθέσεις στη συμπεριφορά μας.
Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί σχετικά με την έκφραση του λόγου, προφορικού ή γραπτού, τη διακίνηση ιδεών, τη θρησκευτική έκφραση, την έκθεση του σώματος, τη μετακίνηση και εν γένει την έννοια της Ελευθερίας. Της κάθε ελευθερίας.
Ιδού κάποια ενδεικτικά παραδείγματα: επιτρέπεται να κυκλοφορώ στους δρόμους όπως με γέννησε η μάνα μου; Όχι, είναι ντροπή, θα μου απαντούσε ο διπλανός μου! Σε βλέπει ο κόσμος! Ναι, αλλά το σώμα είναι δικό μου κι όπως θέλω το ορίζω. Δικό σου είναι αλλά δεν… Υπάρχουν όρια. Αντιβαίνεις το δημόσιο αίσθημα και θα συλληφθείς για προσβολή της «δημοσίας αιδούς». Μπορώ όμως να κυκλοφορώ στο σπίτι μου ολόγυμνος; ΝΑΙ, μπορείς αν είσαι μόνος σου και δεν ενοχλούνται τα μέλη της οικογενείας σου. Μπορείς επίσης να κυκλοφορείς γυμνός αν δεν σε βλέπει κανείς ή στην ειδική πλαζ των γυμνιστών!
Επιτρέπεται να τρώω ασύστολα γιατί με ευχαριστεί ή να τρώω ελάχιστα για να φαίνονται οι κοιλιακοί μου; Ναι, επιτρέπεται αν υπάρχουν τα οικονομικά σου ή εφόσον έχεις τέτοια στάση ζωής. Όμως δεν πρέπει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν δεν βάλεις μόνος μου ή σου βάλουν κάποιοι άλλοι (π.χ. γιατροί) όρια στο πάθος της αχαλίνωτης λαιμαργίας ή της υπέρμετρης ωραιοπάθειας, τότε σίγουρα θα αρρωστήσεις βαριά και θα πεθάνεις πρόωρα. Πιθανώς και πάνω στο άνθος της ηλικίας σου!
Είναι σωστό να φανατίζομαι με την οπαδικο-θρησκευτικο-κομματικο-πολιτικο-φιλοσοφική μου επιλογή και ιδεολογία; Όχι βέβαια. Ο φανατισμός, κάθε φανατισμός, είναι μια ακραία (χωρίς όρια) συμπεριφορά που μπορεί να σε εκτρέψει από τη λογική και να σε οδηγήσει στη βία. Και «κάθε μορφή βίας, απ’ όπου κι αν προέρχεται», είναι επικίνδυνη και ανεπίτρεπτη. Ειδικά ο θρησκευτικός φανατισμός, θα ξέρεις πόσες και πόσες τραγωδίες προκάλεσε στην ανθρωπότητα σε όλη την πορεία της Ιστορίας μέχρι τις μέρες μας.
Το ότι υπάρχουν όρια στην καθημερινή μας επικοινωνία και συνύπαρξη είναι τόσο φυσιολογικό, αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο, όσο και το φυσικό φαινόμενο της εναλλαγής της μέρας με τη νύχτα! Σχετικά με το μέτρο στην ανθρώπινη ζωή, το καταστάλαγμα της ανθρώπινης σοφίας στο ζήτημα αυτό αποτυπώθηκε με πλήθος γνωμικών. Π.χ. «Μηδέν άγαν» (Σόλων), «μέτρον άριστον» (Κλεόβουλος ο Ρόδιος), «μέτρα φυλάσσεσθε», Ησίοδος, «παν το πολύ τη φύσει πολέμιον», Ιπποκράτης ο Κείος, «ψυχή, ω ψυχή, που σε ταράζουν αναπόφευκτες συμφορές… Στη χαρά να χαίρεσαι και στη συμφορά να λυπάσαι. Όμως όχι υπερβολικά. Και μάθε ποιος ρυθμός κυβερνά τους ανθρώπους. (Αρχίλοχος ο Πάριος, αρχ. Λυρικός ποιητής). «Αρετή μεσότητα εστι» (Αριστοτέλης). «Summum jus summa injuria» (άκρα δικαιοσύνη, άκρα αδικία»), Ρωμαϊκό δίκαιο κλπ, κλπ.
Ας επανέλθουμε στην τέχνη. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «τίκτω» που σημαίνει γεννώ. Και η γέννηση είναι μια υπέροχη πράξη που συντελείται με πόνο και αγάπη μαζί. Με όλο το είναι του γεννήτορα-δημιουργού. Όπως η μάνα που γεννά το παιδί από τα σπλάχνα της κι όπως κάθε θηλυκό όν που γεννά το «τέκνο» της. Με την έννοια αυτή το κάθε γέννημα-δημιούργημα είναι κάτι σπουδαίο, κάτι βαθύ, ιερό και σεβαστό. Όμως, τα χαρακτηριστικά αυτά είναι «προϊόντα» κοινωνικά αφού η αποτίμηση αυτή δεν προέρχεται από τον τεχνίτη-καλλιτέχνη-δημιουργό, αλλά από την κοινότητα, μικρότερη, μεγαλύτερη ή και παγκόσμια, στην οποία υπάγεται. Και ως τέτοιο έχει αποτυπωθεί στη συλλογική συνείδηση. Όμως, η «κοινωνική -συλλογική συνείδηση» είναι μια έννοια που εμπεριέχει «αφ’ εαυτής» το μέτρο και όχι το άμετρο, στον χρόνο και τον τόπο της δημιουργίας του καλλιτεχνήματος.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το εξαίσιο γλυπτό «Ερμής» του Πραξιτέλη, του 4ου αι. π.Χ. Το διάσημο αυτό γλυπτό παριστάνει τον θεό Ερμή ολόγυμνο. Θα έλεγε κανείς μα αυτό το ολόγυμνο άγαλμα προσβάλλει το κοινό αίσθημα και συνεπώς η ελευθερία του καλλιτέχνη δεν έχει όρια. Δεν είναι έτσι. Η ολόγυμνη αυτή ανδρική παράσταση όχι μόνον ήταν αποδεκτή από το τότε δημόσιο αίσθημα και τη συλλογική συνείδηση, αλλά ταυτόχρονα ενέπνεε κιόλας, αφού το ολόγυμνο του ανδρικού σώματος συμβόλιζε την ολοκληρωμένη ομορφιά, το αθλητικό ιδεώδες και τη σωματική δύναμη που απαιτεί το υπέρτατο ιδανικό της πατρίδας. Συμβόλιζε ακόμη, πιθανότατα, και την ανδρική κυριαρχία (φαλλοκρατία) της ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Αντίθετα, το άλλο διάσημο γλυπτό, «Η Αφροδίτη της Μήλου» δεν παριστάνει ολόγυμνο το γυναικείο σώμα γιατί θα προκαλούσε το δημόσιο αίσθημα και συνεπώς θα αποτελούσε «ύβρη» απέναντι στους θρησκευτικο-κοινωνικο-πολιτικούς θεσμούς της Ρωμαϊκής κοινωνίας του 1ου αιώνα π.Χ., όταν και σκαλίστηκε.
Προς τι λοιπόν η δημόσια έκθεση των ζωγραφικών έργων της «Σαγήνης του Αλλόκοτου» που παριστάνουν ιερές μορφές Αγίων της Χριστιανοσύνης με τρόπο χλευαστικό; Ιδιαίτερα ο πίνακας με την Παναγία τη Βρεφοκρατούσα, όπου το πρόσωπο της εικονίζεται σαν μια απαίσια και βλοσυρή μορφή, έχοντας το τσιγαράκι της κολλημένο στο στόμα ως αρειμάνια καπνίστρια και ο Χριστός ως βρέφος σκοτεινό και αηδιαστικά αλλόκοτο;
Φυσικά και ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, όπως και κάθε καλλιτέχνης, έχει το δικαίωμα και την ελευθερία να χλευάζει πρόσωπα και καταστάσεις. Όχι όμως τα σύμβολα που αποτελούν δομικούς πυλώνες της κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν και που είναι ενσωματωμένα και εμψυχωμένα στη συλλογική συνείδηση και τον βαθύτερο ψυχισμό των μελών της. Αυτά πρέπει να γίνονται σεβαστά και να μη λοιδορούνται με κανένα τρόπο και από καμιά τέχνη. Ο σεβασμός τέτοιων συμβόλων δηλώνει σεβασμό στην κοινωνία που αντιπροσωπεύουν και είναι βαθιά ανθρώπινος.
Θεωρώ πως το πρόσωπο της Παναγίας αποτελεί ένα τέτοιο προαιώνιο και διαχρονικό σύμβολο, εθνικό και θρησκευτικό. Κυρίως όμως σύμβολο βαθύτατα συναισθηματικό, καθώς εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια συνανθρώπων όπου γης, βλέπουν καθημερινά στη μορφή της την ιερή μορφή της μάνας τους και βρίσκουν δίπλα της την παρηγοριά, το βάλσαμο και την καταφυγή στις τρικυμίες της ζωής τους. Εξάλλου. η ιερή μορφή της παντοτινής και οικουμενικής μάνας είναι αυτή που προσέδωσε και την ιερότητα στη μορφή της Παναγίας. Γι’ αυτό τόσοι και τόσοι σπουδαίοι υπηρέτες της Ποίησης, της Τέχνης των Τεχνών, ανά την οικουμένη, όχι μόνο τη σεβάστηκαν αλλά την ύμνησαν και την εξύμνησαν όσο λίγα πρόσωπα. Ακόμη και Ποιητές, η κοσμοθεωρία των οποίων βρίσκεται παρασάγγες μακριά από τον θρησκευτικό συμβολισμό της. Γι’ αυτό και η δημόσια έκθεση του συγκεκριμένου πίνακα ζωγραφικής εξήγειρε συνειδήσεις.
Εδώ ας μου επιτραπεί και μια πολιτική αναφορά: για τους συμπολίτες που αυτοπροσδιορίζονται «προοδευτικοί» και αποδέχονται ασμένως το έργο με τη βλοσυρή μορφή της Παναγίας στην πρόσφατη δημόσια έκθεση, ενώ ύστερα από την απόσυρση των πινάκων που προκάλεσαν το δημόσιο αίσθημα, περιορίζεται η ελεύθερη έκφραση και συνεπώς η Δημοκρατία, ως απάντηση τούς αφιερώνω τους παρακάτω στίχους.
Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ' τ' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
(Γιάννης Ρίτσος)
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ, φιλόλογος - συγγραφέας