ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Συμφεροντολογία και ηθική στην πολιτική…
Το ζήτημα της ηθικής ταυτότητας των αιρετών αρχόντων έχει μελετηθεί από πολλούς στοχαστές, τόσο στην κλασική περίοδο της αρχαιότητας, όσο και στα νεότερα χρόνια, από τον Διαφωτισμό και ύστερα. Όλοι οι θεωρητικοί επισημαίνουν ότι ένας πολιτικός με την συμπεριφορά του λειτουργεί ως παιδαγωγός και πρότυπο για τους πολίτες. Τούτο σημαίνει ότι η πολιτική στάση του κόσμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους κάθε φορά ηγέτες του. Κανείς σήμερα δεν αμφιβάλει ότι η κοινή γνώμη έχει αρνητική αξιολόγηση για την πρακτική και γενικά για την
11 Απρ 2025 • 08:03
SHARE
Το ζήτημα της ηθικής ταυτότητας των αιρετών αρχόντων έχει μελετηθεί από πολλούς στοχαστές, τόσο στην κλασική περίοδο της αρχαιότητας, όσο και στα νεότερα χρόνια, από τον Διαφωτισμό και ύστερα. Όλοι οι θεωρητικοί επισημαίνουν ότι ένας πολιτικός με την συμπεριφορά του λειτουργεί ως παιδαγωγός και πρότυπο για τους πολίτες. Τούτο σημαίνει ότι η πολιτική στάση του κόσμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους κάθε φορά ηγέτες του. Κανείς σήμερα δεν αμφιβάλει ότι η κοινή γνώμη έχει αρνητική αξιολόγηση για την πρακτική και γενικά για την
συμπεριφορά των αρχόντων. Δηλαδή ο κόσμος υποψιάζεται και ισχυρίζεται ότι το προσωπικό συμφέρον καθορίζει τη σκέψη και τις επιλογές των πολιτικών. Έχει όμως αληθινή βάση αυτή η υποψία ή προέρχεται από υποκειμενικά κίνητρα του καθενός;
Δυστυχώς, σε όλο το πολιτικό φάσμα εκδηλώνονται συμπεριφορές που δύσκολα ερμηνεύονται ως κίνητρα προαγωγής του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας. Αντίθετα, οι ενδείξεις και συχνά οι αποδείξεις, οδηγούν στη βεβαιότητα ότι πολλοί των αιρετών ασκούν «το λειτούργημα» ως επάγγελμα και όχι ως καθήκον ή αποστολή. Τούτο επιβεβαιώνεται με όσα βλέπουμε, διαβάζουμε και ακούμε για τις επιδιώξεις και τα έργα των εκλεκτών μας.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο πολιτικό, το οποίο υποσκάπτει τις αρχές και τις αξίες του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η παρηγοριά μας βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά εκδηλώνεται, όχι μόνο στη δική μας χώρα, αλλά και σε άλλες χώρες ευρωπαϊκές με πλούσια παράδοση στον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Και το πρόβλημα γίνεται σοβαρό, επειδή οι υποψήφιοι αιρετοί για ένα δημόσιο αξίωμα, κινούνται όχι από τη διάθεση προσφοράς, αλλά από την προσμονή να λάβουν το ανάλογο με τις ανάγκες τους αντίδωρο.
Για να μην έχει κανείς αμφιβολία, ας κοιτάξει γύρω μας όσους ασκούν ρόλους στην πολιτική σκηνή. Θα διαπιστώσει ότι οι πλείονες αυτών είναι ανεπάγγελτοι, ανεπαρκείς πολιτικής παιδείας και εξαρτημένοι από διαπροσωπικές, οικογενειακές ή κομματικές διασυνδέσεις. Είναι δηλαδή πρόσωπα, όχι αυτοδημιούργητα στον κοινό χώρο, αλλά ετεροκαθοριζόμενα από σχέσεις ή εξαρτήσεις αμφιβόλου πολιτικής και ηθικής ωριμότητας.
Και το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην ανοχή ή μάλλον στην αδιαφορία των πολλών για το τι συμφέρει την κοινωνία και ποιος μπορεί να την ωφελήσει. Είμαστε όλοι «δοχεία» προσωπικών επιδιώξεων και όχι φορείς κοινωνικών ανησυχιών. Επομένως, το συμφέρον του καθενός διαμορφώνει και τις κατάλληλες συνθήκες για να αναδεικνύονται στα αιρετά αξιώματα άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τα στοιχειώδη για τις υποχρεώσεις τους.
Και είναι φυσικό όταν εκλέγεται ένα πρόσωπο με πολιτική και μορφωτική ανεπάρκεια, να δείχνει και ηθική ελαστικότητα στις συμπεριφορές του. Θεωρώ λοιπόν ότι το προσωπικό συμφέρον δεν έχει απολύτως καμία θέση στα πρόσωπα που επιλέγονται για ρόλους εξουσίας σε όλα τα επίπεδα. Έτσι ερμηνεύεται και το συχνό φαινόμενο να κατηγορούνται Δήμαρχοι, Διοικητές, Υπουργοί, για συνέργεια σε πράξεις μη νόμιμες.
Θα αρκεστώ να αναφερθώ σε ένα ζήτημα που τελευταία απασχολεί την περιοχή μας και το οποίο είναι λογικό να δημιουργεί ερωτήματα συμπεριφοράς των αιρετών. Διαφωνεί ο Περιφερειάρχης με τον Δήμαρχο για το αν πρέπει ή όχι σε υπό κατασκευή τμήματος δρόμου να γίνει μία ακόμη επιπλέον εργασία, της οποίας το κόστος θα φτάσει τα τέσσερα εκατομμύρια! Αλήθεια, εδώ στον δικό μας Δήμο δεν υπάρχουν τεχνικοί να συμβουλέψουν για το πώς πρέπει να προχωρήσει το έργο, και πρέπει να μας υποδείξει καθηγητής από την Πάτρα, με αποτέλεσμα να χρειάζονται άλλα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ;
Όταν ο πολίτης βλέπει αυτές τις πρακτικές, πώς μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην αξιοσύνη των αιρετών και στην ορθή διαχείριση των πόρων; Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα σε όλους τους χώρους και γι’ αυτό ο πολίτης δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με πρακτικές που δεν υπηρετούν με βεβαιότητα το κοινό συμφέρον, αλλά δημιουργούν υποψίες για συμπεριφορές που υπακούουν σε προτροπές άλλων στόχων και επιδιώξεων.
Για όλα αυτά η εφαρμογή των νόμων και ο έλεγχος των πολιτών μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον λογοδοσίας των αρχόντων και ενίσχυσης της εμπιστοσύνη στους θεσμούς της τοπικής και της κεντρικής εξουσίας.