Άνοιξη του 1250 π.Χ. Ιθάκη, Λιμάνι.
Άνοιξη του 1250 π.Χ. Ιθάκη, Λιμάνι.
Τον είδα για τελευταία φορά πάνω στο πλοίο. Αγέρωχος. Όμορφος σαν Θεός! Μήτε που μούριξε μια ματιά. Ο νους του ήταν συνέχεια στην Πηνελόπη και στο μωρό, τον Τηλέμαχο. Ο Τηλέμαχος με τσάτιζε εκείνο το πρωί… Κλαψούριζε ασταμάτητα σαν κουτάβι. Όσο για την κυρά μου, αυτή είχε πετρώσει. Μήτε κλάματα μήτε χαμόγελα. Τι κι αν είχε φορέσει την καλή της την εσθήτα. Τι κι αν οι θεραπαινίδες της είχαν επιμεληθεί το περίτεχνο χτένισμά της και το χρυσό της περιδέραιο –δώρο του Οδυσσέα, φερμένο από τις Μυκήνες- άστραψε στον κατάλευκο λαιμό της… Η βασίλισσα της Ιθάκης δεν άφησε να της ξεφύγει ούτε ένα δάκρυ!
Κι όμως την προηγούμενη νύχτα την άκουγα ώρες ατέλειωτες να κλαίει με αναφιλητά… Γιατί εγώ δεν είμαι τυχαίος σκύλος! Δεν είμαι απ’ αυτούς τους αλήτες που γυρίζουν στο λιμάνι και τρέχουν πίσω από τα κάρα και τις άμαξες γαυγίζοντας… Εγώ είμαι ο Σκύλος του Οδυσσέα! Κι έχω το ύψιστο προνόμιο να κοιμάμαι έξω από τη βασιλική κάμαρα κι όποτε θέλω να μπαίνω μέσα… Αρκεί βέβαια να μην μπλέκομαι στα πόδια της κυράς μου. Ξέρω όλες τις λεπτομέρειες της νυφικής τους παστάδας. Το τεράστιο κρεβάτι που ο ίδιος ο Οδυσσέας τόφιαξε βάζοντας όλη του την τέχνη με τα πιο μαλακά επεξεργασμένα δέρματα βοδιών… Τα χρυσοκέντητα μαξιλάρια… Το χρυσό λαγίνι… Τα πανέρια με τα φτιασίδια της κυράς μου… (που τι να τα κάνει εδώ που τα λέμε τα φτιασίδια, η Πηνελόπη λάμπει σαν τον ήλιο). Αρώματα φερμένα από την Αίγυπτο… Και το ασημοσκαλισμένο ξίφος του Οδυσσέα, που τόχει κάτω από το προσκεφάλι του τη νύχτα όταν κοιμάται.
Κανένας άλλος δεν μπαίνει στη βασιλική κάμαρα. Ούτε δούλες, ούτε παραμάνες. Το προνόμιο τούτο το κέρδισα με την αξία μου. Ήμουν κουτάβι ακόμα όταν οσφρίστηκα το πρώτο μου ζαρκάδι! Το πήρα στο κατόπι γαυγίζοντας. Ο Οδυσσέας δεν έχασε καιρό, τέντωσε το τόξο του και το πέτυχε με τη μία! Έτρεξα κοντά του και στάθηκα στο πλάι του περήφανος για το κατόρθωμά μου.
-Θα γίνεις σπουδαίος σκύλος, μου είπε και με χάιδεψε πίσω από τα αυτιά. Μαζί θα βγαίνουμε στο κυνήγι.
Επιστρέψαμε στο Παλάτι. Ο Οδυσσέας έφιππος… Εγώ να τρέχω δεξιά κι αριστερά, παίζοντας, ξεσηκώνοντας με τα κόλπα μου τα πουλιά, τις νυφίτσες και τους λαγούς του δάσους της Ιθάκης… Κι από κοντά οι δούλοι κουβαλώντας το κυνήγι και τα τόξα του αφέντη μου.
- Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!
* * *
Κι ύστερα; Ύστερα γίναμε αχώριστοι. Ο Βασιλιάς, οι ακόλουθοι κι εγώ. Στην Αγορά, στις Λαϊκές Συνελεύσεις, στα Συμπόσια. Δεν τον έχανα ποτέ από τα μάτια μου! Όταν κάποιος τον πλησίαζε πολύ κοντά, έτριζα τα δόντια μου, ανασήκωνα τα’ αυτιά κι άλλαζα θέση νευρικά στα μπροστινά μου πόδια. Ο Οδυσσέας με καταλάβαινε. Αρκούσε ένα νεύμα του κι αμέσως ησύχαζα, όμως δεν χαλάρωνα. Ήταν λεβεντόπαιδο ο αφέντης μου. Κανένας δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στο ακόντιο, στο τρέξιμο, στην πάλη. Οι Ιθακιώτες τον αγαπούσαν αλλά και κάποιοι τον εχθρεύονταν. Ζήλευαν τη δύναμή του, το πολυμήχανο μυαλό του, σφετερίζονταν το θρόνο του, ποθούσαν τη βασιλοπούλα του.
Η Πηνελόπη σε αντίθεση με την πρωτοξαδέρφη της, την Ελένη από τη Σπάρτη (πανέμορφο κορίτσι αλλά άμυαλο) σε κερδίζει με την ευπρέπειά της. Ένα χρόνο έχει που ήρθε νύφη πολύφερνη στην Ιθάκη. Τα μάτια της δεν τα σήκωσε ποτέ να κοιτάξει άλλον άντρα εκτός από τον αφέντη μου.
-Έφερες τα προικιά σου να στολίσουν το παλάτι μα το πολυτιμότερο στολίδι απ’ όλα είσαι Εσύ, της είπε ο Οδυσσέας κι αυτή έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του.
-Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός όταν είσαι χαρούμενος.
-Πηνελόπη, το κουτάβι μας είναι ο φύλακας του παλατιού. Πρέπει να του βρούμε ένα όνομα αντάξιο των ικανοτήτων του.
Η βασίλισσα έμεινε για λίγο σκεφτική. Εγώ την κοίταζα στα μάτια όλο προσμονή. Το κατάλευκο αψεγάδιαστο τρίχωμά μου λαχταρούσε ένα χάδι, όμως η Πηνελόπη ήταν πάντα απόμακρη και σοβαρή.
- Άργος, θα τον λέμε (Άργος που σημαίνει λευκός)…
Μ’ αυτό το όνομα με έμαθε όλο το νησί κι ακόμα παρά πέρα. Κανένας σκύλος δεν μπορούσε να με ανταγωνιστεί! Ούτε πέρασε άνθρωπος από το παλάτι και να μην τον καταγράψω από τη μυρωδιά! Κι αν ο ίδιος μουσαφίρης ξανάρχονταν μετά από 20 χρόνια… εγώ πάλι θα ήξερα ποιος είναι.
Είκοσι χρόνια! Ποιος αλήθεια να το φανταστεί πως ο Οδυσσέας θα έφευγε από την Ιθάκη που τόσο αγαπούσε και δεν θα ξαναγύριζε.
* * *
Εκείνο το πρωί λοιπόν στο Λιμάνι ο Οδυσσέας με 12 επανδρωμένα πλοία σαλπάρισε για την Τροία.
Πριν φύγει με κοίταξε στα μάτια. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, φαίνονταν πως είχε κλάψει.
- Θα λείψω καιρό, μου είπε και χάιδεψε τη μουσούδα μου. ΟΜΩΣ ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ. Εσύ το νου σου στην Κυρά σου και στον Τηλέμαχο.
Γρύλισα και κίνησα να τον ακολουθήσω…
- Μείνε αυτού! Με πρόσταξε.
Για πρώτη φορά παράκουσα τον Οδυσσέα. Τον ακολούθησα κρυφά μέχρι το Λιμάνι… Εκεί είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, σχεδόν όλο το νησί. Τον είδα να ασπάζεται τον πατέρα του τον Λαέρτη. Να αγκαλιάζει ξανά και ξανά τον γιόκα του τον Τηλέμαχο, λίγων μηνών μωρό. Να φιλάει το χέρι της Πηνελόπης και την άκρη από το πέπλο της…
Ύστερα πήδηξε στο πλοίο. Τα βαρειά κουπιά ανασήκωσαν κύματα κι Αυτός έστρεψε το βλέμμα του στο Πέλαγος.
- Μας είχε κιόλας ξεχάσει…
* * *
Τα χρόνια περνούσαν. Έφτασαν μαντάτα στο νησί πως η Τροία έπεσε! Μα ο Οδυσσέας δεν φάνηκε. Άλλοι αρχηγοί των Αχαιών επέστρεψαν. Ο Μενέλαος, ο Νέστορας, ο Αγαμέμνονας… Ο Οδυσσέας όχι.
Εγώ τον καρτερούσα. Ξημέρωνε – Νύχτωνε, περίμενα. Ο Τηλέμαχος έγινε παλληκάρι. Όμορφος σαν τον Απόλλωνα. Ο Λαέρτης γέρασε κι αποτραβήχτηκε στα κτήματά του. Κι η Πηνελόπη μελαγχολική στενάζει από πόνο, όταν νομίζει πως κανείς δεν την ακούει.
Εμένα πια δεν μ’ αφήνουν να μπω στο παλάτι. Κοιμάμαι στους στάβλους, πάνω στις κοπριές. Για κυνήγι ούτε λόγος, οι δούλοι λένε πως είμαι γέρος. Έπαψε να μου δίνει σημασία ακόμα κι η βασίλισσα. Ίσως γιατί της θυμίζω τις όμορφες μέρες με τον άντρα της, που χάθηκαν για πάντα.
-Φύγε από δω βρωμόσκυλο, ακούω να μου λένε. Και δώστου κλωτσιές στα ισχνά μου πλευρά, που μετριούνται τα κόκαλα από την πείνα. Μονάχα η Ευρύκλεια με συμπονά. Υπηρέτρια στο Παλάτι από παιδούλα. Αφοσιωμένη στον Οδυσσέα. Αυτή ανέθρεψε και συνεχίζει να φροντίζει τον Τηλέμαχο. Η Ευρύκλεια μου δίνει κανά ξεροκόμματο και κουνάει θλιμμένα το κεφάλι της…
-Τον περιμένεις κακομοίρη μου, μονολογεί. Εμείς οι δύο μείναμε να καρτεράμε. Μας ξέχασε. Ποιος ξέρει ποιες τον πλάνεψαν και του πήραν τα μυαλά.
-Καλά τούτος εδώ ακόμα δεν ψόφησε; Καγχάζει ο Αντίνοος, που με τον κολλητό του τον Ευρύμαχο έρχονται κάθε τρεις και λίγο στο Παλάτι, μπεκρουλιάζουν, τσακώνονται με τον Τηλέμαχο και καμώνονται πως τάχα έναν απ’ αυτούς θα διαλέξει η Πηνελόπη για άντρα της. Και πως η Ιθάκη θα γίνει δική του. Κι ο Οδυσσέας θα ξεχαστεί για πάντα! Να ξεχαστεί! Εύκολο είναι;
Αραιά και πού οι ειδήσεις φτάνουν στην Ιθάκη. Μεγάλες φουρτούνες περνάει ο αφέντης μου. Ο Ποσειδώνας τον κατατρέχει. Τα καράβια του τάχασε εξόν από το δικό του. Έμποροι και πραματευτάδες που πέρναγαν από το νησί, εξιστορούσαν τα κατορθώματά του. Πως τάχα με πανουργία νίκησε τον τρομερό Πολύφημο! Πως πέρασε ανάμεσα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη! Πως μήτε η Κίρκη με τα μάγια της μπόρεσε να τον εξοντώσει… Και πως τον κρατά στην Ογυγία 7 χρόνια αιχμάλωτο η Καλυψώ.
Δεν μπορεί, σκεφτόμουν τις νύχτες που όλα ησύχαζαν και κανείς δεν με κλώτσαγε, δεν μπορεί ο Οδυσσέας είναι Πολυμήχανος. Θα βρει τρόπο να δραπετεύσει, όπως βρήκε τρόπο να κουρσέψει την Τροία κρυμμένος στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου.
Αφουγκράζομαι και περιμένω. Δεκάδες τσιμπούρια ρουφάνε το λιγοστό μου αίμα. Τα μάτια μου θόλωσαν από τα βαθιά μου γεράματα. Είκοσι χρονών σκύλους πού ξανακούστηκε!
* * *
Τι συμβαίνει; Ποιος είναι εκεί; Προσπαθώ να σηκωθώ μα δεν τα καταφέρνω. Τα πόδια μου δεν με βαστάνε και ξαναπέφτω πάνω στις κοπριές. Τεντώνω τ’ αυτιά μου, αναγνωρίζω έναν από τους δύο άντρες, που ανηφορίζουν για το παλάτι· είναι ο Ευμαίος, ο χοιροβοσκός, ο άλλος ποιος είναι; Μοιάζει με ζητιάνο… Ρούχα παλιά, σκισμένα, γένια μακριά, απεριποίητα, ξυπόλητος. Ζητιάνος σίγουρα.
Μα καθώς πλησιάζει διακρίνω το ρωμαλέο του κορμί κάτω από τα κουρέλια, την περπατησιά του, οσφρίζομαι αχόρταγα τη μυρωδιά του, μυρωδιά από τη θάλασσα. Από τις μάχες σώμα με σώμα. Μυρωδιά από νίκες και περιπλάνηση. Μυρωδιά από τα αποκαΐδια της Τροίας.
Τρέμω σύγκορμος. Προσπαθώ ξανά να σηκωθώ μα τα πόδια μου με προδίδουν… Αυτός με κοιτάει χωρίς να πει ή να κάνει το παραμικρό. Δεν θέλει να φανερώσει την ταυτότητά του. Δεν πρέπει να καταλάβουν οι μνηστήρες, που γλεντοκοπάνε μέσα στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού, πως ο Οδυσσέας γύρισε.
Κουνάω την ουρά μου και κατεβάζω λίγο τ’ αυτιά μου για να τον χαιρετίσω. Αφέντη ήρθες! Από τα μάτια του κυλάνε δάκρυα. Ύστερα προχωράει μαζί με τον Ευμαίο και μπαίνουν μέσα.
Αφέντη γύρισες!
Μπορώ να κοιμηθώ τώρα. Εσύ θα προσέχεις τον Τηλέμαχο και τη Βασίλισσα. Εσύ θα φυλάς την Ιθάκη σου. Εγώ θα γείρω λίγο το κεφάλι μου και θα κοιμηθώ για πάντα.
Είκοσι χρόνια σε καρτερούσα Οδυσσέα.
* * *
Αυτοί που καρτερούνε σιωπηλά είναι συνήθως δίπλα μας. Λίγα ή πολλά χρόνια δεν έχει σημασία.
Ένας πατέρας μπορεί να καρτεράει το παιδί του που υπηρετεί φαντάρος, να έρθει με άδεια το Πάσχα. Άλλοι καρτερούν ολόκληρη ζωή να δουν τ’ αδέρφια τους που είναι ξενητεμένα σε Καναδά και Αυστραλία. Μια κοπέλα περιμένει τον αγαπημένο της να γυρίσει από τον πόλεμο.
Μια μητέρα καρτεράει μάταια, πως θα γυρίσει η κόρη της, πως ναι θα γίνει ένα θαύμα και το κορίτσι της, που ταξίδευε με το μοιραίο τρένο, θα γυρίσει. Θα της πει μανούλα ήρθα!
Κι εδώ στα χωριά μας χρονιάρες μέρες οι γιαγιούλες περιμένουν να έρθουν τα εγγόνια τους. Στέκονται στην εξώπορτα και καρτεράνε. Και σιάζουν κάθε τόσο το μαντήλι τους και έχουν τα χέρια τους κόκκινα από τις μπογιές που έβαψαν τ’ αυγά.
Και τα μάτια τους είναι δακρυσμένα, γιατί το μπουρί της σόμπας θέλει ξεκάπνισμα (αλλά ποιος να το κάνει) κι η κάμαρη γεμίζει καπνό… Ή μήπως δακρύζουν από μοναξιά;
Και παίρνει ο πλάστης φωτιά για να είναι έτοιμη η λαχανόπιτα. Και μετά τα κουλούρια, τα μεγάλα με άχνι πασπαλισμένα. Κι ανήμερα το Πάσχα θα φιάξουν και χλωρόπιτα και θα ψήσουν το κρέας με τις πατάτες στη μασίνα. Όλα θα τα ετοιμάσουν, φτάνει μόνο να έρθουν. Να ζεσταθεί η ψυχή τους, γιατί ας είναι Απρίλης, το κρύο στην Ήπειρο είναι τσουχτερό.
Είναι σπουδαίο να σε καρτεράει κάποιος.
Μόνο όταν τους χάσεις το καταλαβαίνεις…
Καλή Ανάσταση σε όλους τους αναγνώστες του Πρωινού Λόγου!
mail:
jennysiamaleka@gmail.com