ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ένα ξεχασμένο ιστορικό μονοπάτι στα περίχωρα της πόλης…

Το Ραντοβάνι (λέγεται και Ροντοβάνι) ήταν το μονοπάτι που έπαιρναν οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών του Ζαγορίου (Ασπράγγελοι, Ελάτη, Άνω και Κάτω Πεδινά, Ελαφότοπος, Βίτσα, Μονοδένδρι, Δίλοφο, Κουκούλι, Καπέσοβο και Βραδέτο, αλλά συχνά κι από τα χωριά Κήποι, Νεγάδες, Τσεπέλοβο, Σκαμνέλι, Λάιστα, Ηλιοχώρι και Βρυσοχώρι) όταν έπρεπε να πάνε στα Γιάννενα. Το μονοπάτι αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Γάλλο χειρουργό του Ναπολέοντα, διπλωμάτη και περιηγητή, Πουκεβίλ, στις αρχές του 19ου αιώνα. Αναφέρεται επίσης σε «δρομολόγια», «δρομοδείκτες» και τοπογραφίες του ίδιου αιώνα. Δίχως άλλο όμως η ύπαρξή του ανάγεται σε αρχαιότατους χρόνους - τουλάχιστον από τον καιρό εγκατάστασης Σλάβων στην Ήπειρο (6ος - 8ος αι. μ.Χ) αφού το όνομά του είναι σλαβικό και ετυμολογείται από το θέμα *radъ που σημαίνει «χαροποιώ» και από την κατάληξη -vanije που είναι παραγωγικό μορφικό επίθημα στις νοτιο-σλαβικές γλώσσες και χρησιμοποιείται ευρύτατα στον σχηματισμό ουσιαστικών από ρήματα. Δηλαδή η λέξη θα μπορούσε να σημαίνει «χαρά» αλλά και «τόπος πανηγυριού» ή μπορεί εναλλακτικά να είναι σλαβικό ανθρωπωνύμιο αφού ως Ραντοβάνι αναφέρεται και ένα από τα χωριά που σχημάτισαν την Δοβρά, το χωριό που μετονομάστηκε αργότερα Ασπράγγελοι. 

23 Απρ 2025 • 07:42
Το Ραντοβάνι (λέγεται και Ροντοβάνι) ήταν το μονοπάτι που έπαιρναν οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών του Ζαγορίου (Ασπράγγελοι, Ελάτη, Άνω και Κάτω Πεδινά, Ελαφότοπος, Βίτσα, Μονοδένδρι, Δίλοφο, Κουκούλι, Καπέσοβο και Βραδέτο, αλλά συχνά κι από τα χωριά Κήποι, Νεγάδες, Τσεπέλοβο, Σκαμνέλι, Λάιστα, Ηλιοχώρι και Βρυσοχώρι) όταν έπρεπε να πάνε στα Γιάννενα. Το μονοπάτι αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Γάλλο χειρουργό του Ναπολέοντα, διπλωμάτη και περιηγητή, Πουκεβίλ, στις αρχές του 19ου αιώνα. Αναφέρεται επίσης σε «δρομολόγια», «δρομοδείκτες» και τοπογραφίες του ίδιου αιώνα. Δίχως άλλο όμως η ύπαρξή του ανάγεται σε αρχαιότατους χρόνους - τουλάχιστον από τον καιρό εγκατάστασης Σλάβων στην Ήπειρο (6ος - 8ος αι. μ.Χ) αφού το όνομά του είναι σλαβικό και ετυμολογείται από το θέμα *radъ που σημαίνει «χαροποιώ» και από την κατάληξη -vanije που είναι παραγωγικό μορφικό επίθημα στις νοτιο-σλαβικές γλώσσες και χρησιμοποιείται ευρύτατα στον σχηματισμό ουσιαστικών από ρήματα. Δηλαδή η λέξη θα μπορούσε να σημαίνει «χαρά» αλλά και «τόπος πανηγυριού» ή μπορεί εναλλακτικά να είναι σλαβικό ανθρωπωνύμιο αφού ως Ραντοβάνι αναφέρεται και ένα από τα χωριά που σχημάτισαν την Δοβρά, το χωριό που μετονομάστηκε αργότερα Ασπράγγελοι. 

Η εντόπιση  αυτού του ξεχασμένου από πολλές δεκαετίες μονοπατιού αποδείχτηκε αρκετά δύσκολο έργο. Για να τα καταφέρουμε χρειάστηκε, μαζί με την Πασκάλ Ντυράντ, να μελετήσουμε γραπτές πηγές του 19ου αιώνα αλλά και νεότερες, παλιούς χάρτες, παλιές αεροφωτογραφίες και δορυφορικές εικόνες. Και όλα αυτά συνδυάστηκαν με πολλές επιτόπιες έρευνες πεδίου. Βρήκαμε τελικά ότι το μονοπάτι κατέβαινε το Μιτσικέλι νοτιοδυτικά από τους Ασπραγγέλους μέχρι την βρύση Σιόποτο (ένα ακόμα σλαβικής προέλευσης τοπωνύμιο και που σημαίνει «πηγή»). Η πραγματικά εντυπωσιακή αυτή βρύση είναι ορατή από το δρόμο των Ασπραγγέλων αλλά και τον δρόμο του Καλπακίου. Το τμήμα αυτό του μονοπατιού σήμερα έχει καταστραφεί από αγροτικό δρόμο που έχει διανοιχτεί. Από την βρύση το μονοπάτι κατεβαίνει μέχρι ένα σημείο που κόβεται από τον σημερινό ασφαλτόδρομο, περίπου στην μέση της απόστασης από την Μεταμόρφωση και την στροφή για τον κάμπο των Ασπραγγέλων. Αυτό είναι το μοναδικό κομμάτι του Ραντοβανιού, μήκους περίπου 1 χιλιομέτρου και υψομετρικής διαφοράς 160 μέτρων, που διατηρείται στην αρχική του μορφή. Είναι φαρδύ με πολλούς τοίχους αντιστήριξης. Από το σημείο εκείνο και μετά τα ίχνη του χάνονται τελείως. Σύμφωνα με τις περισσότερες γραπτές πηγές κατέβαινε στην βρύση του Πασά όπου υπήρχε και χάνι. Από εκεί ακολουθούσε τον δρόμο του Καλπακίου και δια της γέφυρας του Λυκόστομου, που σήμερα, μόλις διακρίνονται τα ίχνη της, αφού κι αυτή έχει σκεπαστεί από τον σύγχρονο δρόμο, έφτανε στα Γιάννενα, περνώντας από την σημερινή λεωφόρο Γράμμου και από τις οδούς Μαυρογιάννη και Παύλου Μελά, καταλήγοντας στο Γυαλί Καφενέ, όπου οι Ζαγορίσιοι διέμεναν στα χάνια της περιοχής. 

Το Ραντοβάνι έχει ηλικία άνω των 200 ετών. Η Αγγελική Παπάζογλου, η μεγάλη Γιαννιώτισσα ευεργέτιδα, είχε χρηματοδοτήσει την επιδιόρθωση του μονοπατιού το 1872. Το μονοπάτι όμως υπήρχε ήδη το 1808, όταν σύμφωνα με γραπτή παράδοση, θάφτηκαν στο χιόνι επτά γυναίκες που βρέθηκαν στο μονοπάτι κατά την διάρκεια μιας δυνατής χιονοθύελλας. Η βρύση Σιόποτο ανακαινίστηκε σύμφωνα με τις εντειχισμένες επιγραφές το 1888 και το 1901 αλλά γνωρίζουμε ότι στην βρύση αυτή σταμάτησε να πιεί νερό ο Πουκεβίλ (κάπου μεταξύ του 1805 και του 1815) και όπως αναφέρει ο ίδιος, θαύμασε την θέα της δύσης του ηλίου πίσω από τα βουνά του Σουλίου και της Παραμυθιάς. Την ίδια περίοδο περίπου χρονολογείται και ένα περιστατικό με τον γιατρό και ποιητή Ιωάννη Βηλαρά (που πέθανε το 1823). Μια μέρα που ο Βηλαράς πήγαινε με τον δάσκαλο Αναστάσιο Σακελλάριο στο Τσεπέλοβο, συνάντησε στην βρύση μια γυναίκα που γέμιζε νερό την στάμνα της. Η ωραία Ζαγορίσια, σκυμμένη όπως ήταν στην βρύση άφηνε ελεύθερο στα κακόζηλα μάτια των ανερχομένων από την απότομη ανηφόρα του μονοπατιού όλο τον γυναικείο πλούτο της επειδή όπως συνέβαινε συχνά οι χωρικές τότε δεν φορούσαν εσώρουχο. Ο Βηλαράς την πλησίασε και θέλοντας να την πειράξει και επειδή παρατήρησε ότι η φούστα της ήταν κεντημένη τριγύρω με κλαδιά ως είδος φράχτη, της είπε χαμογελώντας: «όμορφα τον έφραξες κυρά τον … κήπο!». Κι αυτή του απάντησε πολύ έξυπνα: «Ναι αφέντη, για να μην μπαίνουν τα … γαϊδούρια!». 

* * * 

Τα μονοπάτια αυτά, όπως της Σκάλας του Βραδέτου ή της Σκάλας της Βίτσας και πολλά άλλα, αποτελούν λιθόχτιστα δείγματα μαστοριάς άλλων εποχών. Μονοπάτια και γεφύρια στην ενδοχώρα των βουνών, τα έβρεχε ο τίμιος ιδρώτας του μόχθου των κιρατζήδων με τα καραβάνια τους, των νομάδων κτηνοτρόφων που ανεβοκατέβαιναν στα χειμαδιά, των μπουλουκιών, των ξενιτεμένων, όλων όσων έπρεπε να πάνε για προμήθειες ή για διευθέτηση υποθέσεών τους με τις τοπικές αρχές στα Γιάννενα. Αποτέλεσαν στην εποχή τους μεγάλης σπουδαιότητας και σωτήριας σημασίας έργα για την επιβίωση και τη διατήρηση των πληθυσμών της υπαίθρου αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης των Ιωαννίνων. Σήμερα κάποια βρίσκονται χαμένα στη πυκνή βλάστηση και με σημαντικές φθορές. Αλλά όσο κι αν τα αμελήσαμε, με την κατάλληλη μέριμνα θα μπορούσαν πολλά από αυτά να ξαναγίνουν λειτουργικά και επισκέψιμα για όλους. Η διατήρησή τους είναι απαραίτητη για την ανάδειξη και την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης αλλά και ολόκληρης της Πίνδου.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.