Η κυβέρνηση πανηγύρισε δεόντως την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τον οίκο Standard & Poor’s με ανακοινώσεις που εξέδωσαν αξημέρωτα το Μεγάλο Σάββατο, ο Κωστής Χατζηδάκης και οι αρμόδιοι υπουργοί.
Όπως ανέφερε ο οίκος αξιολόγησης στην αιτιολογία του «Εκτιμούμε ότι η Ελληνική κυβέρνηση πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 3,5% του ΑΕΠ το 2024, που ισοδυναμεί με γενικό πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ». Αυτό είναι πολύ πάνω από τον αρχικό στόχο του 2,1% του ΑΕΠ. «Αποδίδουμε», συνεχίζει, «μέρος της υπεραπόδοσης στην υποεκτέλεση των προγραμματισμένων επενδύσεων, η οποία είναι πιθανό να αντιστραφεί το 2025. Ωστόσο, η υπεραπόδοση στις προσπάθειες φορολογικής συμμόρφωσης στήριξε και πάλι την υπέρβαση και αναμένουμε ότι θα συνεχίσει να στηρίζει την αύξηση των εσόδων φέτος». Από την άλλη «η οικονομία πρέπει να πάει καλά»… είπε ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας στη διάρκεια της πρόσφατης συνάντησης με τον πρωθυπουργό.
Η ευχή του ανώτερου άρχοντα της χώρας προσκρούει στην αναταραχή στο διεθνές περιβάλλον και στους δασμούς Τραμπ, στους οποίους εντέχνως επιχειρείται εσχάτως να φορτωθούν πολλές από τις δικές μας αδυναμίες. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε ρυθμό ανάπτυξης διπλάσιο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, χάρη στα αποθέματα και στην κατανάλωση, η οποία, μέσω του πληθωρισμού, αυξάνει τα δημόσια έσοδα. Θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος και διατηρήσιμος εάν γινόταν καλύτερη χρήση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), όπου καταγράφονται καθυστερήσεις στην υλοποίηση των προαπαιτούμενων, προκειμένου να μη χαθούν πόροι. Και επειδή ο χρόνος πιέζει, άρχισαν τα ελληνικά κόλπα της τελευταίας στιγμής, κατά το κοινώς «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει», που σημαίνει προχειρότητα.
Μπορεί να απορροφήσουμε τα χρήματα, αλλά με ελλιπείς σχεδιασμούς δεν θα πάνε εκεί όπου πρέπει. Ξέρουμε ότι έχουμε σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, το οποίο οφείλεται στη χαμηλή παραγωγικότητα και στην αδυναμία μας να προσελκύσουμε επενδύσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι στις επενδύσεις παραμένουμε μακράν τελευταίοι στην Ε.Ε. Αν και προβλεπόταν να αυξηθούν κατά 6,7% η αύξηση τελικά περιορίστηκε στο 4,5%, παρά τα χρήματα του ΤΑΑ.
Αντί, λοιπόν, να βγάζουμε από τη νομοθεσία αντικίνητρα, προσθέτουμε περισσότερα και οι επενδυτές μας κουνάνε μαντίλι, που απεικονίζεται και στα επίσημα στοιχεία της οικονομίας. Το εμπορικό έλλειμμα το 2019 ήταν 21,72 δισ. και το 2024 ανήλθε στα 34,6 δισ. ευρώ. Ομοίως, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών το 2019 ήταν 2,73 δισ., ενώ το 2024 έφθασε τα 15,1 δισ. ευρώ. Από τα δύο ισοζύγια φαίνεται η πτώση της ανταγωνιστικότητας, από την οποία εξαρτώνται τα εισοδήματα. Και μπορεί η κυβέρνηση να ανακοινώνει αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αλλά αφενός τις πληρώνουν άλλοι και αφετέρου δεν λύνει κανένα πρόβλημα όσο δεν προσελκύουμε επενδύσεις. Κι αυτό είναι δουλειά της κυβέρνησης και των υπουργών, που πρέπει να αντιλαμβάνονται τις ανάγκες και να λύνουν προβλήματα υπαρκτά.
Το πραγματικό ΑΕΠ το 2019 ήταν στα 184,5 δισ., ενώ το 2024 ανήλθε στα 201,5 δισ. ευρώ. Αυξήθηκε, δηλαδή, κατά 17 δισ., παρότι περιείχε τα 50 δισ. δανεικά της πανδημίας, αλλά και τους πόρους του ΤΑΑ. Επίσης, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε στα 237,5 δισ. το 2024 από 185,1 δισ. το 2019. Ήτοι αύξηση περίπου 52,5 δισ., εκ των οποίων τα 36 δισ. προήλθαν από τον πληθωρισμό. Και ο πληθωρισμός σχετίζεται με τη χαμηλή παραγωγικότητα ελλείψει επενδύσεων λόγω γραφειοκρατίας και των εμποδίων που υπάρχουν και δεν αντιμετωπίζονται. Όταν αυτά αντιμετωπιστούν, τότε η οικονομία θα πάει σίγουρα καλά.
Μίλτος Γήτας