ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Απόπασχα στα χωριά…

 Του κάθε ξενιτεμένου ο καημός είναι κάθε χρόνο, τις ημέρες αυτές που πέρασαν, το Μεγαλοβδόμαδο, η Ανάσταση και όλες οι μέρες της Πασχαλιάς, που φέτος συνέπεσε κοντά και η Πρωτομαγιά, να γυρίσουν στο χωριό τους.

12 Μάϊ 2025 • 08:09
 Του κάθε ξενιτεμένου ο καημός είναι κάθε χρόνο, τις ημέρες αυτές που πέρασαν, το Μεγαλοβδόμαδο, η Ανάσταση και όλες οι μέρες της Πασχαλιάς, που φέτος συνέπεσε κοντά και η Πρωτομαγιά, να γυρίσουν στο χωριό τους.

Εκεί που γεννήθηκαν και είδαν το πρώτο φως της ημέρας, αλλά και μεγαλώσανε εκεί «βγάζοντας» το Δημοτικό και μετά παίρνοντας το δρόμο του ξενιτεμού. Πώς και πώς  περιμένουν τις ημέρες αυτές, τηλεφωνούν στους άλλους, που ζούνε σε άλλες πόλεις ή και στο εξωτερικό, και δίνουν ραντεβού εκεί στο χωριό.

Εκεί θα βρούνε τους ηλικιωμένους γονείς και τους συγγενείς τους, που τώρα αυτοί είναι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών. Χωριά βυθισμένα στην ανυπαρξία. Δίχως ν’ ακούγονται οι χαρούμενες φωνές των παιδιών που κάποτε στα σχολεία φοιτούσαν πολλά παιδιά, να μην ακούγονται τα κυπριά,   τα κουδούνια, γιατί πάνε τα ζώα, έχουν εκλείψει κι αυτά.

Αυτές τις μέρες περιμένουν αυτοί της ‘’περασμένης ηλικίας,’’ να δούνε να ζωντανεύει το χωριό από τους ξενιτεμένους, ν’ ανοίξει το κοινοτικό καφενείο, να ξαναχτυπήσει η καμπάνα, γιατί τότε θα στείλουν παπά να λειτουργήσει. Τον παπά τον βλέπουν μόνο στις κηδείες κι όχι κάθε Κυριακή.

Ακατανίκητη δύναμη της πατρογονικής γης αλυσοδένει μαζί της τους ξενιτεμένους για ολόκληρη τη ζωή, από τον τόπο που γεννήθηκαν και έζησαν τα παιδικά τους χρόνια, μέχρι που πήραν το δρόμο του μισεμού.

Ένας από αυτούς είναι κι ο Γιώργος, που είχε ξενιτευτεί από μικρός, λόγω της ανέχειας και μένει στη πόλη, και τέτοιες μέρες, με την οικογένειά του επιστρέφει να κάνει Πάσχα με τους γονείς του και να ανταμώσει ξανά με τους παλιούς φίλους και συμμαθητές του.

Θα θυμηθούνε τα παλιά, εκεί που χαρακτήκανε τα παιδικά τους χρόνια,  τα βράδια μετά τις αγρυπνίες όλοι να ανταμώνουν στο κοινοτικό καφενείο  με κρασοκατάνυξη και τσίπουρο, όπως και τα μεσημέρια κάτω από τον παλιό γέρικο πλάτανο, να συνομιλούνε και με τους ηλικιωμένους, που μένουν μόνιμα στο χωριό. 

Θέλει να’ ναι νύχτες ξάστερες  να ιδεί τους αστερισμούς και το φεγγάρι να κάνει κύκλο ‘’στης αγάπης μου  τον κήπο ‘’που τραγουδούσαν τότε. Να τον  κοιμήσουνε  γλυκά τα τριζόνια και τα κυπροκούδουνα από το βουνό, κι αν έβρεχε η βροχή να χτυπά τους τσίγκους και να άκουγε ξανά την ωραιότερη μουσική. Να ξυπνήσει χαράματα να ακούσει τ’ αηδόνια (αν δεν σε βρουν χαράματα πώς θες ν’ ακούς τ’ αηδόνια) και τα χελιδόνια όπως τότε και που του έχουν λείψει στην πόλη παρ’ ότι ξυπνάει νωρίς,  γιατί   δεν κελαηδούν στην πόλη. Τα διώξανε κι αυτά  όπως και άλλες χαρές των χωριών. Χαίρεται που αναπολεί του φεύγει το μαράζι, τις παιδικές του τις χαρές που ο χρόνος δεν αλλάζει.

Θα περπατήσουν με τους φίλους  τα σοκάκια του χωριού, όπως παλιά, ανάμεσα σε πετρόστρωτες ανοιχτωσιές με τα καλντερίμια, σωστό λίθινο τεχνούργημα. Τα περισσότερα από αυτά είναι κατασκευές του πατέρα του Γιώργου, όπως οι σκεπαστές βρύσες με τα τρεχούμενα κελαριστά κρύα νερά. Στο μεσοχώρι είχε βάλει όλη την τέχνη του στην πέτρα και δημιούργησε ένα λίθινο αριστούργημα, την κεντρική βρύση του χωριού. Σκαλισμένο ένα κεφάλι λιονταριού όπου, από το στόμα του τρέχει το νερό, και τα παιδιά βλέποντάς το  φοβερίζουν, ότι δεν το φοβούνται. 

Ένα περιστατικό όμως συντάραξε τον Γιώργο: Ο μπάρμπα Μήτσιος, ο γείτονάς τους, πάει την άλλη μέρα να τους καλωσορίσει και λέει του Γιώργου:

-Ώρε Γιώργο, για κοίτα ετούτο το τηλέφωνο (κινητό) τι έχει; Χαλασμένο είναι; Δεν δουλεύει.

Το παίρνει ο Γιώργος, του κάνει ένα έλεγχο με το δικό του κινητό και του λέει: 

-Μπάρμπα Μήτσιο, δεν είναι χαλασμένο, δουλεύει μια χαρά.

Και τότε ο γεράκος, με δάκρυα στα μάτια, του απαντάει:

-Τότε, αφού  δουλεύει, γιατί δεν με παίρνουν τα παιδιά μου;

Έμεινε αποσβολωμένος ο Γιώργος. Πού να ήξερε; θα του έλεγε ότι είναι χαλασμένο και δεν δουλεύει…. 

-   Άστα  Γιώργο, του λέει ο πατέρας, ποιος ξέρει που βρίσκεται ο παλιός συμμαθητής και φίλος σου. 

Πατέρα του λέει ο Γιώργος θα αναλάβω εγώ μόλις φύγω να τον βρω και θα φροντίσω να γυρίσει στους γονείς του, άφησέ το σε μένα.

Φεύγει ο μπάρμπα Μήτσιος απογοητευμένος και οι άλλοι αμίλητοι λυπημένοι. Θυμήθηκε ο Γιώργος, όταν πήγε να σπουδάσει εκείνα τα χρόνια, που δεν υπήρχαν κινητά και τηλέφωνα, τότε  η επικοινωνία  γινόταν με τα γράμματα (επιστολές) που τα πηγαινοέφερνε ο ταχυδρόμος. Πάντα έστελνε ανελλιπώς γράμματα στους γονείς του.

Κάθε φορά που άκουγε ο πατέρας του την σάλπιγγα του ταχυδρόμου, έτρεχε στο κοινοτικό καφενείο - παντοπωλείο και περίμενε το γράμμα.

Βλέποντας την απογοήτευση του μπάρμπα Μήτσιου ο Γιώργος σκέφτηκε να μην αφήσει τους γονείς του στο χωριό. Τώρα τελευταία οι ηλικιωμένοι στα χωριά έχουν γίνει βορρά κακοποιών, πέρα από τις ληστείες και τους τραυματισμούς που υφίστανται οι ανήμποροι ηλικιωμένοι, έχουμε και  θανάτους  σε πολλές περιπτώσεις. 

Το μόνο που τους απομένει είναι η ελπίδα ενός τέλους ανώδυνου, ανεπαίσχυντου και ειρηνικού, Αμ δε. Ούτε καλό τέλος έχουν μερικοί.

Κάλεσαν, ανήμερα του Πάσχα και τον μπάρμπα Μήτσιο με την κυρά Αλεξάνδρα να φάνε  όλοι μαζί και του είπαν ότι ο γιός του θα έρθει να τους πάρει μαζί του και έτσι γαλήνεψε η ψυχή του.  Τους πήραν και μαζί τους στο μεσοχώρι, να μην αισθάνονται μόνοι ξεχασμένοι,  την τρίτη μέρα του Πάσχα που γίνονται οι κύκλες (καγκέλια). Στον κυκλικό χορό αυτό που γίνεται χωρίς τη συνοδεία  μουσικής και  παίρνουν μέρος  όλοι οι συγχωριανοί, γυναίκες και άντρες και χορεύουν τραγουδώντας, εναλλάξ  οι γυναίκες πρώτα  και να επαναλαμβάνουν οι  άντρες.

Στο τέλος ο πρωτοχορευτής κάνει τα καγκέλια, δηλαδή οι χορευτές κάνουν πισωγυρίσματα, μια φορά πλάτη με πλάτη και άλλη πρόσωπο με πρόσωπο.

Κάποια στιγμή ο Γιώργος βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με συμμαθήτριά του που τότε μικροί  είχαν ερωτευτεί.  Κοιταχτήκανε  και  σμίξανε  τα βλέμματά τους κι ένα σκίρτημα ένιωσαν στην καρδιά τους που τους θύμισε τον έρωτά τους και το τραγούδι της εποχής  που τραγουδούσαν όταν εκείνος θα  έφευγε στα ξένα:

Μια περιπέτεια μι΄ αγάπη μικρή

Μια ιστορία γλυκιά και πικρή

Ένα φεγγάρι που ζει  μια  βραδιά

Ένα πικρό ‘’έχε γειά’’.

Τώρα τι βγαίνει αν σ’ αγαπώ

Σαν μια σκιά πέρασα δίπλα σου κι εγώ 

Σε κάποιο δρόμο

Περνάει το τραίνο της αγάπης μια φορά

Και δεν γυρνά…

Τι κρίμα! Αυτός ο μαρασμός της υπαίθρου μας μετά τις λίγες μέρες του χρόνου, τα  Χριστούγεννα,  το Πάσχα, και το καλοκαίρι.

Η κρατική μέριμνα απούσα για τους ηλικιωμένους του χωριού μας, αλλά είναι και υπεύθυνη γιατί αναγκάζει τους νέους να εγκαταλείψουν τα χωριά, ψάχνοντας να βρούνε την τύχη τους στα ξένα. Και πάλι κρίμα. Θα μου πείτε ποιος νοιάζεται, ας φροντίσουμε, για να μη  βιώσουμε  κι εμείς παρόμοιες καταστάσεις –γιατί τα χρόνια περνάνε- να λάβουμε τα μέτρα εκείνα ώστε να ζήσουμε αξιοπρεπή γεράματα.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.