ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Τρεις διαφορετικές γενιές στο ίδιο τραπέζι…
Κάθισαν σε τρίποδο στρογγυλό τραπέζι με τσίγκινη επιφάνεια και δυο-τρία στρώματα απροσδιόριστου χρώματος και ξεβαμμένο το τελευταίο χέρι απ’ τις βροχές κι απ’ τον ήλιο, τρεις άνθρωποι για λίγη κουβέντα σκοτώνοντας το χρόνο με τρόπο ανατολίτικο ή και απροσδιόριστο.
26 Μάϊ 2025 • 07:32
SHARE
Κάθισαν σε τρίποδο στρογγυλό τραπέζι με τσίγκινη επιφάνεια και δυο-τρία στρώματα απροσδιόριστου χρώματος και ξεβαμμένο το τελευταίο χέρι απ’ τις βροχές κι απ’ τον ήλιο, τρεις άνθρωποι για λίγη κουβέντα σκοτώνοντας το χρόνο με τρόπο ανατολίτικο ή και απροσδιόριστο.
Οι ηλικίες των συνομιλητών αντιστοιχούσαν σε πάτωμα τρίπατης σκάλας. Εξηντάρης ο ένας, σαραντάρης ο άλλος και ο τρίτος της παρέας, ο μικρότερος, εικοσάρης. Είναι ελάχιστα στρογγυλεμένες οι ηλικίες για την καλύτερη συνεννόησή μας.
Ο εξηντάρης είχε βαθιές και πλάγιες αυλακιές στα μάγουλα και οριζόντιες διπλωσιές στο μέτωπο. Σε τούτες τις ρυτίδες, τις ξηραμένες νεροσυρμές, είχε κατακαθίσει ζούρα παλαιού ιδρώτα, ανεπηρέαστη κι στα πιο δραστικά μέσα της σύγχρονης απορρύπανσης. Ψηλά στο κεφάλι του αραιές τούφες από άσπρα μαλλιά, ασυμφιλίωτες μεταξύ τους, θύμιζαν μισοκαμένο δάσος ή ηλιοκαμένη ομπρέλα. Δίπλα του κάθισε ο σαραντάρης· άντρας με τα όλα του, μάτια άγρια και φωτεινά, που πέταζαν σπίθες, πιο θαμπερές κι απ’ της οξυγονοκόλλησης, με ροζιασμένα χέρια, που τσάκιζαν σίδερα, και τυμπανιστή φωνή, που ο ήχος της αντάμωνε με τον απόηχο, λες κι άκουγες σήμαντρο μοναστηριού. Όλο το κόψιμό του έδειχνε ομηρική παλικαριά.
Παραδίπλα, και σχεδόν απέναντι απ’ τους δύο, έπεσε στην ψάθινη καρέκλα ο εικοσάρης σα χταπόδι πεταμένο σε βρεγμένη προκυμαία. Αυτός κάθισε ασυμμάζευτος, πλαδαρός, με τα πόδια σε σχήμα αμβλείας γωνίας και ανεξέλεγκτα τα χέρια του. Η στάση του γενικά, δε διέφερε πολύ από στάση αρρενωπής και ξετσίπωτης γυναίκας.
Σε τούτον τον εικοσάρη η ταυτότητά του είχε μισοσβησμένα γράμματα. Τα μαλλιά του ήταν άτσαλα ανακατωμένα, που ένα; φυσιοδίφης με την εξημμένη του φαντασία θα ’φερνε μπροστά του ταμπουρωμένο σκαντζόχοιρο. Τα πλάνα μάτια έριχναν άσφαιρες και λίγο χαζές ματιές ολόγυρα, μα πιο πολύ προς το Μιτσικέλι, που πλάκωνε τα Γιάννινα και θόλωνε την Παμβώτιδα με το είδωλό του.
Στα γόνατα, στους αγκώνες και στα πισινά του είχε φωλιές απ’ το ξέβαμμα των ρούχων του, που τα’χε ακριβοπληρώσει ο γονιός τους.
Ο σερβιτόρος στάθηκε κολώνα μπροστά στους τρεις και περίμενε διαταγές. Ο εξηντάρης παράγγειλε καφέ με λίγη ζάχαρη, ο σαραντάρης καφέ βαρύ γλυκό και ο εικοσάρης φραπέ με αφρό και τσακιστό καλαμάκι.
Πριν καλά-καλά σταυρώσουν λίγες κουβέντες και εισβάλουν σε θέματα ουσίας, ήρθαν τα πιοτά τους. Άναψαν όλοι απ’ τα δικά τους τσιγάρα και με τη δίκιά τους φωτιά, γιατί κανένας δεν άλλαζε τη μάρκα του, κι ύστερα απ’ την πρώτη χωνευτική ρουφηξιά του καφέ έπιασαν κουβέντα, σα γνώριμοι, που ήταν, και λίγο μακρινοί συγγενείς.
Πρώτος, ο σαραντάρης, σαν πρόεδρος βουλής, άνοιξε συζήτηση, που αυτόματα μετατράπηκε σε μονόλογο. Πήρε τέτοια φόρα, που αχρηστεύτηκαν τα φρένα του. Τα μάτια του άστραφταν από εξυπνάδα και με τη γλώσσα του άνοιγε εμπρηστικά θέματα για κουβέντα.
Είπε, είπε με θυμό και ζωηράδα πολλά και διάφορα. Τα’βαλε με την κυβέρνηση, με το Ι.Κ.Α., με το κόμμα που ψήφισε, με τον εργοδότη του, με τους συνεργάτες του και πολλούς, πολλούς άλλους. Άλλους επαίνεσε, άλλους κατηγόρησε και πολύ παραπονέθηκε για τα πολλά στραβά, που έδιωξαν και εξαφάνισαν τα ίσια.
Απ’ τα μερικότερα νοήματα γεννιόταν κάθε φορά και τα αντίστοιχα συμπεράσματα, συμπεράσματα αισιόδοξα, συμπεράσματα νίκης και πρόβλεψης μελλοντικής νίκης.
- Δεν το ’βαλα ποτέ κάτω, έλεγε και ξανάλεγε, σε ανάγκη θα πηδήσω απ’ το Κάστρο στο Νησί, κι από κει στη Ντραμπάτοβα.
» Ένα μόνο εύχομαι και προσεύχομαι: να μη μπλέξω με γιατρούς και δικηγόρους, να ’χω την υγειά μου με τη φαμίλια μου κι όλα θα πάνε καλά...
Ο εξηντάρης καμάρωνε και θαύμαζε τις στρωμένες και στρογγυλές σκέψεις του σαραντάρη και τις μαστορεμένες κουβέντες του, γιατί εύρισκε μέσα τους καταβολάδες και σπέρματα της γενιάς του. Αν φορούσε καπέλο, θα αποκαλύπτονταν κι αν εκείνη την ώρα ήταν όρθιος θα υποκλίνονταν σα να ’ταν προσκυνητής στο λείψανο του νεομάρτυρα Αη- Γιώργη των Ιωαννίνων.
Μέριαζε στο πέρασμα του σαραντάρη και του αναγνώριζε οπωσδήποτε προβάδισμα στο βαθύτερο σκάψιμο της ζωής δικαιολογώντας δικιά του αδράνεια και αργοκίνηση στα περασμένα χρόνια με επιχειρήματα άλλοτε πρωτόγονα και «παιδικά» και άλλοτε κωμικά.
- Οι δικοί μας καιροί, έλεγε, αφού πήρε επίσημα το λόγο, με τρεμουλιαστή και βραχνή φωνή, ήταν δύσκολοι και δυσκολοπερπάτητοι. Γεννηθήκαμε ραγιάδες σε κράκουρα και καμένη γη. Οι γονείς μας σκέφτονταν ασιάτικα και δούλευαν αφρικάνικα. Δούλευαν για ένα ξεροκόμματο, την έβγαζαν με ξυδότριψα, έκαναν σκυλίσια ζωή. Τα πρώτα μας βήματα και ακούσματα σημαδεύτηκαν από ομοβροντίες και ασυνάρτητες ιαχές πολέμου. Τα τρυφερά μας κορμιά δέχτηκαν τα χαϊδέματα φράγκικου αέρα, που μας άνοιξαν τα ταξιδιάρικα πανιά. Λυτά φούσκωναν και ξεφούσκωναν, ήμασταν τρύπιοι χαρταετοί, πώς να πετούσαμε; Πιστεύαμε πως μόνο με τα γράμματα Θα σβήναμε την πείνα, που λιάνιζε τα σωθικά μας. Με τις ψιλές και τις δασείες σηματοδοτούσαμε το μέλλον μας. Ήθελαν όμως και τα γράμματα στημένο σώμα, για να ριζώσουν και να καρπίσουν. Οι γονείς μας μόνο μια μονόλεξη συμβολή μας έδιναν: «διαβάστε», γιατί πίστευαν πως οι πτωχοπρόδρομοι καλοπερνάνε και πως ο δρόμος γι’ αυτούς είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.
Και συνέχισε την αγόρευσή του ο εξηντάρης αναφέροντας κάποια περιστατικά απ’ τη δεινόπαθη ζωή του άξια για γέλωτα αλλά και για κλάματα, άλλοτε με μισοκρυμμένη κι άλλοτε με φαγωμένη τη γλώσσα του
- Μια φορά, είπε, πήγα στην Πρόνοια, που μοίραζε λίγο φαγητό, για να γράψει στα χαρτιά της και μένα για ένα μεσημεριανό πιάτο στο «Πρυτανείο» εκείνου του καιρού. Δε με ’γράψε όμως, γιατί ζούσε ο πατέρας, κι αυτή σίτιζε μόνο ορφανά πατρός, σύμφωνα με τον κανονισμό της. Τρεκλίζοντας κατέβηκα τα σανιδένια σκαλιά της εσωτερικής σκάλας των γραφείων της, που έτριζαν και τσίριζαν σε κάθε ελαφρύ μου πάτημα, και πριν βγω στον ήλιο, σκυφτά και κρυφά, σταυροκοπήθηκα να πεθάνει ο πατέρας μου, για να ζήσω εγώ τρώγοντας έστω ένα πιάτο φαγητό στην Πρόνοια!!!
Ο εξηντάρης δεν ξέχασε ποτέ του τούτη την επίσκεψη στα γραφεία της Πρόνοιας. Ήταν ένα διώροφο πέτρινο κτήριο στην οδό Τσακάλωφ κοντά στο Άλσος, ούτε την κυρία, που απέρριψε την πρότασή του για φαγητό. Ήταν ξανθομαλλούσα, με βαμμένα χείλια και νύχια, φορούσε ένα πρασινωπό ταγιέρ και εξέπεμπε άρωμα!
Οι άλλοι, ο σαραντάρης με τον εικοσάρη, στο άκουσμα τούτου «του μύθου» γέλασαν αμήχανα, αφού δεν μπορούσαν να φτάσουν στον πυθμένα του σταυροκοπήματος και της προσευχής του εξηντάρη, καθώς δε φτάνει ούτε ο τωρινός αναγνώστης, γιατί μερικά πράγματα δε δαμάζονται με το μυαλό και την πέννα, αλλά με βίωμα και βαθύτατο συναίσθημα.
- Δεν πειράζει, συνέχισε μετά από βαθιές εισπνοές και εκπνοές, αφού ξε βαλτώσαμε απ’ τα ματωμένα χώματα και περάσαμε ορμητικά ποτάμια ή πατήσαμε στουρναρόπετρες, σταθήκαμε στα πόδια μας και ορθοποδήσαμε. Τώρα είμαστε υπερήφανοι για σας, που πήρατε τη σκυτάλη και τρέχετε σ’ ανηφόρες και κατηφόρες... Γι’ αυτό προσευχόμαστε να ζείτε εσείς καλά και δημιουργικά, χωρίς γκρίνιες και οφθαλμοβγαλσίματα. Δε θυμώνουμε κι όταν ακόμα μας αναμεράτε, ούτε θέλουμε να μας στήσετε αγάλματα' κι αν ζήσουμε το υπόλοιπο κομμάτι της ζωής πιο λιτά κι απ’ το τζίτζικα ή καταλήξουμε σε γηροκομείο, δε θα παραπονεθούμε.
Ο τρίτος της παρέας, ο εικοσάρης, δε μιλούσε, δε λαλούσε, σα να μην άκουγε τίποτε απ’ τους άλλους· έδειχνε να τους γράφει κανονικά. Ροφούσε ξεψυχισμένα το φραπεδάκι του, αναβόσβηνε απανωτά τα μάλμπορα και στέλνοντας δακτυλίδια στον ουρανό το ξεφούρνισμα του καπνού. Ζούσε σ’ άλλο κόσμο, σε επέκεινα, ή σε μισοσκόταδο νεκρομαντείου. Ο κόσμος της κονσέρβας και του πρετα-πορτέ τον είχαν αιχμαλωτίσει και τον έσερναν απ’ τη μύτη.
Ο σαραντάρης λειτούργησε σε τούτες τις στιγμές σα κρίκος αλυσίδας της συντροφιάς. Με δεξιοτεχνία έμπειρου δημοσιογράφου, που παίρνει συνεντεύξεις, άνοιξε το στόμα του εικοσάρη.
Ο εικοσάρης μίλησε σε απλονεοελληνική γλώσσα. Αράδιασε φανταστικές αδικίες, κατηγόρησε συλλήβδην τους μεγαλύτερους για ασυνέπεια, έβγαλε στην οθόνη έναν κακό κόσμο, που δεν τον αφήνει να ζήσει καλά, έναν κόσμο γεμάτο μουντζούρες. Στο τέλος έφτυσε και μερικές βλαστήμιες κατά πάντων. Κάποτε το υβρελόγιό του γινόταν βιτριόλι ή ξέμεινε από βρισιές.
Για δικά του έργα ή κατορθώματα δεν έκανε λόγο δεν έγραψε το κοντέρ του, αφού δεν ίδρωσε, δεν προσπάθησε. Έπειτα η μνήμη του ήταν θαμπωμένη και οι ιδέες του μουχλιασμένες. Η μηχανή του δούλευε όλα τούτα τα χρόνια με ξένα καύσιμα. Με καύσιμα, που ασυλλόγιστα έκανε και ασυλλόγιστα ταξίδευε, χωρίς προκαθορισμένη γραμμή πλεύσης, χωρίς πυξίδα, χωρίς όνειρα, χωρίς φορτίο, χωρίς το παρελθόν να σκέφτεται το μέλλον.
Πρόσθεσε και κάποιες άρρωστες εξυπνάδες σε βάρος του «γέρου», δηλ. του πατέρα του. Τον κατηγόρησε για φιλαργυρία, πως τάχα δένει τη γάτα και τρώει ψωμί, πως πάει με το παλαιό ημερολόγιο, πως δεν τον καταλαβαίνει και πολλά πολλά άλλα πως...
Πώς σώνει και καλά πρέπει γιορτές και καλοκαίρια να τον συνοδεύει στο χωριό, για να του δείχνει τα ερείπια κτίσματα, την ακλάδευτη περγουλιά στη χορταριασμένη αυλόπορτα και τα σύνορα των παρατημένων χωραφιών. Για τον εικοσάρη όμως τα λόγια του πατέρα του σήμαιναν; «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα».
Αυτός ένα μονάχα ζητούσε απ’ τη ζωή και προσεύχονταν γι’ αυτό: να ζήσει ο «γέρος» του, για να ροκανάει αυτός, να μαγειρεύουν και να στρώνουν οι άλλοι, για να ζει σαν αφέντης αυτός.
* * *
Σχόλασε η κουβέντα αποηλεκτρίστηκε η ατμόσφαιρα. Είπαν όσα είπαν, ανέπεμψαν ξεχωριστές ευχές και προσευχές στον Ύψιστο και σηκώθηκαν. Άφησαν αραιωμένες τις καρέκλες, το τασάκι γεμάτο άνισες γόπες, το φραπέ ασκόλαστο, κι έφυγαν. Στο διπλανό τραπέζι παράμεινε ο ωτακουστής, που ’βγάλε απ’ το τσαντάκι του μολυβί και χαρτί κι έγραψε την περίληψη των όσων κρυφοάκουσε.
Αυτή η περίληψη έγινε το κορμί τούτου του κειμένου.
Τρεις γενιές, τρεις προσευχές ο
έχων ώτα ακούειν ακουέτω και
ο νοών νοείτω.
* Έρρωσθε όλοι....
Χριστόφορος Λεοντάρης
-------------------
* προστακτική παρακειμένου ρ: ρώννυμαι = έχω δύναμη