ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Ο μπάρμπα-Γιάννης και ο… σκίουρος!
Ο μπάρμπα - Γιάννης, περασμένης ηλικίας, έκλεισε τα 85, ήταν θα τον πούμε κτηνοτρόφος κι όχι τσέλιγκας, όπως λέγανε τότε εκείνους που είχαν μεγάλα κοπάδια. Και τον λέμε κτηνοτρόφο γιατί ήταν από τους λιγοστούς που οι επιδοτήσεις της Ε.Ε. έπιασαν τόπο, γιατί τα χρήματα που εισέπραξε τα αξιοποίησε σωστά.
28 Μάϊ 2025 • 08:24
SHARE
Ο μπάρμπα - Γιάννης, περασμένης ηλικίας, έκλεισε τα 85, ήταν θα τον πούμε κτηνοτρόφος κι όχι τσέλιγκας, όπως λέγανε τότε εκείνους που είχαν μεγάλα κοπάδια. Και τον λέμε κτηνοτρόφο γιατί ήταν από τους λιγοστούς που οι επιδοτήσεις της Ε.Ε. έπιασαν τόπο, γιατί τα χρήματα που εισέπραξε τα αξιοποίησε σωστά.
Και να πούμε και του «στραβού το δίκιο», ο μπάρμπα Γιάννης είχε δηλώσει τον πραγματικό αριθμό των αιγοπροβάτων, όχι σαν κάτι άλλους που δηλώνανε πλασματικά, με αποτέλεσμα στις μέρες μας να γίνεται χαμός με τον ΟΠΕΚΕΠΕ έπειτα από την παρέμβαση του ευρωπαίου εισαγγελέα. Διατηρούσε κτηνοτροφική μονάδα ψηλά σε βουνοκορφή της Πίνδου, στα Τζουμέρκα και εκμεταλλευότανε το γάλα και τα ζωντανά του.
Κατ’ αρχήν, με τα χρήματα που πήρε από την επιδότηση έκανε μια πολύ ωραία και μοντέρνα, να πούμε, καλύβα με πολλές ανέσεις κι όχι όπως τις παλιές που γινότανε πρόχειρα με τσίγκους. Όταν τελειοποιήθηκε η καλύβα, με τα υλικά που μείνανε, ο μπάρμπα- Γιάννης, του «έπιανε» το χέρι, έφτιαξε δίπλα μια αποθήκη - ψησταριά. Της έβαλε σίτες για να αερίζεται και να διατηρεί τα ζαρζαβατικά του.
Πριν λίγα χρόνια αναγκάστηκε να πουλήσει το κοπάδι, γιατί τα παιδιά του σπουδάσανε και φύγανε «σ’ άλλες πολιτείες» που λένε, δεν ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία. Με βαριά καρδιά ο μπάρμπα-Γιάννης αποχωρίστηκε το κοπάδι, το οποίο ήταν η ζωή του. Δεν ξέχασε όμως τη στάνη και την καλύβα του, που πάνω από 10 χρόνια ζούσε εκεί, από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο.
Έτσι λοιπόν, τα καλοκαίρια ανέβαινε εκεί ψηλά «π’ ανθίζει ο γράβος κι η οξιά», ν’ ακούσει τον κούκο να λαλεί, τ’ αηδόνια και τα άλλα πουλιά, που είχε συντροφιά, το δροσερό αεράκι και τα γάργαρα νερά. Εκεί ξεκαλοκαίριαζε μαζί με τη γριά του.
Έπαιρνε μαζί του μια κατσίκα και λίγες κότες, και ξαναέσκαβε το μποστάνι, που είχε από τότε, σήκωνε τον φράχτη, όπου ήταν πεσμένος, κι έβαζε τα απαραίτητα κηπευτικά, ντομάτες, αγγούρια, πατάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, πιπεριές, καρπούζια και πεπόνια.
Στην αποθηκούλα αυτή ο μπάρμπα-Γιάννης, επειδή δεν είχε ψυγείο, έβαζε τα ζαρζαβατικά που μάζευε κάθε πρωί απ’ το μποστάνι, να διατηρούνται. Τα άπλωνε πάνω στον πάγκο με τη σειρά. Ικανοποιημένος έλεγε στην κ. Χάϊδω, τη γυναίκα του: «Έκανε προκοπή φέτος το μποστάνι γριά, πλούσια τα ελέη».
Ένα πρωί, που σηκώθηκε όπως πάντα χαραή, μπήκε πάλι στο μποστάνι, γύρισε το νερό από το αυλάκι που έτρεχε όλη τη νύχτα από τη βρύση και μάζεψε ό,τι ωρίμασε. Πήγε στην αποθήκη και βλέπει δύο ντομάτες μισοφαγωμένες.
-Ωρέ, αναρωτήθηκε, τί ζλάπ’ να’ ναι τούτο; δεν πιστεύω να’ ναι ποντίκι, γιατί η γάτα δεν αφήν’ ούτε φίδ’, κάτ’ άλλο θα’ ναι.
Άρχισε λοιπόν να ψάχνει τυχόν τρύπες που βρήκε το ζουλάπι, αν και θυμόταν ότι ήταν καλά φτιαγμένη η αποθήκη. Τέλος πάντων, την έφερε γύρω - γύρω, μέσα – έξω, κάτι διόρθωσε και τέλος όλα καλά είπε.
Την επομένη, όταν ξαναπήγε να δει, γιατί άφησε τις ίδιες ντομάτες έξω εκτεθειμένες, είδε ότι πάλι το ζουλάπι είχε κάνει τη ζημιά. Αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Τελικά ο μπάρμπα-Γιάννης τα κατάφερε και έπιασε όλα τα σημεία και δεν ξαναείδε φαγωμένη ντομάτα που άφηνε επίτηδες.
Ευχαριστημένος, ένα πρωινό, αφού πέρασε από το μποστάνι, κάθισε έξω από την καλύβα του κι αγνάντευε πέρα μακριά κι έβλεπε τους «κάμπους πράσινους και τα βουνά γαλάζια» στον ορίζοντα την ώρα που γλυκοχάραζε. Έβγαλε το τσιμπούκι του, του έφερε και η κ. Χάϊδω τον καφέ με το λουκούμι, κι απέναντί του εμφανίστηκε ένας σκίουρος που τον κοιτούσε.
-«Ωρέ γριά, αυτό το ζλάπ’ ήταν ως φαίνεται και τώρα έρχεται να ιδεί ποιος του χάλασε το φαί».
Ο σκίουρος κουνούσε τα δυο μπροστινά ποδαράκια του στο πρόσωπό του, σαν να νιβότανε και ο μπάρμπα-Γιάννης του έκανε την ίδια χειρονομία, στρίβοντας το παχύ μουστάκι και ξύνοντας τα γένια του σαν να του έλεγε:
-Τι νόμισες δεν θα σ’ έπιανα; Κάτσε τώρα αυτού κι αγνάντευε. Κάτσε και καμάρωσε «σαν νύφ’ από Δευτέρα….» κι εσύ εκεί κάθε βράδ’, αλλά κι εγώ σ’ άλλαξα τα φώτα.
Του λέει η κ. Χάιδω, έτσι ευχαριστημένο που τον είδε, που δεν ξαναείδε τον σκίουρο να κάνει ζημιά: -«Ω Γιάνν’, να σ’ κάνω κάνα - δυό τ’γανίτες και να τσ’ ρίξω κι μέλι’ από πάν’ να γλυκαθείς;».
-«Ω γριά, το’ χασες ντιπ’. Λεχώνα είμαι να μ’ κάν’ς τ’γανίτες;».
-«Τί να σ’ κάνω; γέροντα μ’;».
-«Να μ’ ντγανίϊς τέσσιρα αβγά μι τυρί, μια σαλάτα ντομάτα και ψωμί απ’ τη γάστρα με κρεμμύδ’ και πιπεριά και φέρε και του τσίπρου, ακούς τ’γανίτες;».
Ιστορίες και σενάρια που γράφει η ζωή….
(Μέτσοβο)