ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η μονιμότητα στο Δημόσιο και... η Πλατεία Κλαυθμώνος!

Η συζήτηση που έχει ανοίξει από την πλευρά της Κυβέρνησης για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο –άσχετα με τη στοχοθεσία της, η οποία κατά την Αντιπολίτευση αμφισβητείται, τουλάχιστον για το χρόνο επιλογής της- φέρνει στο προσκήνιο την ιστορία της γνωστής στο Κλεινόν Άστυ πλατείας Κλαυθμώνος, πώς πήρε το όνομά της και μάλιστα το διατήρησε παρότι πριν 36 ολόκληρα χρόνια μετονομάστηκε. Σε γραπτές πηγές της εποχής (εφημ. Εστία, αναδημοσιευθείσες από το site Janus. Gr, «Πώς η πλατεία Κλαυθμώνος συνδέεται με τη μονιμότητα στο Δημόσιο», 26.5.025) διαβάζουμε σχετικά: «Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1878 όταν ο συγγραφέας και αρθρογράφος της εφημερίδας «Εστία», Γιώργος Καμπούρογλου κάθεται σε καφενείο στον κήπο του τότε Υπουργείου Οικονομικών. Παρακολουθεί τον κόσμο που βρίσκεται συγκεντρωμένος εκεί και αντλεί έμπνευση για ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε τις επόμενες ημέρες και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Γνωρίζετε τον κήπον του κλαυθμώνος; Παράδοξος ερώτησις! Πάντες τον γνωρίζουσι και οφείλουσι να τον γνωρίζουσι, αφού είναι το προσφιλές ενδιαίτημα της πλειονότητος του Έθνους, ην αποτελούσιν οι υπάλληλοι και οι παυσανίαι. Εντούτοις ας επιτραπή ημίν να χαράξωμεν λέξεις τινάς περί του κήπου τούτου χάριν της ευαρίθμου (σσ: μικρής) μειονότητος, των μοχθούντων δηλαδή και των φορολογουμένων, διότι πιθανόν ούτοι αμυδρές περί αυτού να έχουν γνώσεις». 

7 Ιούν 2025 • 10:09
Η συζήτηση που έχει ανοίξει από την πλευρά της Κυβέρνησης για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο –άσχετα με τη στοχοθεσία της, η οποία κατά την Αντιπολίτευση αμφισβητείται, τουλάχιστον για το χρόνο επιλογής της- φέρνει στο προσκήνιο την ιστορία της γνωστής στο Κλεινόν Άστυ πλατείας Κλαυθμώνος, πώς πήρε το όνομά της και μάλιστα το διατήρησε παρότι πριν 36 ολόκληρα χρόνια μετονομάστηκε. Σε γραπτές πηγές της εποχής (εφημ. Εστία, αναδημοσιευθείσες από το site Janus. Gr, «Πώς η πλατεία Κλαυθμώνος συνδέεται με τη μονιμότητα στο Δημόσιο», 26.5.025) διαβάζουμε σχετικά: «Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1878 όταν ο συγγραφέας και αρθρογράφος της εφημερίδας «Εστία», Γιώργος Καμπούρογλου κάθεται σε καφενείο στον κήπο του τότε Υπουργείου Οικονομικών. Παρακολουθεί τον κόσμο που βρίσκεται συγκεντρωμένος εκεί και αντλεί έμπνευση για ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε τις επόμενες ημέρες και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Γνωρίζετε τον κήπον του κλαυθμώνος; Παράδοξος ερώτησις! Πάντες τον γνωρίζουσι και οφείλουσι να τον γνωρίζουσι, αφού είναι το προσφιλές ενδιαίτημα της πλειονότητος του Έθνους, ην αποτελούσιν οι υπάλληλοι και οι παυσανίαι. Εντούτοις ας επιτραπή ημίν να χαράξωμεν λέξεις τινάς περί του κήπου τούτου χάριν της ευαρίθμου (σσ: μικρής) μειονότητος, των μοχθούντων δηλαδή και των φορολογουμένων, διότι πιθανόν ούτοι αμυδρές περί αυτού να έχουν γνώσεις». 

Το κείμενο κλείνει με την ιστορία του «κυρ Νικολάκη». Ένας υποδηματοποιός που προσελήφθη τελικά «αλαταποθηκάριος εν αδεία με πλήρεις αποδοχάς» στο δημόσιο. Ενώ πίνει καφέ και καπνίζει ναργιλέ οι «Παυσανίες» αναρωτιούνται ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Όταν ενημερώνονται ένας εξ αυτών λέει: «Πότε θα έλθωμεν και ημείς στα πράγματα. Να ιδής πως κάνουν την πόζαν».

Την εποχή εκείνη δεν ίσχυε η μονιμότητα στο Δημόσιο, νομοθετήθηκε το 1911 με  την αναθεώρηση του Συντάγματος, άρθρο 103. Ο Καμπούρογλου, λοιπόν, χαρακτηρίζει την πλατεία «κλαυθμώνος» γιατί εκεί συγκεντρωνόταν κόσμος που διαμαρτυρόταν και έκλαιγε. Οι «Παυσανίες», δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν προσληφθεί από την τέως και παύθηκαν από τη νέα κυβέρνηση και οι «Θεσιθήρες», άτομα στα  οποία είχαν υποσχεθεί μια θέση στο Δημόσιο αλλά τελικά δεν την πήραν. Παρότι από το 1911 οι δημόσιοι υπάλληλοι εξασφαλίστηκαν και δεν χρειαζόταν να επισκέπτονται την πλατεία για διαμαρτυρίες και οδυρμούς το όνομα που της «χάρισε» ο Καμπούρογλου άντεξε στον χρόνο, παρά τις ονοματοδοτικές περιπέτειές της (Πλατεία Νομισματοκοπείου, Πλατεία 25ης Μαρτίου, Πλατεία Δημοκρατίας και Πλατεία Εθνικής Συμφιλιώσεως το 1989, όνομα που ουσιαστικά δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ).

Ερχόμενοι τώρα στο «διά ταύτα» της θεματικής του σημερινού επιφυλλιδικού μας σημειώματος, έχουμε να σημειώσουμε ότι ο μόνιμος και άρρηκτος δεσμός του υπαλλήλου με τη θέση του είναι το κύριο εννοιολογικό χαρακτηριστικό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Γίνεται σαφές και κατανοητό, λοιπόν, ότι η μονιμότητα αποτελεί ισχυρό εχέγγυο για τους δημοσίους υπαλλήλους και διαφέρει από την ισοβιότητα, την οποία σύμφωνα με το άρθρο 88 του Συντάγματος, απολαμβάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί. Ενημερωτικά να σημειώσουμε ότι ο θεσμός της μονιμότητας ορισμένων υπαλλήλων σε ορισμένους νευραλγικούς τομείς του κρατικού μηχανισμού, σε αυτό που ονομάζουμε Δημόσιο, υφίσταται στην πλειονότητα των χωρών παγκοσμίως και έχει να κάνει με την συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ανεξαρτήτως εναλλαγής κυβερνήσεων. Διαχρονικά έχει αποδειχθεί, ακόμη και από τους ιδεολογικούς πολέμιους του κρατισμού, ότι δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία, πρόοδος και ανάπτυξη χωρίς κράτος.

Το πρόβλημα στη χώρα μας δεν είναι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων όσο κι αν αυτό καλλιεργείται στα πλαίσια ενός πολιτικού λαϊκισμού. Ο αρθρογράφος Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος στην έγκριτη εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ (23.5.025) παρατηρεί εύστοχα: «Χρόνια τώρα καλλιεργείται ένας ιδεολογικός μύθος περί αναγκαιότητας συρρίκνωσης του «κράτους» με την εκχώρηση βασικών υπηρεσιών και αγαθών στον ιδιωτικό τομέα και τις δυνάμεις της αγοράς. Υποστηρίζει μάλιστα ότι κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε καλύτερη λειτουργία και υψηλότερου επιπέδου υπηρεσίες στους πολίτες, παρά τις συνεχείς χειροπιαστές διαψεύσεις, αφού στις πραγματικά κρίσιμες καταστάσεις και σε ζωτικής σημασίας, για την κοινωνική συνοχή και όχι μόνο, ζητήματα, όπως το ασφαλιστικό, έχει αποδειχτεί ότι  ο ιδιωτικός τομέα αδυνατεί να ανταποκριθεί για σειρά λόγων, γεγονός που παραδέχονται και οι υπεύθυνοι και σοβαροί εκπρόσωποί του, εξού και μιλούν προσεκτικά για συνέργειες. Όλοι θυμόμαστε πως κατά τη διάρκεια της πανδημίας στα δημόσια νοσοκομεία στηριχτήκαμε και τους υγειονομικούς του ΕΣΥ χειροκροτούσαμε, ανεξαρτήτως αν μετά την μπόρα ξεχάστηκαν όλα αυτά και συνεχίστηκε το έργο απαξίωσής τους, με προφανείς ωφέλειες για τον ιδιωτικό τομέα. Τους καθηγητές των δημόσιων πανεπιστημίων ακούγαμε για συμβουλές. Για να μην αναφερθώ στο ότι για την τήρηση πολλών από αυτά που θεωρούμε αυτονόητα, από τη διαχείριση των δημόσιων δαπανών και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, έως την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ή την εξασφάλιση ότι τηρείται η περιβαλλοντική νομοθεσία, στηριζόμαστε σε δημοσίους υπαλλήλους και εξαρτιόμαστε από την αποτελεσματικότητα και την ακεραιότητά τους».

 Κατά κοινή παραδοχή οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα μας δεν είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι εργαζόμενοι (γνωστή διαχρονικά η φρ. «τρεις και εξήντα») και αυτό είναι σαφώς μέρος του προβλήματος. Η ευρέως διαδομένη άποψη ότι αποτελούν τα μόνιμα «φορολογικά υποζύγια», δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, με τα οικονομικά στοιχεία να είναι εν προκειμένω αμείλικτα. Το μόνο κίνητρο για να εργαστεί κανείς στο δημόσιο, πέρα από την αίσθηση κοινωνικής προσφοράς ή το ενδιαφέρον για το αντικείμενο, είναι η μονιμότητα. Η μονιμότητα δεν ήταν κάποιο προνόμιο. Ο λόγος που θεσμοθετήθηκε ήταν για να μην μπορεί κάθε κυβέρνηση να απολύει όσους διόρισε η προηγούμενη, για να φέρει τα «δικά της παιδιά». Η ιστορία πίσω από το όνομα της πλατείας Κλαυθμώνος είναι διδακτική. 

Η μονιμότητα εξασφαλίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονται με βάση την αίσθηση καθήκοντος που έχουν και όχι επειδή φοβούνται ότι θα απολυθούν, εξασφαλίζει την συνέχεια του κράτους, προστατεύει από πολιτικές παρεμβάσεις και αποτελεί αναγκαιότητα για τη εύρυθμη δημοκρατική λειτουργία του κράτους. Και είναι τουλάχιστον κακής ποιότητας λαϊκισμός να ταυτίζεται η μονιμότητα με την ατιμωρησία και την αναποτελεσματικότητα, η πάταξη των οποίων προβλέπεται  από τις σαφείς  διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα– ακόμη και η απόλυση για σοβαρά πειθαρχικά αδικήματα και εξαιτίας ανικανότητας εκτέλεσης καθήκοντος.Κανείς δεν αρνείται ότι υπάρχουν κακοί δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι με προβληματικές συμπεριφορές, ακόμη και διεφθαρμένοι.

 Η γενικευτική και αφοριστική αντιμετώπισή τους, όμως, αδικεί την πλειονότητά τους. Γιατί παρόμοιοι υπάρχουν και στον ιδιωτικό τομέα, και πάντα βρίσκουν τρόπο – με κυριότερο τον «κομματικό ημετερισμό»-  όχι απλώς να επιβιώνουν, αλλά και να ανελίσσονται. Η κυβέρνηση, και κάθε κυβέρνηση, ας κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη, εγκαταλείποντας τη νοοτροπία «του κράτους κτήμα» ή ,ακόμη χειρότερα, «του κράτους κομματικό λάφυρο», καταργώντας κάθε έννοια αξιοκρατίας και διαφάνειας, προσπερνώντας (γιατί βολεύει) τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται: την υποστελέχωση, τις ελλείψεις εξοπλισμού, τα προβλήματα οργάνωσης, την ανεπαρκή επιμόρφωση, τον δαίδαλο της πολυνομίας. Με αυτά τα προβλήματα πρέπει να ασχοληθούμε. Όπως και με το σοβαρό ζήτημα των συμβασιούχων και με το θέμα των μετακλητών, των δεκάδων χιλιάδων «υπαλλήλων ομήρων» της κάθε κυβέρνησης.

Αξιοποιώντας και επιβραβεύοντας και όχι απειλώντας πρώτα απ΄ όλα τους ανθρώπους που εργάζονται στο δημόσιο και το κρατούν όρθιο. Και ας αφήσουμε τη μονιμότητα να εξασφαλίζει ότι θα κάνουν τη δουλειά τους χωρίς φόβο και με αξιοπρέπεια. Και στη συνταγματική αναθεώρηση ας ασχοληθούμε με πιο σοβαρά θέματα, που δεν είναι και λίγα.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.