ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Αναζητώντας το όνειρο…

Είναι περίεργο, πως, άμα για τον ένα ή τον άλλο λόγο κουραστούν οι άνθρωποι από τη ζωή -τους πολέμους, τον υπερπολιτισμό, τις απολαύσεις και τις συμβατικότητες της «αστικής κοινωνίας»- γίνονται… τσοπάνηδες.

16 Ιούν 2025 • 07:49
Είναι περίεργο, πως, άμα για τον ένα ή τον άλλο λόγο κουραστούν οι άνθρωποι από τη ζωή -τους πολέμους, τον υπερπολιτισμό, τις απολαύσεις και τις συμβατικότητες της «αστικής κοινωνίας»- γίνονται… τσοπάνηδες.

Αναζητούν το όνειρο που είχαν από μικροί πλάσει, εγκαταλείποντας τα χωριά,  να βρουν την τύχη τους στις πόλεις, για καλύτερη ποιότητα ζωής και κάποτε να επιστρέψουν εκεί που είδαν το πρώτο φως της ημέρας. 

Δηλαδή ζητάνε την επάνοδο στο απλό, φυσικό και ήσυχο βίο των αγροτών και των ποιμένων («καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας, την απλοϊκή σας τη ζωή που’ χει περίσσιες χάρες»), που είχε γράψει ο Κρυστάλλης, που όπως το είχανε βιώσει στα παιδικά τους χρόνια. 

Στοχάζονται το σπίτι τους το πατρικό, που νομίζουν ότι θα  τους προσμένει να γυρίσουν ακόμα, όπως επίσης όταν στα περιβόλια τους γυρνούσαν ξυπόλητοι, αψηφώντας τους βάτους και τ’ αγκάθια τις που πατούσαν και τρέχανε μέσα στα νερά και στα αυλάκια.

Τις μάνες που φούρνιζαν το ψωμί με το προζύμι στη γάστρα και μοσχοβολούσε ο τόπος,  πήζανε το τυρί, κάνανε τη γιαούρτη, ξεφλουδίζανε τις ρόκες του καλαμποκιού και τις αλέθανε στο μύλο. Την πλάκα με το κοντύλι και το τετράδιο για όλα τα μαθήματα, μια σάκα που με αυτή τελειώνανε το σχολείο.

Τότε οι γειτονιές ήταν μια μεγάλη οικογένεια, και τα απογεύματα οι αυλές γέμιζαν με σκαμνάκια από τις γειτόνισσες  να κουβεντιάζουν μετά τον κάματο της ημέρας, πλέκοντας, αλλά να λένε και κανένα... κουτσομπολιό. 

Στην πόλη κλειδώνεις και διπλοκλειδώνεις ενώ  τότε οι πόρτες των σπιτιών ήταν ολημερίς ξεκλείδωτες  και κάθε φαμιλιά είχε τον κήπο της γύρω-γύρω, με τα απαραίτητα ζαρζαβατικά και στα κατώγια  στα μαντριά τα ζωντανά της.

Γέμιζαν οι αλάνες και οι πλατείες    από παιδικές φωνούλες που  χορταίνανε παιχνίδια, που τα  φτιάχνανε μόνοι τους -αυτοσχέδια, ενώ εδώ στις πόλεις δεν υπάρχουν τέτοιες, μόνο πολυκατοικίες και… τσιμέντο.

Το δάσος το βαθύσκιωτο, που τρέχουν τα γάργαρα και  κρουσταλλένια νερά, τα ρέματα, τις λαγκαδιές και τα γιδοπρόβατα  να βόσκουν στα βουνά και  αχολογούσαν τα βελάσματα και τα γαυγίσματα και οι φλογέρες των τσοπάνων .

Τοπίο ειδυλλιακό η ακροποταμιά  με τις πρασινάδες, τις ιτιές, τα πλατάνια, με τη θεσπέσια  συναυλία  των φτερωτών ενοίκων, που σεγκοντάρει η μουσική της αέναης ροής των νερών. Πότε   με τις φωνές των γυναικών στο πλύσιμο των ρούχων και πότε η ήσυχη κι ερημική να  γίνεται τόπος ιδανικός  για τη συνάντηση ερωτικών συντρόφων.

Τα καλοκαίρια αγναντεύανε πάντα τον ξανθό κάμπο  με τις θημωνιές  των σιτηρών,  όλοι οι χωριανοί στο λιοπύρι να θερίζουν και να περιμένουν τις αλωνιστικές μηχανές.

Τις Κυριακές όλα τα παιδιά πλυμένα   με καθαρά ρούχα εκκλησιαζότανε και βοηθούσαν τον παπά στο ιερό με λιβάνι και θυμιατό, ντυμένα παπαδάκια. Με πόση λαχτάρα περιμένανε τη λειτουργιά  μόλις σχόλαγε η εκκλησία που  παίρνανε από τον παπά.

Με τις φίλες και τους φίλους  αγκαζέ, τα πρώτα  χτυποκάρδια, σαν όνειρο θα θυμούνται της νιότης τους το κυριακάτικο σεργιάνι  μετά την εκκλησία και τα  δειλινά να κάθονται στα πεζούλια να συζητάνε και κατά βάθος να φλερτάρουν:

Εκεί την αγάπη αντάμωσα

Παίρνω το δρόμο τον καλό το ίσιο μονοπάτι

Και στην αυλή της μ’ έβγαλε, στο πρώτο σκαλοπάτι

Κι άνοιξε η πόρτα διάπλατη μέσα στο φως λουσμένη

Κι είδα την αγάπη μου την πολυαγαπημένη

Κι ήταν Μαγιάτικη βραδιά  ομορφοκαμωμένη…

Όλα αυτά τα βιώματα τα ‘χανε  κάνει τραγούδια, όπως  τον καημό της ξενιτιάς, τον σεβντά των ερωτευμένων, τον πόνο των ασθενών, των θανάτων. Στα μέσα του Απρίλη που γιορτάζανε την Πασχαλιά, στο πανηγύρι που γυρίζουν και οι ξενιτεμένοι, τις Απόκριες, τους αρραβώνες, τους γάμους και σέρνανε το χορό, πίνουν και ξενυχτάνε κάνοντας κέφι όμορφο ως το πρωί γλεντάνε: 

Σαν παίρνεις τον κατήφορο στην άκρη στο ποτάμι

Με το πλατύ πουκάμισο, με τα’ άσπρο σου ποδάρι

Χαμήλωσ’  το φακιόλι σου και σκέπασε τα φρύδια 

Να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν

Να σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια.

Μέσα στο διάβα των αιώνων ο λαός μας έζησε τις καλές και τις άσχημες στιγμές του και άφησε την φαντασία του να πλέξει υπέροχους μύθους … ακόμα και οι  νεράιδες, που  προπαντός  τραγούδησε όμορφα, εκφράζοντας εκείνα που η καρδιά ένιωθε, όπως λέει κι ο Κρυστάλλης: 

Συχνά μεσ’ το ηλιοστάλαμα και μεσ’ το μεσημέρι

Κι όταν κοιμούνται τα νερά και βγαίνουν οι νεράιδες

Και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λένε.

Τώρα αναρωτιούνται; θα ξαναβρούνε τους παλιούς φίλους, γιατί τώρα η ύπαιθρος έχει εγκαταλειφθεί, έχει ερημώσει από ανθρώπους και σπίτια. 

Χαίρονται όμως σαν αναπολούνε τα παλιά. Τους φεύγει το μαράζι με τις παιδικές  τους τις χάρες, που ο  χρόνος δεν αλλάζει.

Το δράμα που ζούνε σήμερα όλοι οι «πολιτισμένοι λαοί» τους γεννά την ανάγκη της φυγής, όσο το δυνατόν μακρύτερα. 

Τις περισσότερες φορές η φυγή αυτή είναι αδύνατη, προσπαθούνε να φύγουνε με τη φαντασία τους,  παρά τα χρόνια τους, στα «φωτεινά» περασμένα.

Έτσι λοιπόν οργανώνουν Συλλόγους στις πόλεις όπου ζούνε, όπως και στο εξωτερικό, όπου ανταμώνουν να θυμηθούνε τα παλιά, τα περασμένα  και να μάθουν νέα από τα χωριά τους.

Να θυμηθούνε τις άνοιξες, τα καλοκαίρια με το θερισμό, τον τρύγο το φθινόπωρο, τους  βαριούς χειμώνες με τα πολλά χιόνια τότε, που τους έκλειναν μέσα κι ανέμεναν την άνοιξη και το καλοκαίρι, να βγούνε πάλι στα χωράφια και στα βουνά εκεί που ‘’το λέν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια’’   

Τόσα και τόσα έχουν να διηγούνται όταν ανταμώσουν, αρκεί να τους έχει ο Θεός καλά και υγιείς… όσοι  τουλάχιστον απόμειναν.                                                              

Και ας περάσουνε τα χρόνια 

Κι ας διαβούνε οι καιροί 

Κι ας έρθουν στα μαλλιά μας χιόνια

Κι όταν σπάσει πια η φωνή 

Πάντ’ απείραχτη θα μείνει 

Στην καρδιά μας τη θολή 

Η ανάμνηση, που κλείνει

Ό,τ’ η Ζήση μας ποθεί…

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.