ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Πού πάμε ως χώρα;
Ζούμε, τον τελευταίο καιρό, σε τούτο τον έρμο τον τόπο, ένα εσωτερικό-πολιτικό εμφύλιο πόλεμο, με συνέπεια, εδώ και αρκετά χρόνια, ιδιαίτερα δε κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, να μη λειτουργεί σχεδόν τίποτε. Τα μηνύματα που καταφθάνουν, κάθε τόσο, από επίσημα χείλη είναι εξόχως ανησυχητικά, αλλά αφήνουν ασυγκίνητους αυτούς που «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ», διαχειρίζονται τα πολιτικά πράγματα της χώρας μας. «Σε μια Πολιτεία –γράφει, επί δεκαετίες ολόκληρες,ο Δημήτρης Τσάτσος– συμβαίνει τόσο κακό, όσο ανεχόμαστε. Στην Πολιτεία αυτή –και όταν μιλάμε για Πολιτεία, εννοούμε κράτος και κοινωνία μαζί– δεν λειτουργεί σχεδόν τίποτε. Οι θεσμοί μας, όπως λειτουργούν σήμερα, είναι νεκροί. Ζούμε την ώρα του κόσμου της νύχτας. Η αντοχή στη δυσοσμία ασφαλώς έχει και τα όριά της. Η σιωπή, αυτό το βάλσαμο που συντηρεί τη σήψη, άρχισε να διακόπτεται από φωνές σκόρπιες επί του παρόντος. Γι’ αυτό συνεχίζω να γράφω, με την προσδοκία της μεγάλης οργής, αυτής που ίσως φέρει τη μεγάλη ανατροπή».
2 Ιούλ 2025 • 07:58
SHARE
Ζούμε, τον τελευταίο καιρό, σε τούτο τον έρμο τον τόπο, ένα εσωτερικό-πολιτικό εμφύλιο πόλεμο, με συνέπεια, εδώ και αρκετά χρόνια, ιδιαίτερα δε κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, να μη λειτουργεί σχεδόν τίποτε. Τα μηνύματα που καταφθάνουν, κάθε τόσο, από επίσημα χείλη είναι εξόχως ανησυχητικά, αλλά αφήνουν ασυγκίνητους αυτούς που «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ», διαχειρίζονται τα πολιτικά πράγματα της χώρας μας. «Σε μια Πολιτεία –γράφει, επί δεκαετίες ολόκληρες,ο Δημήτρης Τσάτσος– συμβαίνει τόσο κακό, όσο ανεχόμαστε. Στην Πολιτεία αυτή –και όταν μιλάμε για Πολιτεία, εννοούμε κράτος και κοινωνία μαζί– δεν λειτουργεί σχεδόν τίποτε. Οι θεσμοί μας, όπως λειτουργούν σήμερα, είναι νεκροί. Ζούμε την ώρα του κόσμου της νύχτας. Η αντοχή στη δυσοσμία ασφαλώς έχει και τα όριά της. Η σιωπή, αυτό το βάλσαμο που συντηρεί τη σήψη, άρχισε να διακόπτεται από φωνές σκόρπιες επί του παρόντος. Γι’ αυτό συνεχίζω να γράφω, με την προσδοκία της μεγάλης οργής, αυτής που ίσως φέρει τη μεγάλη ανατροπή».
Σε παρόμοιο κλίμα ο Παναγιώτης Κονδύλης –κατά γενική αποδοχή ένας από τους σπουδαιότερους διανοητές της σύγχρονης Ελλάδας– την ίδια εποχή, στέλνει το δικό του μήνυμα: «Μια ψυχολογική στάση που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια διέπει τη συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα, πράγμα που θα συνοδευτεί, μαζί με την υλική, και από πλήρη πνευματική στειρότητα».
Από τη δεκαετία δε του 1960 –δηλαδή πριν από 60 χρόνια–, ο γνωστός στους παλιότερους συγγραφέας και κριτικός, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, με τα «Κείμενα οργής και ανησυχίας» υπό τον τίτλο «ΕΡΗΜΗΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ», μας έχει προειδοποιήσει ότι: «Ανάμεσα στη νεοελληνική πολιτική ηγεσία υπάρχουν πολυάριθμα απορρίμματα των επιστημών και των άλλων επιδόσεων. Πώς να προκόψει ο τόπος με τ’ απορρίμματα; Και πώς να μην έχει αναλάβει μόνη της πια η Ελλάδα την επιβίωσή της ερήμην των Ελλήνων;». Αφήνω στον αναγνώστη να κρίνει αν αυτό το μήνυμά του διατηρεί την επικαιρότητά του, και σε ποιο βαθμό, μέχρι σήμερα.
Πάντως, το πολιτικό μας σύστημα –συμπολίτευση και αντιπολίτευση– βρίσκεται σε πλήρη εξαχρείωση. Τα ίδια πρόσωπα που μας έφεραν σ’ αυτήν την τραγική κατάσταση, από το πολιτικό προσκήνιο ή από το παρασκήνιο, πασχίζουν να ρυθμίζουν τις τύχες της χώρας μας. Από το έτος 2004 μέχρι σήμερα, πέντε πρόσωπα, αυτά που βλέπετε στις παρατιθέμενες εικόνες και που το καθένα τους έχει το δικό του μερίδιο στο γενικό ξεχαρβάλωμα της χώρας, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής για τα πεπραγμένα τους, φιλοδοξούν κάθε τόσο να κάνουν την εμφάνισή τους, προκαλώντας το κοινό αίσθημα. Και όσα νέα εμφανίστηκαν προέρχονται από το ίδιο ή κάπως παραλλαγμένο πολιτικό σύστημα. Πάρτε τα πρόσωπα που μας εκπροσωπούν στα πολιτικά κόμματα και βγάλτε συμπεράσματα.
Και ας ξεκινήσουμε από το κόμμα που μας κυβερνάει τα τελευταία έξι χρόνια. Τρία πρόσωπα, δύο πρώην πρόεδροι του κόμματος και πρώην πρωθυπουργοί, και ένας νυν πρόεδρος και πρωθυπουργός, δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους. Οι δύο πρώην μάλιστα εμφανίζονται από κοινού κάθε τόσο και εξαπολύουν μύδρους εναντίον του νυν πρωθυπουργού και της πολιτικής του, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική που ασκείται από το σημερινό πρωθυπουργό δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική του κόμματος. Δεν διστάζουν δε να ασκούν δριμύτατη κριτική σε ζωτικά θέματα, όπως είναι η εξωτερική πολιτική, την οποία χαρακτηρίζουν ενδοτική και σε ορισμένα σημεία επικίνδυνη.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να υπάρχει αντιπολίτευση απ’ τα έξω, αφού αυτή γίνεται από μέσα, και μάλιστα σε σημείο που εμβάλλει σε σοβαρή ανησυχία ακόμα και όσους ψήφισαν αυτό το κόμμα και ανήκουν σε αυτό. Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνουν και οι δημοσκοπήσεις που δείχνουν πρωτοφανή καθίζηση στα ποσοστά του κόμματος. Μάλιστα, η τελευταία δημοσκόπηση, σε ποσοστό 70%, ζητάει αλλαγή της κυβέρνησης.
Αν δείτε και την εικόνα που παρουσιάζουν τα άλλα κόμματα, που κυμαίνονται από το 10% μέχρι και το 3%, ασφαλώς θα συμφωνήσετε με τη διαπίστωση του Βασιλείου Μαρκεζίνη, ο οποίος δεν δίστασε να μας προειδοποιήσει πως «το σύγχρονο ελληνικό κράτος μοιάζει με στάβλους του Αυγεία και χρειάζεται ολοκληρωτική κάθαρση».
Πρέπει όμως στο σημείο αυτό να προσέξουμε και να συνειδητοποιήσουμε πως αυτή η κάθαρση δεν μπορεί να γίνει από αυτούς που μετέτρεψαν το κράτος σε «στάβλους του Αυγεία», ούτε από αυτούς που το συντηρούν. Και το λέω αυτό γιατί ακούω ότι κάποιοι από αυτούς που έβαλαν το λιθαράκι τους για να στηθούν αυτοί οι «στάβλοι», μας ειδοποιούν ότι σκοπεύουν να επανέλθουν στο πολιτικό προσκήνιο για να συμπληρώσουν αυτό το σταβλικό οικοδόμημα που το άφησαν στη μέση. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, ας μη προσπαθήσουμε να ρίξουμε το βάρος σ’ αυτούς, γιατί το βάρος θα πέσει ολοκληρωτικά επάνω μας. Με παλιά και φθαρμένα υλικά δεν στήνεται καινούριο οικοδόμημα. Η κατάρρευσή του είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένη. Όποια πέτρα και να σηκώσεις, θα συναντήσεις από κάτω τα σημάδια της σήψης και της διαφθοράς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., που συγκλονίζει αυτές τις μέρες τη χώρα και μας έχει ευτελίσει στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Λειτουργεί από το έτος 2001, και φροντίζει –υποτίθεται– να υλοποιηθούν όλα όσα προβλέπονται από τα θεσμικά κείμενα που αναφέρονται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική. Άλλο όμως τι προβλέπεται, και άλλο τι γίνεται από τούτο το σκληρό κομματικό κράτος που έχει δημιουργηθεί και λειτουργεί, κατά τρόπο άθλιο, ιδιαίτερα αυτά τα τελευταία χρόνια της μεταπολίτευσης. Θυμηθείτε παλιότερα τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, τα πλούσια ευρωπαϊκά προγράμματα που έκαναν πάμπλουτους κάποιους κομματικούς εγκάθετους που λυμαίνονταν και λυμαίνονται τη χώρα. Αν δεν υπήρχαν κάποιοι ευσυνείδητοι υπάλληλοι που έβλεπαν όλα αυτά τα υπουργικά και βουλευτικά όργια και δεν είχαν το θάρρος και την ανάλογη συναίσθηση της ευθύνης να τα καταγγείλουν, παρά τις ανελέητες διώξεις τους, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το μονοκομματικό «επιτελικό» κράτος θα συνέχιζε απτόητο να ασχημονεί, οι υπουργοί και υφυπουργοί θα καμάρωναν στις θέσεις τους και η χρεοκοπημένη Ελλάδα θα συνέχιζε τον κατήφορό της, έως ότου πιάσει τον πάτο.
Φαντάζεστε τι έχει γίνει με τα πλούσια ευρωπαϊκά προγράμματα ανάκαμψης που συνεχίζονται ανεξέλεγκτα να διοχετεύονται, στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης –και «στα πράσινα άλογα»– προς τις γνωστές κατευθύνσεις και στους γνωστούς άμεσους ή έμμεσους αποδέκτες τους. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι χαρακτηριστική εικόνα του κομματικού ελληνικού κράτους, είναι το ίδιο το κομματικό ελληνικό κράτος που έκανε πάμπλουτους ανεπάγγελτους επαγγελματίες της πολιτικής και βύθισε τη χώρα στη χρεοκοπία.
Μα θα μου πείτε: Τι πρέπει να γίνει; Ο Σαμαράς και ο Καραμανλής κατηγορούν τον Μητσοτάκη ότι ασκεί προσωπική πολιτική και όχι πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Εμείς όμως, οι Έλληνες πολίτες που είμαστε τα θύματα της πολιτικής που άσκησαν τα τρία κόμματα στον καιρό της κρίσης και μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, δεν ενδιαφερόμαστε για την πολιτική των κομμάτων εξουσίας –που στην ουσία δεν υπάρχει, γιατί κατά κανόνα εκτελούν τις εντολές εκείνων που τους φέρνουν και τους διατηρούν στην εξουσία– αλλά για μια πολιτική καθαρά εθνική, με την οποία ίσως κάτι μπορεί να περισωθεί, καθώς επί δεκαετίες ολόκληρες βρισκόμαστε σε ένα δρόμο ολισθηρό, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε.