ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Σπύρος της καρδιάς μας…

- Πώς έγραψες; Σαν πώς να γράψω! Εδώ δεν αποδεικνύω τα θεωρήματα της Γεωμετρίας το χειμώνα! Θα τα αποδείξω τώρα που μας βάρεσε η ζέστη κατακούτελα!

12 Ιούλ 2025 • 07:25
- Πώς έγραψες; Σαν πώς να γράψω! Εδώ δεν αποδεικνύω τα θεωρήματα της Γεωμετρίας το χειμώνα! Θα τα αποδείξω τώρα που μας βάρεσε η ζέστη κατακούτελα!

Ο Κωνσταντίνος γέλασε. Γι’ αυτό τον αγαπούσε το Σπύρο. Γιατί ποτέ δεν κόμπαζε, ούτε περιαυτολογούσε, μολονότι ήταν εξαιρετικός μαθητής!

Ο Σπύρος είχε πάντα να προτείνει λύσεις. Όχι μόνο γύρω από το σχολείο και τη διδακτέα ύλη, αλλά και στα προβλήματα που ενέσκηπταν στην καθημερινότητά τους… Στη μικροκοινωνία του χωριού… Στις συχνές μικροπαρεξηγήσεις της ανέμελης, αγορίστικης παρέας τους.

- Πάμε ποτάμι; Μωρέ τώρα που ξεμπερδέψαμε με τις εξετάσεις, πάμε όπου γουστάρουμε. -Να πούμε και στους άλλους; Ναι, όποιος θέλει να έρθει. Θα μαζευτούμε στο καφέ στο Νεοχώρι.

Το ποτάμι, ο Άραχθος δηλαδή, ήταν το κέντρο του κόσμου, γι’ αυτό το ενθουσιώδες και χαρούμενο καλοκαιρινό παρεάκι.

Βλέπεις, οι κοσμικές πλαζ των Κυκλάδων, οι εντυπωσιακές νεροτσουλήθρες, οι σανίδες του surf, που δαμάζουν τα κύματα στο Αιγαίο… και οι δυνατές μουσικές από τα μπιτσόμπαρα… τους ήταν γνώριμα μόνο από την τηλεόραση.

Σε σχέση όμως με τα παιδιά των μεγάλων αστικών κέντρων, αυτοί οι πιτσιρικάδες από το Νεοχώρι και την Αγία Παρασκευή, της Άρτας, είχαν το προνόμιο να διασκεδάζουν, να αθλούνται και να εκτονώνουν τη διάθεσή τους για παιχνίδια και εξερευνήσεις… μέσα στη φύση! Μέσα σε φαράγγια και υδροβιότοπους! Σπηλιές και καταρράκτες!

Αλώνιζαν με τα ΒΜΧ την περιοχή κι όταν ο κάματος γίνονταν αφόρητος… ο Άραχθος ήταν πάντα εκεί, για ένα αναζωογονητικό μπανάκι στα κρύα του νερά.

* * * 

Όμως ο Άραχθος δεν είναι παίξε – γέλασε! Πηγάζει από την Πίνδο σε μια περιοχή που αποκαλείται Οξυά Δεσπότη και εκβάλει στο Ιόνιο (στον Αμβρακικό Κόλπο). 110 χιλιόμετρα μήκος μέσα από χαράδρες, από φαράγγια… Ανάμεσα σε παρόχθια ελατοδάση! Ανάμεσα από ιτιές, λεύκες, πλατάνια, πικροκαστανιές και σφένδαμους… Ο Παράδεισος του rafting.

Κυλάει ορμητικός κάτω από 55 πετρόχτιστα γεφύρια!.. που σπουδαίοι μάστορες έχτισαν αψηφώντας τον κίνδυνο, πασχίζοντας μ’ ένα καλέμι κι ένα σφυρί να δαμάσουν το θεριό της φύσης, θυσιάζοντας ακόμα και τη γυναίκα του Πρωτομάστορα, καθώς ο θρύλος μας λέει πως έγινε στο ξακουστό γιοφύρι της Άρτας.

Αν πάλι σε φέρει ο δρόμος σου χειμώνα, με δύσκολο καιρό… και πλησιάσεις τις όχθες του εκεί κοντά στο γεφύρι της Πλάκας… σε συνεπαίρνει φόβος, δέος! Έτσι όπως τον βλέπεις να κατεβαίνει λυσσομανώντας ανάμεσα από τα βουνά, θεριεμένος με απίστευτες ποσότητες υδάτων, σχηματίζοντας σκοτεινές ρουφήχτρες…

Αυθόρμητα κάνεις το σταυρό σου! Ωχ Παναγίτσα μου λες, τούτο το μανιασμένο θεριό θα με καταπιεί κι εδώ στην άκρη που στέκομαι! Κι όλο οπισθοχωρείς σαν ξεμοναχιασμένος στρατιώτης, που βλέπει να χυμάνε πάνω του ένα λεφούσι από εχθρούς.

Κι όταν πάλι πας ν’ ανάψεις ένα κεράκι στο Μοναστήρι της Τσιούκας είναι αδύνατον να μη βγεις στον Εξώστη, στην ανατολική πλευρά της Μονής, για να θαυμάσεις τον Άραχθο από ψηλά, καθώς αυτός ελίσσεται σαν το φίδι στο βάθος της χαράδρας.

Τι ακούγεται; Αναρωτιέσαι. Οι ψαλτάδες της Μονής; Όχι. Ο Άραχθος ακούγεται. Το απόκοσμο βουητό του φτάνει ψηλά μέχρι το Μοναστήρι… λες και πάει γυρεύοντας να αποσπάσει την προσοχή των πιστών από τις προσευχές.

Όσοι τολμηροί κάνουν rafting ανάμεσα σε Τσίμποβο και Γεφύρι της Πλάκας, έχουν να αντιμετωπίσουν τις Συμπληγάδες! Κοφτερά βράχια καταμεσής του ποταμού, που καθιστούν την κατάβαση επικίνδυνη. Βαθμός δυσκολίας 3 έως 4 σου λέει! Πράγμα που σημαίνει ότι δεν φτάνει μόνο η δεξιοτεχνία και η πείρα των αθλούμενων. Τον Άραχθο πρέπει πάνω απ’ όλα να τον σέβεσαι.

Όμως ο Άραχθος έχει και τη γαλήνια πλευρά. Όσο πλησιάζει στις εκβολές, δημιουργούνται λιμνοθάλασσες, οι όχθες είναι εύκολα προσβάσιμες και το ποτάμι ειδικά το καλοκαίρι φαντάζει ειδυλλιακό! Σε προκαλεί να κολυμπήσεις και να παίξεις μαζί του.

Ή μήπως όχι…

TTT

Ο Σπύρος ήταν δεινός κολυμβητής. Το χειμώνα εκτός από το σχολείο πήγαινε ανελλιπώς και κολυμβητήριο. Οι επιδόσεις του έδειχναν πως θα μπορούσε να εξελιχθεί αθλητικά. Ίσως και να διαπρέψει.

Εκείνη τη ζεστή ημέρα του Ιούνη, Τετάρτη 11 του μηνός, λίγο πριν το μεσημέρι, έκατσε στην όχθη του ποταμού να ρεμβάσει, ανακουφισμένος πλέον από το άγχος των εξετάσεων. Σε λίγο ήρθαν κι άλλα τρία παιδιά. Ανάμεσά τους κι ο δωδεκάχρονος Νίσι.

Ο Νίσι είχε όπως πάντα μαζί του τη μπάλα του. Αγαπούσε το ποδόσφαιρο, βάραγε δυνατά σουτ κι ας ήταν μικρός κι ονειρεύονταν να γίνει ποδοσφαιριστής.

Το ποτάμι δεν του άρεσε, το φοβόταν, μα δεν ήθελε να το καταλάβουν τ’ άλλα παιδιά. Ήθελε να είναι ισότιμο μέλος της παρέας. Ήξερε πως όλο το καλοκαίρι θα το περνούσε εκεί με τα φιλαράκια του. Οι γονείς του φτωχοί βιοπαλαιστές από την Αλβανία δεν είχαν την δυνατότητα να πάνε οικογενειακές διακοπές, δεν είχαν καν την ευκαιρία ούτε για ένα μονοήμερο μπάνιο μέχρι την Πρέβεζα. Κι έτσι ο Νίσι έκατσε ήσυχος δίπλα στα παιδιά, παρακολουθώντας τα νερά που κυλούσαν.

- Κοίτα, είπε ο Κωνσταντίνος, ένας αργυροπελεκάνος! Το εντυπωσιακό πουλί πέταξε για λίγο χαμηλά, τσίμπησε ένα αφρόψαρο κι απομακρύνθηκε βιαστικά… στη φωλιά του τον περίμενε το νηπιαγωγείο! Οι νεοσσοί, που τσίριζαν κι αδημονούσαν για ποταμίσιες λιχουδιές!

Για λίγο η παρέα έμεινε σιωπηλή. Το κάθε παιδί έκανε τα σχέδιά του. Ο Σπύρος προσδοκούσε πως θα μπορούσε να περάσει λίγες ημέρες με την οικογένειά του κοντά στη θάλασσα.

Αχ η θάλασσα! Στιγμή δεν έφευγε από το μυαλό του. Μονάχα εκεί ένιωθε πραγματικά ελεύθερος.

- Νίσι πού πάς; φώναξε ο Κωνσταντίνος.

- Να κολυμπήσω, αποκρίθηκε ο μικρός κι άρχισε να μπαίνει δειλά – δειλά στο ποτάμι.

- Μα εσύ δεν ξέρεις κολύμπι!

- Όχι ξέρω, επέμενε ο Νίσι…

Ο Κωνσταντίνος κοίταξε απορημένος το Σπύρο, «λέει ψέματα, δεν ξέρει»…

- Πω, πω, μπούζι είναι το νερό, διαμαρτυρήθηκε ο Νίσι… Ο Σπύρος άρχισε να ανησυχεί. «Φτάνει, του φώναξε. Δεν χρειάζεται να πας άλλο πιο μέσα». Μα ο Νίσι δεν έδωσε σημασία. Το ποτάμι τον τρόμαζε και τον μαγνήτιζε συνάμα.

Λίγα βήματα ακόμα πιο μέσα… Και τότε ένα ανεπαίσθητο ρεύμα, τον παρέσυρε αίφνης… χωρίς καν να το καταλάβει. Ο Νίσι τέντωσε τα πόδια του μ’ αυτά δεν ακουμπούσαν πια στον πυθμένα! Αλαφιάστηκε, άρχισε να κουνάει χέρια και πόδια… μα όσο χτυπιόταν τόσο ξεμάκραινε από τον όχτο.

Ο Σπύρος πετάχτηκε αστραπή. Μπήκε στο ποτάμι με τα ρούχα του και τα παπούτσια του.

- Έρχομαι Νίσι. Έρχομαι κρατήσου!

Μα ο Νίσι δεν εύρισκε πουθενά να πιαστεί… Ούρλιαζε και κατάπινε νερό… και το ρεύμα ολοένα τον παρέσυρε στα βαθιά… 5, 6, 7μέτρα βάθος. Ο πυθμένας δεν φαίνονταν.

Ο βούρκος κάλυπτε πέτρες, κλαριά, απόβλητα.

Ο Σπύρος κολύμπησε μ’ όλη του τη δύναμη, μα σαν τον έφτασε, ο Νίσι σπρωγμένος λες από το αχαλίνωτο ένστικτο της επιβίωσης, άρπαξε το Σπύρο από το κεφάλι λες και του έκανε κεφαλοκλείδωμα και τον παρέσυρε στο βυθό!

Ο Σπύρος τινάχτηκε απότομα και το κεφάλι του χτύπησε δυνατά σε μια πέτρα. Ο Νίσι συνέχισε να τον σφίγγει σαν μέγγενη. Βγήκαν και οι δυο στην επιφάνεια. Ο Σπύρος αιμορραγούσε κι ένιωθε να χάνει τις αισθήσεις του. Προσπαθούσε να απαλλαγεί από το βάρος του φίλου του, για να μπορέσει να κολυμπήσει… μα ήταν αδύνατον!

Ο Νίσι λες κι ήταν ο ίδιος ο Χάρος τον είχε πιάσει από το λαιμό και σε κατάσταση απόλυτου σοκ, τον έπνιγε.

Τ’ άλλα δύο παιδιά στην όχθη φώναζαν και καλούσαν σε βοήθεια.

Ο Κωνσταντίνος έκανε μια προσπάθεια να κολυμπήσει προς το μέρος τους, μα κατάλαβε πως θα πνίγονταν κι ο ίδιος και γύρισε πίσω.

Ο Νίσι έγινε άθελά του βαρίδι, που τράβαγε τον Σπύρο στο βυθό.

Στην επιφάνεια πλέον δεν φαίνονταν τίποτα. Ο Σπύρος είδε για τελευταία φορά, ορθάνοιχτα τα μάτια του μικρού του φίλου να τον κοιτάνε από τον άλλο κόσμο. Ένιωσε με μιας η μέγγενη που τον έσφιγγε, πως τον ελευθέρωσε. Έκανε μια ύστατη προσπάθεια ν’ ανέβει στη ζωή, μα παγιδεύτηκε ανάμεσα σε πέτρες και κλαριά! Δεν είχε άλλη πνοή… Αφέθηκε στο βυθό και σκέφτηκε για τελευταία φορά: Πόσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα.

* * * 

Στην όχθη είχε μαζευτεί πολύς κόσμος! 30 με 40 άτομα.

Σιγή ασυρμάτου…

Στέκονταν αμήχανοι περιμένοντας να γίνει κάποιο θαύμα! Λες και τα παιδιά θα εμφανίζονταν ξαφνικά, σώα κι αβλαβή και θα τους έλεγαν τις εντυπώσεις από τον πνιγμό τους!!!

Την κάθαρση σ’ αυτή την τραγική ιστορία την έδωσε ένας γενναίος άντρας, ο Γκόγκα Λέβιαν. Ο Λέων, όπως τον φωνάζουν χαϊδευτικά στο Νεοχώρι, χωρίς καν να σκεφτεί, ότι θα μπορούσε να αφήσει τα δικά του παιδιά ορφανά, βούτηξε με αυτοθυσία στο θολό ποτάμι και ψάχνοντας στα τυφλά μέσα στο βούρκο… έβγαλε πρώτα το ένα παιδί!

Υπάρχει και δεύτερο κάτω, του είπαν κάποιοι που πλησίασαν με μια βάρκα… Ο Λέων πήρε βαθιά ανάσα και ξαναβούτηξε! Αυτή τη φορά τον συνέδραμε κι ο οδηγός του ΚΤΕΛ, Χαράλαμπος Πεπόνης.

«Εγώ ξένος είμαι, είπε ο Γκόγκα Λέβιαν. Έκανα καλό. Ότι ράτσα είναι δεν με ενδιαφέρει. Όλα τα παιδιά για το Θεό είναι ίδια. Θα τα κάνω τατουάζ και τα δυο να τάχω πάντα στην καρδιά μου».

Ο Γκόγκα Λέβιαν μετά από 20 χρόνια παραμονής στη χώρα μας, πήρε επιτέλους Ελληνική Υπηκοότητα.

Είναι τιμή μας που ο Γκόγκα Λέβιαν είναι Έλληνας!

Κι είναι ακόμα μεγαλύτερη τιμή για όλους μας που υπάρχουν Ελληνόπουλα σαν το Σπύρο.

Το Σπύρο, που έδωσε τη ζωή του για να σώσει το φίλο του. Και ξανάδωσε ζωή σε ανθρώπους προσφέροντας τα όργανά του.

Βαθιά υπόκλιση: Για τον Σπύρο και για τους γονείς του.

jennysiamaleka@gmail.com

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.