ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Κάποτε ήταν ένα χωριό…

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα χωριό μέσα σ’ απότομες πλαγιές και βαθιές ρεματιές. Βουνά άγρια και κατάφυτα το σκέπαζαν με σκιά τους και τ’ ανεμοβρόχια το ’δερναν χειμώνα-καλοκαίρι. Λίγες ώρες το απαλοχάιδευε ο ήλιος ή το φεγγάρι. Με πολλά αγκομαχήματα και με δυσκολίες έφτανες εκεί.

21 Ιούλ 2025 • 08:18
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα χωριό μέσα σ’ απότομες πλαγιές και βαθιές ρεματιές. Βουνά άγρια και κατάφυτα το σκέπαζαν με σκιά τους και τ’ ανεμοβρόχια το ’δερναν χειμώνα-καλοκαίρι. Λίγες ώρες το απαλοχάιδευε ο ήλιος ή το φεγγάρι. Με πολλά αγκομαχήματα και με δυσκολίες έφτανες εκεί.

Άλλαζες δυο λεωφορεία, που το δεύτερο είχε ψηλότερες ρόδες απ’ το πρώτο, μετά προχωρούσες με τα πόδια φορτωμένος τ’ αστικά αγαθά, ή και με ζώο, αν ήταν πολλές οι πραμάτειες, κι έφτανες στο μεσοχώρι του χωριού. Εκεί σε περίμενε ανοιχτόκαρδα ο κόσμος και γρήγορα ξέχναγες την κούραση, γιατί σε έλουζε ηθικός αέρας και σε ζέσταινε αμέσως η αγκαλιά του Ξένιου Δία. Σπάνια λίμναζαν δάκρυα στα μάτια του.

ΨΗΛΟ ΧΩΡΙΟ το βάφτισαν οι παλαιοί, και οι νεότεροι σεβάστηκαν το όνομά του, γιατί είχε ψηλά σπίτια, το ’να καβάλα στ’ άλλο, διώροφα και τριώροφα, κολλητά μεταξύ τους, με τσίγκινες στέγες, για να γλιστράει το χιόνι και από πάνω ξέφευγε η καπνοδόχος, λες και θα σούβλιζε τον ουρανό. Μερικά μάλιστα σπίτια είχαν κοινή κι αδιαίρετη στέγη, χωρίς ευδιάκριτο σύνορο, αυτά ήταν σπίτια παλιάς αδερφομοιρασιάς.

Παντού πήγαινε δρομάκος, με πλάτος όσο το φόρτωμα ζώου, με σφηνωμένες πέτρες στο έδαφος, ομοιόμορφα, χωρίς ευθύγραμμη κατεύθυνση, σα φίδι. Περίπτωση για λάσπωμα ή σκόνταμα δεν υπήρχε, γιατί ήταν μερακλήδες οι ντόπιοι κατασκευαστές και συντηρητές των δρόμων, έπειτα τα ψηλοτάκουνα των γυναικών δεν είχαν φτάσει ακόμα στο Ψηλό Χωριό. Κάθε γειτονιά, όταν χρειαζόταν, επισκεύαζε τους δρόμους της με κοινά έξοδα των περίοικων, χωρίς να κινούνται και να ενοχλούνται οι μοχλοί της εξουσίας της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Δεξιά κι αριστερά στα κατηφορικά χαντάκια ροβολούσαν καθαρά νερά κι έφταναν στη ρίζα του βουνού κι έπεφταν στο μεγάλο ποτάμι, που περνούσε ορμητικά, και δεν άφηνε αδίψαστα τα περιβόλια και τα καμποχώραφα. Αυτό το ποτάμι ήταν ο μεγάλος ευεργέτης του Ψηλού Χωριού και δικαιολογημένα χιλιοτραγουδήθηκε απ’ τους κατοίκους;

«Το ποτάμι το καλό μας 

με τα γάργαρα νερά 

φέρνει στο μικρό χωριό μας 

ευτυχία και χαρά».

Οι μικρές πλακόστρωτες αυλές των σπιτιών μοσκομΰριζαν απ’ τις τριανταφυλλιές, τα καλλωπιστικά δεντράκια και τις ασβεστωμένες γλάστρες. Έπαιρναν άριστο βαθμό τα κορίτσια με τα πρωτότυπα καλλωπιστικά ενδιαφέροντα για την αυλή τους και μ’ αυτά συγκινούσαν και πλήγωναν τους υποψήφιους γαμπρούς, τα θύματά τους!

Πιο κει ήταν η παχύσκια μουριά με αράδα τα σκαμνιά από κάτω, λερωμένα απ’ τα παραγινωμένα μελανά σκάμνια και τις κουτσουλιές των σπουργιωτιών, που τρύπωναν και ξετρύπωναν στις φυλλωσιές και στις αστρέχες των σπιτιών με αναίδεια προσβάλλοντας τη χελιδονίσια ευγένεια.

Στο χωριό κάπνιζαν όλα τα σπίτια, εντελώς όλα, κι ας είχε το καθένα και το δικό του απόδημο, το δικό του ταξιδιάρικο πουλί, το δικό του πόνο.

Πρωί-απόγευμα τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με το κάλεσμα της καμπάνας και μ’ ένα καυσόξυλο παραμάσχαλα για τη σόμπα τους χειμωνιάτικους μήνες. Με το κατέβασμα του ήλιου και το κρύψιμό του ξαναχτυπούσε για εσπερινό και ο παπαΚώστας στην έπαλξή του μουρμούριζε ό,τι μουρμούριζε. Ο ψάλτης, ο γεροΘόδωρος ανέβαινε στο ψαλτήρι μόνο Κυριακές, γιορτές και σε κηδείες, τέτοιο καθεστώς ήταν καθιερωμένο γι’ αυτόν. Η παρουσία του παπαΚώστα. ήταν πολύ αισθητή στο χωριό, στο Ψηλό Χωριό. Σαράντα χρόνια λειτουργούσε ιεραποστολικά σ’ αυτό. Τα ξεθωριασμένα του ράσα και τα ασπροκίτρινα απ’ το τσιγάρο μουστάκια και τα κατεβατά του γένια ενέπνεαν σεβασμό σε μικρούς και μεγάλους, γιατί, παρά την αγραμματοσύνη του, ήταν τίμιος άνθρωπος και με αγιοκοσμίτικη συμπεριφορά. Η τιμιότητά του δεν είχε όρια. Φτάνει μόνο να ειπωθεί πως, όταν σκόλαγε η εκκλησία, κομμάτιαζε και μοίραζε όλες τις ζυμωτές λειτουργιές και είχε καταργήσει όλα «τα τυχερά», αυτός ο φτωχός και πολύτεκνος παπαδάκος.

Πολλές φορές περνούσε απ’ το σχολείο στο μεγάλο διάλειμμα και τα παιδιά τον πολιορκούσαν, ποιο να του πρωτοφιλήσει το χέρι, ποιο να πρωτοδροσίσει με το εύγεστο σάλιο του τη ράχη της παλάμης.

Τις βραδινές ώρες, σχεδόν κάθε μέρα, μα περισσότερο τις Κυριακές ή σε γιορτές, γινόταν πανηγύρι στην κεντρική πλατεία του χωριού κάτω απ’ τον πλατύφυλλο και ογκώδη πλάτανο. Τρία καφεπαντοπωλεία καρτερούσαν τους χωριανούς με φρεσκοπλυμένους και κόντρα ξυρισμένους τους μαγαζάτορες. Το ένα είχε τίτλο στην ταμπέλα του «Η ΕΙΡΗΝΗ», το άλλο «Η ΟΜΟΝΟΙΑ» και το τρίτο «Η ΑΓΑΠΗ» και κανένα δεν ήταν χρωματισμένο με τούτα τα σύγχρονα χρώματα ούτε και τόλμησε ποτέ κάποιο περιοδεύον πολιτικοκομματικό τσίρκο να δώσει παράσταση σε τούτους τους αγοραίους χώρους. Εδώ πουλούσαν «τα πάντα», από μακαρόνια μέχρι καφέ και παντός είδους ψιλικά!

Γύρω-γύρω και σταυρωτά στην πλατεία έκαναν πολύωρη βόλτα οι νέοι του χωριού, αγόρια και κορίτσια. Τα γλυκοκοιτάσματα πήγαιναν σύννεφο. Αυτά γεννούσαν τον έρωτα, ο έρωτας το γάμο και ο γάμος την καινούρια σπορά. Έτσι το χωριό μεγάλωνε σε ανθρώπους, σε σπίτια, σε δουλειές. Δουλειές στο χώμα, στην πέτρα, στο νερό, στο δάσος, στο βουνό και είχε «επάρκεια» σε αγαθά και καθόλου ανεργία. Είχε, κατά το λογισμό των Ψηλοχωριτών, τα αγαθά του Κροίσου.

Οι μπακάληδες προμηθεύονταν απ’ τα Γιάννινα μόνο ό,τι δεν έβγαινε σε τούτο τον τόπο. Φούρνιζαν οι γυναίκες το ψωμί και το ξεφούρνιζαν κι απ’ την άχνα του μοσχομύριζε όλο το χωριό ή τηγάνιζαν ποταμίσιες πέστροφες κι απόριχναν οι γκαστρωμένες γυναίκες. Καθώς ήταν χρυσοχέρες, με το τίποτε, που λέει ο λόγος, μαγείρευαν τα πιο νόστιμα φαγητά και τα παλιά ρούχα τα μετέτρεπαν σε καινούργια. Και όλες είχαν ψωμοτύρι στην κουβέντα τους πως «το σπίτι το κρατεί το μπάλωμα και η υπομονή».

Τα παιδιά πάλι, μπορεί να μην είχαν περισσευούμενες σάρκες, είχαν όμως πλεόνασμα αντοχής και δυνατό μυαλό. Στο σχολείο έβγαζαν φωτιές κι άρπαζαν την αριθμητική με την πρώτη. Με την πρώτη έλυναν προβλήματα σύνθετης μεθόδου και τόκου. Πετούσαν σπίθες τα μάτια τους, που μπορούσε απ’ αυτές ο καπνιστής δάσκαλός τους ν’ ανάψει ακόμα και το τσιγάρο του!

Ο δάσκαλος, Ψηλοχωρίτης κι αυτός, σωστός ιεραπόστολος και εργένης, δεν άλλαξε σχολείο σ’ όλη του την καριέρα. Τα βράδια στην πλατεία διέδιδε τα ημερήσια κατορθώματα των μαθητών και γκορδώνονταν οι πατεράδες τους. Όσα παιδιά πήγαιναν στο Γυμνάσιο πρώτευαν στις εισαγωγικές εξετάσεις και στη συνέχεια έβαζαν κάτω και τα αρχοντόπουλα της Ζωσιμαίας Σχολής.

Είχε απ’ όλα το χωριό. Είχε τους έξυπνους και τους εξυπνότερους, είχε τους κουτούτσικους, που έσπερναν και αλάτι, είχε και τους ξεροκέφαλους. Οι μεν τραβούσαν προς τα πάνω τους δε και στέριωναν την εξισορρόπηση στις σχέσεις των κατοίκων. Είχε τις νταρντανογύναικες και τις χήρες του πολέμου. Είχε τις όμορφες και τις σεμνές, είχε και τις λίγο πονηρές με τις λοξές ματιές τους, που ’διναν την αμφίβολη τροφή για κάποια «κατορθώματα» περαστικών, κυρίως χωροφυλάκων της περιοχής. Συχνά-πυκνά έβγαιναν στην επιφάνεια και διασκεδαστικές κρυφοκουβέντες ή φαιδρά ειδύλλια· δεν έλειπαν κάποτε και ερωτοτρικυμίες με ναυάγια, που τάραζαν την κοινωνική γαλήνη του χωριού.

Αντάμωναν οι δουλειές και οι ιστορίες των κατοίκων και χόντραιναν την ιστορία του χωριού, που ακόμα τώρα σηκώνει ταραχή και ξεχειλίζει το συναισθηματικό ποτήρι στους νεογεννημένους Ψηλοχωρίτες σ’ άλλα χώματα και τσιμεντόσπιτα.

Οι κάτοικοι κυριολεκτικά λάτρευαν το χωριό, έπαιρναν και ντουφέκι, αν το πρόσβαλαν ετεροχωρίτες. Όπου κι αν ταξίδευαν, το ’σερναν κοντά τους. Δουλευταράδες, καθώς ήταν, σαν τα μυρμήγκια, έβαζαν στην άκρη και κάτι απ’ το υστέρημά τους για το χωριό, για να φτιάξουν τις βρύσες, τα γιοφύρια, τα σοκάκια, το σχολείο, την εκκλησία και τα εξωκλήσια. Συναγωνίζονταν ακόμη ποιος πρώτος να προσφέρει την προσωπική του εργασία αφήνοντας πίσω τις δικές του δουλειές.

Είχε δικιά του ταυτότητα τούτο το χωριό και λαγαρό πρόσωπο. Οι αρχές του, μπορεί να γκρίνιαζαν μεταξύ τους και να τρώγονταν, τα ’βρισκαν όμως και ορθόπλωρα ταξίδευε η κοινότητα στο δρόμο της προκοπής. Συχνά στο χαγιάτι της εκκλησίας ο γραμματέας για λογαριασμό του προέδρου και των συμβούλου ενημέρωνε τους χωριανούς για τα κοινά, ο παπάς το ίδιο, ο δάσκαλος επίσης. Το χωριό ήταν μια αρχαιοελληνική πολιτεία. Ο ένας για όλους και όλοι για τον ένα.

Αν καίγονταν το σπίτι σου, φώλιαζες στου γείτονα, μέχρις ότου το ξαναστήσουν οι άλλοι, οι πολλοί. Ήταν σε σένα μεγάλη τιμή να τιμάς το διπλανό σου, γιατί, αν γινόσουν λιποτάκτης της κοινής ωφέλειας ή σωτηρίας, δύσκολα «έφευγες το αισχρόν του λόγου».

Η φτώχεια και ο πλούτος δεν αγριοκοιτάζονταν, καθόταν μαζί στο ίδιο πεζούλι και στο ίδιο τραπέζι τσούγκριζαν τα ποτήρια με την ανόθευτη ρακή. Η χαρά ή η λύπη, κατά περίπτωση, απλώνονταν σ’ όλο το χωριό, τρύπωνε σε χαμηλόσπιτα και σε ψηλόσπιτα και έκανε ατροφικό κάθε χαχανητό. Όλοι μαζί ήταν θεματοφύλακες των τοπικών αξιών και με το δάχτυλο στη σκανδάλη τις περιφρουρούσαν.

* * *

Αυτό ήταν το ΨΗΛΟ ΧΩΡΙΟ, που σαν αυτό ήταν κάθε χωριό της ορεινής Ηπείρου. Σήμερα, δολοφονημένο απ’ τον πολιτισμό, κείτεται στη θέση του κοκαλιασμένο, άψυχο και άταφο· εκεί ανεμοδέρνεται και ανεμοσαρώνεται.

Σε μας περίσσεψε μόνο λίγη δύναμη για δεήσεις και μνημόσυνα· και τα περί Αναστάσεως κ.λπ. είναι φρούδες ελπίδες και έπεα πτερόεντα ή σκέψεις που υποβώσκουν σε κάποια τάρταρα. Αυτή είναι η αληθινή πραγματικότητα.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.