ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Στην ταβέρνα του Μπάρμπα Θωμά…
Σήμερα θα κάνω ένα πισωγύρισμα στο νοσταλγικό χτες, μια ανάμνηση από τη Γιαννιώτικη κοινωνία της εποχής εκείνης που ακόμα νοσταλγούμε. Μια αναδρομή στα περασμένα που μας γεμίζουν κι’ εμένα και τους συνομήλικούς μου.
30 Ιούλ 2025 • 08:29
SHARE
Σήμερα θα κάνω ένα πισωγύρισμα στο νοσταλγικό χτες, μια ανάμνηση από τη Γιαννιώτικη κοινωνία της εποχής εκείνης που ακόμα νοσταλγούμε. Μια αναδρομή στα περασμένα που μας γεμίζουν κι’ εμένα και τους συνομήλικούς μου.
Ότι μας θυμίζει πως ήταν παλιά, τα μπακάλικα, οι φούρνοι, οι ταβέρνες, τα στέκια, τα σοκάκια, οι μαχαλάδες... Πισωγύρισμα κάνεις και από μια λέξη που ακούς από έναν παλιό Γιαννιώτη που τότε ήταν στην καθημερινή διάλεχτο. Λέξεις που οι γονείς μας καθημερινά τις έκαναν χρήση. Και από τούτες τις κουβέντες γυρνάει η σκέψη πίσω στα περασμένα κι’ αματαγύριστα νοσταλγικά στιγμιότυπα της χτεσινής ζωής.
Πισωγυρίζουμε όμως, όταν ένας της γενιάς μας «φεύγει και που έχει αφήσει με το πέρασμά του το στίγμα του εκείνα τα χρόνια στην κοινωνία της «Μικρής μας Πόλης». Ένας από αυτούς ήταν και ο Ανδρέας Δημητρίου γνωστός στην μικρή κοινωνία των Γιαννίνων από την προσφορά του, στο χώρο της εστίασης και ψυχαγωγίας, που απρόσμενα «έφυγε» σε ηλικία 72 χρόνων που είχε τη γνωστή τότε ταβέρνα με την επωνυμία ταβέρνα «Ο Μπάρμπα Θωμάς». Συγκινούμαστε όταν παρελαύνουν μορφές, χρόνος, μνήμες, τόπος, συμβάντα σημαδιακά, τόσο στην ανάπλαση της καθημερινότητας, όσο και στη διαχρονική της κατάταξη.
Η ταβέρνα αυτή ήταν θα πω, η πιο κοσμοπολίτικη των Γιαννίνων, γνωρίζοντας μέρες δόξας όπως λέμε, γιατί από την ταβέρνα αυτή πέρασαν όλα τα Γιάννινα και πολλοί επώνυμοι επισκέπτες της πόλης μας. Ήταν μια ταβέρνα οικογενειακή, που όταν έβγαιναν οι Γιαννιώτες με άλλα φιλικά ζευγάρια, προτιμούσαν την ταβέρνα του Ανδρέα που δεν είχε την εικόνα του καπηλειού και της τσίκνας. Όταν ερχότανε κάποιος γνωστός ή φίλος από άλλη πόλη, εκεί τους πήγαιναν γιατί ήξεραν ότι θα τους ευχαριστήσουν.
Δεν έφευγες από την ταβέρνα και να μυρίζουν τα ρούχα, βασικό αυτό για τον μακαρίτη Ανδρέα που είχε φροντίσει οι μυρωδιές της κουζίνας να μη μεταφέρονται στην αίθουσα. Εκεί οι γυναίκες αισθάνονταν άνετα γιατί δεν υπήρχαν θαμώνες που μεθούσαν και να παραφέρονταν.
Πολλά Σαββατοκύριακα είχε ζωντανή μουσική για όλα τα γούστα, από βαλς, ταγκό, χορευτικά ζεϊμπέκικα και δημοτικά, ένας χώρος αναψυχής με νόστιμο φαγητό και καλό κρασί και τσίπουρο ανόθευτα. Τις καθημερινές έβαζε τραγούδια στο γραμμόφωνο και αργότερα βγήκαν τα τζουκμπόξ, τα μαγνητόφωνα με τις μπομπίνες, τα κασετόφωνα.
Ήταν και άλλες επώνυμες ταβέρνες, όπως ο Κήπος του Αλλάχ, του Πάνου, του Ντίβα κ.α . Όμως η ταβέρνα του Ανδρέα είχε τη φήμη, όπως ανέφερα την κοσμοπολίτικη, γιατί εκεί θα συναντούσες και τον Δήμαρχο, τον Νομάρχη, τον Στρατηγό, τον Διοικητή της χωροφυλακής, γιατρούς, δικηγόρους και γενικά την ανώτερη κοινωνία των Γιαννίνων.
Σε εκείνη τη Γιαννιώτικη κοινωνία που είχε γεύση, μυρωδιές και ανθρώπους με μπέσα.
Η ταβέρνα του Μπάρμπα Θωμά ιδρύθηκε το 1966 από τον παππού, τον Θωμά. Την παρέλαβε αργότερα ο γιος του, ο Ανδρέας και της έδωσε νέα πνοή, μα κράτησε αναλλοίωτη την ουσία: το φρέσκο φαγητό, το σπιτικό, το τίμιο. Εκεί, η κουζίνα μύριζε κάθε μέρα σαν κυριακάτικο τραπέζι. Τα παιδιά του, μόλις τελείωναν το σχολείο, έμπαιναν στην κουζίνα και διάλεγαν τι θα φάνε, σαν να ήταν στο σπίτι τους — γιατί στην πραγματικότητα, αυτό ήταν.
Όμως δεν ήταν η ταμπέλα που μετρούσε. Ήταν η ψυχή της. Δεν ήταν καπηλειό. Υπήρχε σεβασμός, καθαριότητα μια ατμόσφαιρα οικογενειακή και τα πιάτα ακόμη καλύτερα. Ο Ανδρέας δεν ήταν απλώς ιδιοκτήτης. Ήταν και εργαζόμενος. Τον θυμόμαστε όλοι να κρατάει στα χέρια του δίσκους με πολλά πιάτα, να πηγαινοέρχεται σαν ακούραστος σερβιτόρος. Δεν κάθισε ποτέ πίσω από το ταμείο. Ήταν εκεί, μέσα στη δουλειά, μέσα στο προσωπικό.
Ήταν γενναιόδωρος, φιλότιμος, δουλευταράς. Είχε χιούμορ, το καθαρό, το πηγαίο, που έκανε τους γύρω του να γελούν με την καρδιά τους. Είχε ζεστή καρδιά, από εκείνες που δεν τις διατυμπανίζει κανείς, αλλά τις νιώθεις. Κι όσες δυσκολίες κι αν πέρασε στη ζωή του – γιατί πέρασε – τις κράτησε μέσα του, τις διαχειρίστηκε μόνος του. Ήταν περήφανος άνθρωπος...
Πολλές φορές ο Ανδρέας, σε μερικούς μόνιμους θαμώνες που είχαν προβλήματα έκανε και τον ψυχολόγο. Μου είπε κάποτε μια ιστορία με κάποιον: «Ένας θαμώνας, καλό παιδί είχε καθίσει μέχρι την ώρα που κλείναμε και έβαζε συνεχώς στο τζούκ μποξ το τραγούδι ‘’Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα εγώ θα είμαι πολύ μακριά’’… ξανά και ξανά. Τον πλησιάζω και τον ρωτάω τι έπαθες και μου είπε ότι η γυναίκα μάλλον με απατά. Εγώ γνώριζα ότι η γυναίκα του ήταν τίμια και τον έπεισα και πήγαμε μαζί στο σπίτι, μιλήσαμε και τους συμβίβασα».
Και σε πόσες άλλες περιπτώσεις ο Ανδρέας επενέβαινε σωτήρια να μην χαλάσουν σπίτια. Όταν έβλεπε μερικούς που τους γνώριζε καλά ότι πίνανε, τους έπιανε κουβέντα και προσπαθούσε να τους συνετίσει, αλλά κι εκείνοι όμως του «ανοίγονταν» και του λέγανε τα οικογενειακά τους. Ήταν ντόμπρος και προσηνής, άνθρωπος με μπέσα.
Την εποχή που μεσουρανούσε ο θρυλικός Άγιαξ της Ηπείρου, ο Ανδρέας μας έλεγε τις προτιμήσεις των φαγητών δύο σπουδαίων προπονητών, που είχε την τύχη να έχει ο ΠΑΣ, μεγάλα κόκκαλα για το μεδούλι τους ήθελε ο Γκμόχ, φασολάδα χθεσινή κρύα ήθελε ο Αλέφαντος και πόσες άλλες τέτοιες ιστορίες της καθημερινότητας της ταβέρνας δεν εξιστορούσε ο μακαρίτης, άλλες ευτράπελες και άλλες στενάχωρες και σοβαρές.
Δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια, οι σιωπηλοί ήρωες. Η γυναίκα του, η Νίνα, που στάθηκε βράχος στο πλευρό του, η μάνα του η Ανδρομάχη, που έβαλε τη δική της ψυχή μέσα στην ταβέρνα και στο σπιτικό τους. Τα παιδιά του, που μεγάλωσαν μέσα σε κατσαρόλες και μυρωδιές, που μπήκαν από μικρά στην κουζίνα να διαλέξουν τι θα φάνε, αλλά και να μάθουν τι σημαίνει κόπος, οικογένεια και αξιοπρέπεια. Και ο σερβιτόρος, ο κύριος Πέτρος, που ερχόταν νωρίτερα από τη βάρδια του για να διαβάζει τα παιδιά του Ανδρέα, γιατί ήθελε να τα σπουδάσει. Όλοι τους κομμάτι αυτής της οικογένειας, κομμάτι αυτής της ιστορίας.
Η ταβέρνα του «Μπάρμπα Θωμά» δεν ήταν απλώς μαγαζί. Ήταν οικογένεια, ήταν γειτονιά, ήταν ιστορία. Κι όσο θυμόμαστε τον Ανδρέα, τις μυρωδιές, τα τραγούδια, τα γέλια, την κουζίνα – η ταβέρνα αυτή δεν θα κλείσει ποτέ.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Κρατάμε ζωντανή τη μνήμη του, όπως κρατάμε κάθε ζεστή ανάμνηση από εκείνη τη Γιαννιώτικη εποχή που δεν λέει να ξεχαστεί, όσο θα υπάρχουμε ακόμα εμείς οι παλιοί αδιόρθωτοι με το παρελθόν Γιαννιώτες.