ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού

Γιάννης Τσόδουλος, γιατρός

29 Σεπ 2025 • 08:21
Το σπίτι του προέδρου του χωριού μου ήταν το πιο ψηλό απ’ όλα. Κάτω ήταν ένα μεγάλο κατώγι και για τα ζώα, αλλά και αποθηκευτικός μεγάλος χώρος για ζωοτροφές και άλλα σύνεργα.

Ήταν μεγαλοκτηματίας έχοντας και μέσα στο χωριό κτήματα με οπωροφόρα (μηλιές, κερασιές, βυσσινιές, αχλαδιές βερίκοκα…) αλλά και στον κάμπο μποστάνια, σιτάρια και καλαμπόκια. 

Δεν είχε παιδιά ήταν ‘’άκληρος’’ όπως έλεγαν και επειδή το σπίτι μας ήταν ακριβώς από κάτω ήμουν το ‘’ψυχοπαίδι’’ του που λέγανε. Απολάμβανα της αγάπης του και της απόλυτης εξουσίας μου στα ‘’καλούδια’’ του. Ό,τι ήθελα το είχα σε σχέση με τ’ άλλα παιδιά. Κάθε βδομάδα πήγαινε στα Γιάννινα για ψώνια και έπαιρνε την εφημερίδα  ‘’Η  ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ’’ που σε μένα άρεσε να διαβάζω  στην τελευταία σελίδα ‘’ο Τσακιτζής’’. 

Τον περίμενα στο λεωφορείο να φορτωθώ τον τρουβά (μάλλινο κόκκινο σακίδιο κεντημένο) για να πάρω τη ‘’διάρα’’ και την κουλούρα το ψωμί, να την φάω με την μπομπότα που είχαμε στο σπίτι μας. 

Ο πρόλογος αυτός  για τον πρόεδρο, σκοπό έχει  να αναδείξω ότι το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού στο σπίτι του, ήταν  μεγάλο γεγονός για το χωριό, γιατί ήταν σαν πανηγύρι.  Φωτισμένη η σάλα που γινόταν το ξεφλούδισμα με ‘’το λουξ’’ της εποχής εκείνης και λάμπες πετρελαίου στα πλατύσκαλα, που θα μπορούσε αν υπήρχε σκηνοθέτης του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου θα τα αποθανάτιζε. 

Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού ήταν μια συλλογική εργασία στα χωριά μας. Γίνονταν συνήθως όταν σουρούπωνε που τελείωναν οι άλλες αγροτικές εργασίες και με τη σειρά σε κάθε σπίτι άρχιζαν το ξεφλούδισμα, την επομένη στο άλλο ή  και στο αλώνι μερικοί.

Κάθε  Σεπτέμβρη στο σπίτι του προέδρου έρχονταν όλες οι γυναίκες του χωριού για το ξεφλούδισμα, γιατί θα δοκιμάζανε αγοραστό ψωμί και πολύ νόστιμα φαγητά  από την κυρά Ευγενία, την καλή μαγείρισσα. Μοσχοβολιστή μακαρονόπιτα με μπόλικα αυγά  που κολυμπούσε στο λάδι, χαλβάς  με καβουρδισμένο αλεύρι και καρύδια και… κρασί.

Το τι γινότανε τα βράδια εκείνα δεν λέγεται ακόμα τα θυμάμαι με νοσταλγία.  Τι γιορτή μεγάλη, τι ατέλειωτο γλέντι και τραγούδι. Οι γυναίκες που έρχονταν, έφερναν μαζί τους και τα κορίτσια τους να τις βοηθήσουν και να μάθουν, πως γίνεται το ξεφλούδισμα.  Ο πρόεδρος ήταν  κουβαρντάς άνθρωπος, είχε και γραμμόφωνο, μου το είχε μάθει  να το κουρτίζω και να βάζω τους δίσκους με  δημοτικά τραγούδια συνήθως. 

Κατά τη διάρκεια του ξεφλουδίσματος οι γυναίκες τραγουδούσαν, τραγούδια χαρούμενα, της τάβλας, χορευτικά, σκωπτικά και τι δεν άκουγε κανείς.  Πρώτη άρχιζε η  πιο καλλίφωνη και επαναλάμβαναν οι άλλες. 

Κάπου - κάπου κάποια μερακλού  τραβούσε τη διπλανή  και φέρνανε και καμιά γυροβολιά.  Η  χωραταντζιού  που γνώριζε τον καημό της ανεψιάς του προέδρου  τραγούδησε αδιάφορα έτσι τάχα για τη χαρά της στιγμής: ’’Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσει ο κλώνος και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος’’. Γέλια και χάχανα  έτσι για το καλό… Η ανεψιά αναψοκοκκίνισε …

Σε λίγο ήρθαν και νέοι στο ξεφλούδισμα τάχα να βοηθήσουν. Ανάμεσα στη δουλειά, στα τραγούδια, στα πειράγματα και στα γέλια ήταν κι αυτά τα βλέμματα. Ματιές που καίγανε, που κοίταζαν απλά και σιωπηλά  κι όμως έλεγαν χίλια πράγματα, τότε ήμουν μικρός, αλλά τώρα καταλαβαίνω τα βλέμματα τότε. Ο κόπος κι η νύστα περίσσευαν. 

Πειράξανε θυμάμαι  την χωραντατζιού και την ρωτήσανε αν πήγε γαμήλιο ταξίδι όταν παντρεύτηκε. Και εκείνη τους είπε ότι τάχα πήγε.                                                                                                                                                                 -Πως δεν πήγα τους είπε, όλοι τότε εκείνα τα χρόνια, πηγαίναμε γαμήλιο ταξίδι.                                                                              

-Και που πήγατε; Την ρώτησαν.                                                                                                                                                                        

-Στην Κέρκυρα τους απάντησε. 

-Με τι πήγατε; την ξαναρώτησαν. 

-Με το λεωφορείο είπε. 

Της είπανε ότι το λεωφορείο δεν μπαίνει στη θάλασσα. Που να ήξερε από θάλασσα η γριά. Τότε κι αυτή τους είπε: 

- Με τη φόρα που είχαμε εμείς δεν καταλάβαμε τίποτα από θάλασσα. Και δώστου γέλια. 

Πολλά  ξεφλουδίσματα συγχωριανών μου γίνονταν στο αλώνι που ήταν στο μεσοχώρι,  κάτω από την πανσέληνο του καλαμποκιού όπως συνηθίζεται να λέγεται. Η πανσέληνος του Σεπτέμβρη οφείλει την ονομασία ‘’του καλαμποκιού’’ στη σύνδεσή της με την εποχική συγκομιδή της καλλιέργειας καλαμποκιού, κολοκυθιών φασολιών και ρυζιού στη βόρεια Αμερική σύμφωνα με τη ΝΑΣΑ.

Αυτή την εποχή το φεγγάρι πλησιάζει  πολύ τη γη, όσο σε καμία άλλη εποχή και σε συνδυασμό ότι τότε το ηλεκτρικό φως δεν είχε φτάσει στα χωριά, ο φωτισμός αυτός του φεγγαριού ήταν θείο δώρο. 

Εδώ ταιριάζει αυτό που λέγαμε μικροί στο σχολείο: ‘’Φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε μου να περπατώ, να μαθαίνω  γράμματα του Θεού τα πράγματα’’. Εμείς τότε δεν γνωρίζαμε αν η πανσέληνος του Σεπτέμβρη λέγεται του καλαμποκιού ή των κίτρινων φύλλων ή corn moon  που λέμε και στο χωριό μας.

Όσο ο σωρός του κατακίτρινου καλαμποκιού στο ξεφλούδισμα μεγάλωνε, πίσω συμμάζευαν τα καλαμποκόφυλλα  για να τα έχουν το χειμώνα για τα γαϊδαρομούλαρά τους  Αλλά και οι  πιο  φτωχοί γεμίζανε τα στρώματα και τα προσκέφαλα που κοιμόντουσαν.

Για τη γιορτή της Πολυσπορίτισσας της Παναγίας, το καλαμπόκι μαζί με τα φασόλια, τα  ρεβίθια, τις φακές και το σιτάρι  τα βάζανε για να βράσουν (τα πολυσπόρια) του σπιτιού  και να ευλογηθούν  τα σοδέματά τους.

Τα πιο χοντρά καλαμπόκια  τα κάνανε αρμαθιά  και τα κρεμούσανε στο κατώγι να ξεραθούν και να γίνουν ο σπόρος για την επόμενη χρονιά. Αυτά έχουν ξεχαστεί πια και τα θυμίζω στους παλιότερους που τα έχουμε βιώσει.   

Γιάννης Τσόδουλος, γιατρός

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.