ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Φθινοπωρινοί αποχωρισμοί…

 Τα πουλιά κελαηδούσαν ακόμα έξω από το παράθυρο της κουζίνας στον κήπο της, εκείνο το δειλινό του φθινοπώρου, μέχρι που λίγα από αυτά θα αποδημήσουν και αγνάντευε πέρα τα βουνά. Όσο η μέρα σώνεται κι αποτραβιέται κι έρχονταν το δείλι και το σούρουπο κι ο νους της ταξίδευε καρτερώντας τον αγαπημένο της. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι  με αυλή γεμάτη κι αυτή όπως ο κήπος  με λουλούδια  και μες τη μέση της αυλής, μια στέρνα   με το πιο δροσερό νερό του κόσμου.

20 Οκτ 2025 • 08:16
 Τα πουλιά κελαηδούσαν ακόμα έξω από το παράθυρο της κουζίνας στον κήπο της, εκείνο το δειλινό του φθινοπώρου, μέχρι που λίγα από αυτά θα αποδημήσουν και αγνάντευε πέρα τα βουνά. Όσο η μέρα σώνεται κι αποτραβιέται κι έρχονταν το δείλι και το σούρουπο κι ο νους της ταξίδευε καρτερώντας τον αγαπημένο της. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι  με αυλή γεμάτη κι αυτή όπως ο κήπος  με λουλούδια  και μες τη μέση της αυλής, μια στέρνα   με το πιο δροσερό νερό του κόσμου.

Κι ήρθε  μια γαλήνια νύχτα  μ’ ένα ολόγιομο φεγγάρι στον ουρανό, ενώ  πριν ο ήλιος έδυε βάφοντας τον ουρανό με πλήθος άλικες αποχρώσεις.  Κι όσο προχωρούσε το σούρουπο κι έπεφταν τα πρώτα πέπλα της νύχτας, εδώ κι εκεί τονίζονταν ο ουρανός, από σκούρα γκρίζα σύννεφα. Σε λίγο ένα ψιλοβρόχι ντελικάτο σαν μεταξωτή μαντήλα  άρχισε να πέφτει.  Λίγα ξερόφυλλα  κυνηγιόνταν  στους δρόμους και στα ακροδρόμια.

Η  κωμόπολη είχε αποκοιμηθεί, ήταν εκείνη η ώρα της νύχτας  όπου ακόμα και τα νυχτόβια πλάσματα δίσταζαν να ενοχλήσουν τη γαλήνη που βασίλευε. Μια πεταλούδα ξεχάστηκε στη ρέμβη του δειλινού  και την ηρεμία της στιγμής, κι ακόμα  παιχνιδίζει λες και ψιθυρίζει  ‘’δεν θα ’ρθει χειμώνας να χαθώ’’.

Μεσ’ απ’ την πόρτα την καγκελωτή μπήκε αχνόφεγγα να παίξει το φεγγάρι σαν γαλβανισμένο ταψί  να ρίχνει το μπακιρένιο του φως όπως κάθε βράδυ,  κι ο νιός  σαν τριανταφυλλιάς κλωνάρι κρυμμένος πίσω από τη γέρικη μηλιά, καρτερεί να προβάλλει  η αγαπημένη του με λαχτάρα περισσή να μη τους δει κανένα μάτι. 

Και σαν κατέβει θα πιαστούνε χέρι-χέρι και θα καθίσουν στο  πεζούλι αγκαλιά  με συντροφιά τα μύρα από τα άνθη, τ’ αγιόκλημα, το γιασεμί και θα δώσουν υποσχέσεις  για παντοτινή αγάπη, προτού αποχωριστούν τώρα το  φθινόπωρο και το χειμώνα που έρχεται.

Το αεράκι πνέει γλυκά και χαιδεύει τα μαλλιά της τόσο ερωτικά, όσο απαλά κι ο ζέφυρος που τα ξεχτενίζει λύνοντάς τα να πέσουν στους ώμους της και να τα ξαναχτενίζει ο καλός της με τα δάχτυλά του, το τελευταίο βράδυ του φθινοπωρινού αποχωρισμού τους. Πότε πέρασε το καλοκαίρι αναρωτιούνται. Της αντηχούσαν στ’ αυτιά της τα τραγούδια που ακούγανε όταν την κρατούσε  στην αγκαλιά του  κι  η νύχτα μύριζε γιασεμί:

Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα ‘μαι κι εγώ

Θα σου κρατώ δροσιά στο χέρι να σε φιλώ…

Την ίδια ώρα  μες τα  πάρκα και  κάτω από τις φυλλωσιές  στα παγκάκια, οι άλλοι  καλοκαιρινοί έρωτες και τα ειδύλλια που πλέχτηκαν τις καλοκαιρινές διακοπές, θλιμμένοι και χλωμοί  θα τουρτουρίζουν και θα κλαίνε τις παγωμένες νύχτες  που θα έρθουν, εκεί που αντήχησαν όρκοι παντοτινής αγάπης: 

Μια περιπέτεια μι’ αγάπη μικρή

Μια ιστορία γλυκιά και πικρή

Ένα φεγγάρι που ζει μια βραδιά

Ένα πικρό  ‘’έχε’’ γεια.

Περνάει το τρένο της αγάπης μια φορά

Και δεν γυρνάει…

Ποιος ξέρει όμως  αν είναι αμοιβαίος ο έρωτας... το τρένο θα γυρίσει… Αυτά τα ρόδα και τα γιασεμιά, πόσο της μοιάζουν και την ευωδιάζουν. Πώς της φάνηκε απόψε να λάμπει και να παιχνιδίζει το ασημόφλουρο φεγγάρι ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, θυμίζοντας  αυγουστιάτικη πανσέληνο. 

Όλα της φαίνονται  ότι τα ζει για πρώτη φορά, πρωτόγνωρα. Ίσως επειδή    ήρθε  το τέλος του καλοκαιριού και έρχεται το φθινόπωρο και θα αποχωριστεί τον καλό  της  μαζί και μια αγάπη, ενός έρωτα ανεπανάληπτου, ενός έρωτα που τον ζούσε έντονα και στα όνειρά της. Πόσες φορές δε  μονολογούσε κι έλεγε: ’’Αύγουστε  μήνα και Θεέ σε σένα ορκιζόμαστε/πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε ‘’ΕΛΥΤΗΣ  και:

‘’Αγάπη μου δος μου τη φωτιά της αγάπης να μη σβήσει

Γιατί η ζωή δίχως  εσένα, σκοτάδια θα γεμίσει’’

Πόσες φορές δεν ζωγράφιζε με τα δάχτυλα καρδιές στα τζάμια τα θολά να τις διαπερνά ένα βέλος, από τα βέλη του φτερωτού έρωτα. Μα δάκρυζαν οι καρδιές σε λίγο και της μάτωναν οι εικόνες αυτές την καρδιά της λες και της προμήνυαν τον αποχωρισμό..

Όρκοι και υποσχέσεις αιώνιας αγάπης, άραγε θ’ αντέξουν στο χρόνο; Οι περισσότερες ναι  εκείνα τα χρόνια κατέληγαν σε HAPPY  END, σε γάμο.

Ιστορίες αγάπης,  μάλλον  ρομαντικές, της εποχής εκείνης  της δικής μας που  εμείς είχαμε ζήσει, γιατί σήμερα  αν κρίνουμε από τα τόσα διαζύγια, δεν υπάρχει αληθινός έρωτας γιατί  βλέπεις  ζευγάρια να κάθονται με τα κινητά να μη μιλάνε - να μην κοιτάζονται… Γιατί:   

‘’Έρωτας είναι θαρρώ ότι αγγίζω και ζω

Ένα αθώο φιλί ένα βλέμμα  που στάζει ζωή

Έρωτας είναι θαρρώ ότι ψάχνω σε σένα να βρω

Δυο σταγόνες ζωής…’’

Οι έρωτες αυτοί θα  συντροφεύουν όλα τα ζευγαράκια των καλοκαιρινών διακοπών, όταν αποχωριστούν και η βροχή θα γαζώνει τα τοπία και θα μας θυμίζουν εργόχειρο που το κεντούν εκατομμύρια υδάτινες βελόνες το φθινόπωρο και τα χιόνια τον χειμώνα  …αν είναι πραγματικοί. 

Αυτοί που φεύγουν  για τις πόλεις που μένουν δίνουν υποσχέσεις  ότι δεν θα χαθούνε και θα έχουν  καθημερινή επικοινωνία  και αυτοί που μένουν, αν είναι τελειόφοιτοι θα προσπαθήσουν να περάσουν στις πόλεις των γνωριμιών τους το καλοκαίρι ή θα μετακομίσουν προς εύρεση εργασίας στην πόλη που ζούνε τα καλοκαιρινά τους ειδύλλια. 

Δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις που δυστυχώς οι υποσχέσεις ήταν κούφια λόγια και ξεχνάνε όσα έλεγαν παρ’ ότι ορκιζόταν  για πιστή και αιώνια αγάπη. Θα ηχούν  στ’ αυτιά τους  τα τραγούδια εκείνης της εποχής: ‘’Μια αγάπη για το καλοκαίρι ήμουν κι εγώ’’,  ’’Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα βροχή/Μια φορά μου μιλούσες τώρα σιωπή… τώρα σιωπή’’…

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.