Μήπως βαδίζουμε προς το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, χωρίς να έχουμε αντιληφθεί το μήνυμα που μας στέλνει ο Θουκυδίδης με την ειδοποίηση ότι: «ελπίδες των μεν ευ φρονούντων εφικταί, των δε αξυνέτων ανέφικτοι»; Αγνοούμε τη βασική αλήθεια που μας έρχεται και αυτή από την κλασική αρχαιότητα, σύμφωνα με την οποία: «οι ηγέτες των πολιτειών το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να καθρεφτίσουν το ήθος των πολιτών τους και δεν μπορούν να είναι καλύτεροι από τους πολίτες, το πολύ να είναι ίδιοι ή και χειρότεροι;». Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, χωρίς να αναιρούν τον κανόνα.
Αυτές οι απόψεις διατυπώνονταν σε εποχές που οι πολιτείες ήταν πολιτείες των πολιτών• κυρίαρχος ήταν ο οργανωμένος λαός -ο Δήμος- ο οποίος είχε στα χέρια του και τις τρεις εξουσίες: τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική, η αρμονική και ανεξάρτητη η μία από την άλλη συνύπαρξη των οποίων -γνωστή, από τον Αριστοτέλη ως «διάκρισις των εξουσιών»- συνιστούσε και εμπεριεχόταν στην έννοια της Δημοκρατίας• την βρίσκουμε στο περισπούδαστο σύγγραμμά του «Αθηναίων Πολιτεία», με τη φράση: «Απάντων γαρ αυτός εαυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον,και πάντα διοικείται ψηφίσμασι (θυμάστε από το Σχολείο τη Βουλή των Πεντακοσίων και την Εκκλησία του Δήμου)και δικαστηρίοις,εν οις ο δήμος εστίν ο κρατών».
Στη θέση όμως της άμεσης Δημοκρατίας της αρχαιότητας, κατά την οποία κάθε πόλις ισοδυναμούσε με κράτος, στα νεότερα χρόνια εγκαταστήσαμε - υποχρεωτικά- με την ίδρυση των κρατών, την κοινοβουλευτική δημοκρατία• τα μειονεκτήματά της επισημαίνει ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο»• αναφερόμενος στους Άγγλους (γιατί τότε η Αγγλία μόνο είχε κοινοβούλιο) γράφει: «Οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους βουλευτές τους• είναι ελεύθεροι μόνο μια ημέρα στα πέντε χρόνια, την ημέρα των εκλογών».
Με τα σημερινά δε δεδομένα, σε πολλές χώρες, ούτε αυτή την ημέρα είναι ελεύθερος ο πολίτης, γιατί αυτό που σκέφτεται, οι επιλογές που κάνει αυτήν την ημέρα, έχουν ήδη καθοριστεί από τους ισχύοντες εκλογικούς νόμους, τους οποίους αυτός δεν έχει ψηφίσει, από τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, από τους υποψήφιους που άλλοι ορίζουν, από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγονται οι εκλογές και από τη διεθνή κατάσταση, που επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα και την εθνική ζωή ενός λαού.
Αν μάλιστα θελήσουμε να αναφερθούμε και στη δική μας χώρα, τα πράγματα είναι «διηγώντας τα να κλαίς». Είχε το θάρρος να διεκτραγωδήσει την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας, απευθυνόμενος προς τα μέλη του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας -της Ακαδημίας Αθηνών- ο Μίκης Θεοδωράκης κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο μέλος της, το 2013, με τούτες τις οπωσδήποτε οδυνηρές φράσεις: «Πιστεύω πως το γεγονός ότι η Ελευθερία που μας παρέδωσαν οι αγωνιστές του 1821 δεν κατόρθωσε επί δύο σχεδόν αιώνες να στεφθεί με την απόκτηση πλήρους εθνικής ανεξαρτησίας, μας έχει καταντήσει λαό ανάπηρο και ανίκανο να εκμεταλλευτεί και να αναδείξει, όχι μόνο το φυσικό μας πλούτο, αλλά κυρίως τον ανθρώπινο στους κρίσιμους τομείς της Κοινωνίας και του πνεύματος».
Το δείξαμε αυτό και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: αντί να αξιοποιήσουμε τους καρπούς των αγώνων και των θυσιών μας, που προκάλεσαν το θαυμασμό όλου του κόσμου, τους μετατρέψαμε σε προσάναμμα των συμφορών του εμφύλιου πολέμου, που ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις των ξένων, οφείλεται και στη δική μας στάση να θέσουμε την κομματική μας πίστη, πάνω από την εθνική προκοπή. Έτσι δώσαμε στους ξένους ισχυρούς μας προστάτες το δικαίωμα να μας θεωρούν ένα δικό τους προτεκτοράτο* το έδειξε αυτό την εποχή του Παπάγου ο Πιουριφόι, που δήλωσε επίσημα πως «για χώρες σαν την Ελλάδα, έχουμε προβλέψει για πενήντα χρόνια» • το επιβεβαίωσε πολύ πρόσφατα η αποπεμφθείσα πρέσβειρα της ίδιας χώρας που, απευθυνόμενη, κατά το ρεπορτάζ, σε Έλληνα υπουργό, με αφορμή τα συμβαίνοντα στη Ρουμανία, δήλωσε αδιάντροπα πως «μπορούμε να ρίξουμε όποια κυβέρνηση θέλουμε, αυτό δε μπορεί να συμβεί και εδώ».
Επιβεβαίωσε δηλαδή αυτό που παραδέχονται δημόσια διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες ότι «άλλοι ορίζουν αυτούς που μας κυβερνάνε και ο λαός απλούστατα τους ψηφίζει»• ότι «αυτοί κάνουν κουμάντο, δεν κάνουν κουμάντο οι κυβερνήτες οι οποίοι ασκούν πολιτική που απορρέει από τους μεγάλους εξωθεσμικούς -εσωτερικούς παράγοντες» και «σ’ αυτούς οι πολιτικοί μας προσφέρουν τις υπηρεσίες, όχι στο λαό».
Έτσι, για να μείνουμε στην πολυδιαφημισμένη μεταπολίτευση, κατά την οποία, στη θέση της καταργημένης κληρονομικής δυναστείας- που τόσα δεινά επισώρευσε στον τόπο- μας πρόσφεραν την κληρονομική οικογενειοκρατία- και κατά σύντομα διαστήματα μια οπωσδήποτε εξαρτημένη και πιστή στα κελεύσματά τους εξουσία», με όλα τα δεινά που σήμερα μαστίζουν τη χώρα μας:
Με μια «μη πολιτεία, με νεκρούς τους θεσμούς», κατά το Δημήτρη Τσάτσο, με μια πολιτική ηγεσία, «σε κατάσταση σχιζοφρένειας που εκποίησε τη δημόσια περιουσία και το κράτος γενικότερα», κατά τον Παναγιώτη Κονδύλη, με ένα κακέκτυπο διακυβέρνησης της χώρας «χωρίς τη διάκριση των εξουσιών, με ανύπαρκτη Βουλή, με έναν πρωθυπουργό της μειοψηφίας που κυβερνάει και δίνει εντολές, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν, με βουλευτές που βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία που εκπροσωπούν, όχι το Λαό και το Έθνος, όπως ορίζει το Σύνταγμα, αλλά το κόμμα που κυβερνάει και αυτό το κακέκτυπο εξουσίας το ονομάζουν Δημοκρατία», κατά τον καθηγητή Γ. Κοντογιώργη• «με τη διαφθορά πλέον σε όλους τους τομείς να έχει γίνει κανονικότητα», κατά τον Χαρ. Βουρλιώτη Πρόεδρο της Αρχής καταπολέμησης μαύρου χρήματος. Το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο. Παντού κυκλώματα σε «ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος που μοιάζει με στάβλους του Αυγεία και χρειάζεται ολοκληρωτική κάθαρση», κατά το Βασίλειο Μαρκεζίνη.
Ας κρατήσουμε από το παραπάνω μήνυμα τη φράση «ολοκληρωτική κάθαρση», που αποτελεί πεποίθηση του καθηγητή Μαρκεζίνη, την οποία επαναλαμβάνει στο σύγγραμμά του, ως προϋπόθεση απαλλαγής της χώρας από τα δεινά που τη μαστίζουν, υποδεικνύοντας έμμεσα και την ενδεδειγμένη λύση: καθώς αποκαλεί το σύγχρονο κράτος «στάβλους του Αυγεία», μας παραπέμπει συμβολικά στον αρχαίο μύθο, που μας δείχνει και τον τρόπο της αντιμετώπισής της κάθαρσής τους: τα βοσκήματα του Αυγεία δημιουργούσαν την όζουσα κόπρον• Την κάθαρσή της δεν την ανέλαβε ο Αυγείας• την ανέλαβε ο γείτονας συνάρχοντας του, Ευρυσθεας, και ανάθεσε αυτόν τον άθλο στον Ηρακλή.
Με δεδομένο ότι οι αρχαίοι μύθοι έχουν διαχρονικό διδακτικό χαρακτήρα προβάλλοντας κανόνες κοινωνικής και ηθικής συμπεριφοράς, μπορούν να δείξουν και σε μας τον τρόπο που μπορούμε να ενεργήσουμε σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως είναι η σημερινή.