Χρονογραφικά

Το καρβέλι της μάνας

Από τα χρόνια εκείνα της τροφοσυλλογής μέχρι και σήμερα, η εξασφάλιση τροφής παραμένει η πρώτη και η πλέον σημαντική φροντίδα του ανθρώπου, ένας αδιάκοπος σκληρός αγώνας, αφού «αν δεν φας, δεν ζιάς» «ουκ αν τις ζώη, ή μη τρέφοιτο».

31 Ιούλ 2026 • 08:32

Κι ενώ το άροτρο υπήρξε για χιλιάδες χρόνια το σύμβολο αυτού του μεγάλου αγώνα για παραγωγή τροφής, μετά τη βιομηχανική επανάσταση τα πάντα αλλάξανε.

Πέρασε ο Θερτής ήρθε ο Αλωνάρης και τα σιτάρια θα μαζευτούν σε τσουβάλια και θα πάνε στο μύλο για άλεσμα.

«Τέτοια εποχή ήταν όταν ο Ν. Καζαντζάκης συνάντησε ένα κοριτσάκι κάπου στο Μυστρά μ’ ένα κόκκινο φιόγκο στα μαλλιά. Φαινόταν βιαστικό και κρατούσε μια πετσέτα  με περιεχόμενο, δεμένη σταυρωτά. Το ρωτά.                                                                                                                                                                       

– Τι κρατάς στην πετσέτα;                                                                                                                                   

-Στάρι από τη νέα σοδειά, το πρώτο.                                                                                                              

–Και που το πας;                                                                                                                                      

-Στην εκκλησία να το ευλογήσει ο παπάς.                                                                                      

-Αν  κάποιος δεν το πάει, είναι καλό ή κακό;                                                                                      

 -Ούτε καλό ούτε κακό, λέει το κοριτσάκι.                                                                                        

 –Τότε γιατί το πας;                                                                                                                                          

-Γιατί έτσι είναι η συνήθεια.                                                                                                                  

Έτσι είναι η συνήθεια… Η  παράδοση.                                                                                                                          Ποιος μπορούσε ν’ ακούσει τέτοια απόκριση από παιδικό στόμα; Έτσι είναι η συνήθεια, η παράδοση που πρέπει να συνεχίζουμε βελτιώνοντάς την. Και συνεχίζει. Στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού έβλεπα την αυριανή μητέρα να κρατάει την λαμπάδα της παράδοσης και να  την παραδίνει αναμμένη στα παιδιά της.

Για να φτάσουν λοιπόν τα σιτάρια μέχρι εδώ, εκείνα τα χρόνια οι χωριανοί μοχθούσαν, από τα χαράματα μέχρι το νύχτωμα, πολλές φορές ήταν αναγκασμένοι να το μαζέψουν και με την πανσέληνο και την αστροφεγγιά μέχρι τα μεσάνυχτα. 

Τα χωράφια τα έσκαβαν με το δικέλλι. Τ’ όργωμα με το ζευγάρι βόδια, ή με την αγελάδα. Πόσο να βαθύνεις με τα δικέλλι για να βγάλεις στην επιφάνεια  καινούργιο χώμα από την καλλιέργεια της προηγούμενης χρονιάς. Ο Θερισμός και το αλώνισμα γίνονταν με τη σχετική προετοιμασία, να θερίσουν και να πάνε στα αλώνια  του χωριού. Κακιά ζάλη του γαϊδάρου και του αλωνάρη όλη την ημέρα γύρα - γύρα με τη ζέστη την πολλή τις περισσότερες φορές. Αλλά και το λίχνισμα καταντούσε μεγάλος μπελάς  που μπορούσε να μη φυσούσε καθόλου.

Όπως λέει και ο Γ. Σεφέρης σε ποίημά του: «Καιρός να σπείρεις, καιρός να θερίσεις, καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς, καιρός της αγάπης, καιρός της μοναξιάς…

Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη  από καιρούς…».

 Κι όταν μιλάμε  για τροφή εννοούμε πρωτίστως το ψωμί, το αλεύρι με τις πολλές χρήσεις του. Στην καθημερινή μας επίκληση στον «Πατέρα ημών» το πρώτο που ζητάμε  είναι το «δος  ημίν σήμερον τον άρτον  ημών τον επιούσιον». Ο όρκος «μα το ψωμάκι που τρώμε» ήταν από τους πιο ισχυρούς. Και στα μνημόσυνα για να «συγχωρεθεί» ο εκλιπών, σιτάρι δίνουμε στους «συνεληλυθότας».

Όλοι στο ψωμί  γυρόφερναν. Τότε η νοικοκυρά  πήγαινε για κανένα ζαλίκι ξύλα, κλαριά, έριχνε και μια σφήνα (φέτα) ψωμί στην ποδιά κι όσο να σώσει (φτάσει)  στη δουλειά της στο χωράφι «να ‘ταν κι άλλο». Τότε η πείνα δεν ήταν έλλειψη φαγητού όσο το ψωμί. 

Οι πίτες επίσης ήταν από τα πιο συχνά φαγητά της εβδομάδας στα χωριά μας, που απαιτούσαν αλεύρι και μάλιστα «καθάριο» και για πρόσφορο, για κουλούρα, για κουρκούτι, μουσταλευριά…

Η μάνα ήταν αυτή  που ζύμωνε. Πρώτα κοσκίνιζε με το κόσκινο και το ανάπιασμα του προζυμιού. Στο σκαφίδι, μια ξύλινη σκάφη έριχνε το αλεύρι, στο κέντρο του αλευριού έφτιαχνε μια φωλίτσα κι εκεί έριχνε λίγο χλιαρό νερό και μετά με τα χέρια της έφτιαχνε ένα μικρό ζυμάρι. Αυτό ήταν το προζύμι της, μιας κι εκείνη τις εποχές δεν υπήρχε η μαγιά. Τα χέρια της γροθιά και δως του χτύπημα το αλεύρι να γίνει ζυμάρι.

Αλήθεια αυτές οι μανάδες μας πόσες δουλειές κάνανε τότε; Ηρωίδες ήταν. Στα χωράφια να σκάβει, να σπέρνει, να θερίζει, στο ζύμωμα, στο μπάλωμα, στο φόρτωμα ξύλων, στη βρύση με τη βαρέλα για νερό στο πλέξιμο, να πλένει στη σκάφη, να υφαίνει, να φουρνίζει…

Τι να πεις για αυτές τις μανάδες αυτών των ανταριασμένων καιρών πλάσματα τρυφερά με μορφή μικρής Παναγίας. Πόσο σωστή είναι η ρήση του Alphonce de Lamartine που είπε: «Υπάρχει πάντα μια γυναίκα στην αρχή όλων των μεγάλων πραγμάτων». Επίσης μια ελληνική παροιμία: «Σκεπάζει η μάνα το παιδί όπως ο ουρανός την γη». Δεν ήταν μόνο «γεννήτρα της ζωής» αλλά και «τεχνήτρα της», όπως αποφαίνεται κάπου ο μεγάλος μας ποιητής Παλαμάς.

Γιάννης Τσόδουλος

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.