• Σε πλήρη εξέλιξη είναι οι εργασίες στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων για την εγκατάσταση του υπερσύγχρονου συγκροτήματος τομογράφου PET/CT, το οποίο αποτελεί δωρεά του Ιδρύματος «Στ. Νιάρχος».
Ο τομογράφος θα εγκατασταθεί στο Κλινικό Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής του Π.Γ.Ν.Ι. και η έναρξη λειτουργίας του αναμένεται να γίνει στα τέλη του ερχόμενου Δεκεμβρίου ή στις αρχές Ιανουαρίου, σύμφωνα με όσα ανέφερε στον «Π.Λ.» η επίκουρη καθηγήτρια Πυρηνικής Ιατρικής Χρύσα Σιόκα, Διευθύντρια του Εργαστηρίου. Όσον αφορά στο προσωπικό που θα στελεχώσει τη νέα μονάδα, η Διοίκηση του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για την πρόσληψη δύο μόνιμων γιατρών και ενός επικουρικού, δύο τεχνολόγων, ενός ακτινοφυσικού, δύο νοσηλευτών και μίας γραμματέα.
Για τον καρκίνο μαστού
Μιλώντας σε εκδήλωση της ΔΑΠ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων η οποία έγινε με την ευκαιρία του ότι ο Οκτώβριος είναι μήνας κατά του καρκίνου του μαστού η κ. Σιόκα αναφέρθηκε στις ιδιότητες του νέου τομογράφου, δίνοντας έμφαση στο ρόλο του PET όσον αφορά στη συγκεκριμένη νόσο. Όπως είπε, στην αρχική διάγνωση του καρκίνου του μαστού, το PET/CT έχει αμφίβολη κλινική αξία, όμως είναι υψηλή η θετική προγνωστική του αξία, η οποία φτάνει στο 100%. Για τον λόγο αυτό το PET μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανίχνευση πρωτοπαθούς όγκου όταν οι τυπικές διαδικασίες παρέχουν ύποπτο αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια, ο τομογράφος έχει σημαντικό ρόλο και στη σταδιοποίηση των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, διότι επιτρέπει τη μελέτη όλων των λεμφαδενικών αλύσων και είναι πιο ευαίσθητη εξέταση για την ανάδειξη απομακρυσμένων μεταστάσεων συγκριτικά με τη CT και την κλασική μαγνητική τομογραφία. Επίσης, έχει την καλύτερη απόδοση στην ανίχνευση μεταστάσεων στον μυελό των οστών και στους πνεύμονες. Έτσι, με το PET γίνεται πολύ καλύτερη εκτίμηση της έκτασης της νόσου και εφαρμογή αποτελεσματικότερης θεραπείας. Όπως εξήγησε η κ. Σιόκα, αυτό μπορεί να φέρει αλλαγές στην προγραμματισμένη θεραπεία, σε περίπου ένα τρίτο των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, λόγω εντοπισμού απομακρυσμένων μεταστάσεων οι οποίες δεν απεικονίζονται με τις συμβατικές μεθόδους.
«Βλέπει» υποτροπές!
Εξάλλου, η συγκεκριμένη εξέταση μπορεί να προβλέψει την ανταπόκριση μετά από ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα χημειοθεραπείας και επιτρέπει την πρώιμη αναγνώριση ασθενών που δεν ανταποκρίνονται ή έχουν αντοχή σ’ αυτήν, οπότε δίνεται η δυνατότητα να εφαρμοστεί ένα άλλο σχήμα θεραπείας και να αποφευχθεί χάσιμο πολύτιμου χρόνου για την ασθενή.
Τέλος, η κ. Σιόκα σημείωσε πως, όσο αφορά στην παρακολούθηση υποτροπής της νόσου, το PET/CT λόγω του ότι απεικονίζει τον μεταβολισμό, δεν επηρεάζεται από τις μεταθεραπευτικές αλλοιώσεις και θεωρείται ανώτερη απεικονιστική μέθοδος. Καταλήγοντας, η καθηγήτρια έδωσε έμφαση στην πρόληψη, παροτρύνοντας τις γυναίκες να κάνουν υπέρηχο και μαστογραφία ώστε σε περίπτωση καρκίνου, να γίνεται η διάγνωσή του σε πρώιμο στάδιο.