• Πώς και από τι επηρεάζεται η ερωτική μας συμπεριφορά; Ποιο είναι το «τρίτο πόδι» στην σχέση του ζευγαριού; Είναι πολυγαμική η γυναίκα; Tί συμβαίνει με τα μοναχοπαίδια και τα πρωτότοκα παιδιά; Είναι το Διαδίκτυο μία τοξική μήτρα;
Αυτά και πολλά ακόμη καίρια ερωτήματα συζητάει ο αείμνηστος πλέον διάσημος ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ με τη γνωστή δημοσιογράφο Βίκυ Φλέσσα στο βιβλίο με τίτλο «Γιατί ψυχανάλυση Κύριε Γιωσαφάτ;» που έχει φτάσει ήδη στην τέταρτη έκδοση. Και δίνει απαντήσεις χρήσιμες για τον καθένα μας!
Με αφορμή την σημερινή παρουσίαση του βιβλίου στα Γιάννενα, η Βίκυ Φλέσσα μιλάει στον «Π.Λ.» για τη γνωριμία και τη σχέση της με τον Μ. Γιωσαφάτ, τις αντιδράσεις ανθρώπων που, διαβάζοντάς το, βρήκαν απαντήσεις σε προσωπικές τους απορίες και την ψυχανάλυση. Παράλληλα, ερωτηθείσα σχετικά, επισημαίνει πως ένας δημοσιογράφος οφείλει να χρησιμοποιεί σωστά τη γλώσσα, ενώ αναφέρεται και στο Διαδίκτυο, το οποίο άλλαξε μεν άρδην τη ζωή μας, κρύβει όμως, όπως λέει και παγίδες που πρέπει να προσέχουμε.

Στο… ντιβάνι με τον Μ. Γιωσαφάτ
• Κυρία Φλέσσα, το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας αποτελεί ουσιαστικά μία μεγάλη συνέντευξη του Ματθαίου Γιωσαφάτ. Πώς τόν καταφέρατε να σάς μιλήσει;
-Η ιδέα για αυτό το βιβλίο ανήκει στον εκδότη του Αρμού κ. Γιώργο Χατζηιακώβου, ο οποίος μού πρότεινε να κάνω μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τον ψυχίατρο Ματθαίο Γιωσαφάτ, για να εκδοθεί σε βιβλίο, ούτως ώστε να μπορούμε να τήν διαβάζουμε.
Η σκέψη και μόνον του βιβλίου μέ ενθουσίασε. Είχα ήδη κάνει τρείς τηλεοπτικές συνεντεύξεις ΣΤΑ ΑΚΡΑ με τον διαπρεπή ψυχίατρο και μεταξύ μας είχε δημιουργηθεί μία σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού, αλληλοπεριχωρήσεως. Συναντηθήκαμε πέντε φορές, μιλήσαμε περίπου 18 ώρες συνολικά και αρκετές φορές στο τηλέφωνο, όταν χρειάστηκα κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις. Έτσι προέκυψε το βιβλίο αυτό, για το οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση, καθώς θεωρώ ότι είναι από τα χρησιμότερα πράγματα, που έχω καταφέρει έως σήμερα στην ζωή μου.
• Θα μπορούσε να πει κανείς ότι για τις ανάγκες του βιβλίου αλλάξατε προσωρινά ρόλους. Εσείς γίνατε για λίγο ψυχαναλύτρια και κείνος έκανε τις εκμυστηρεύσεις. Πώς ήταν η εμπειρία;
-Πολύ ενδιαφέρουσα, αν και -υπό μία έννοια- η προσπάθεια να διεισδύσεις εντός του εσώτερου εαυτού του συνομιλητή σου γίνεται και στην καθημερινότητά μας από όλους μας έστω ασυνείδητα, και κυρίως στην επαγγελματική μας ζωή, εμάς των δημοσιογράφων, όταν επιδιώκουμε να ανιχνεύσουμε τα βαθύτερα κίνητρα των λόγων και των πράξεων του ανθρώπου από τον οποίον παίρνουμε την συνέντευξη, ούτως ώστε να τόν αποκαλύψουμε στους αναγνώστες μας, τους ακροατές μας ή τους τηλεθεατές μας.
Η αλήθεια είναι ότι ο αείμνηστος πλέον Ματθαίος Γιωσαφάτ υπήρξε πολύ γενναιόδωρος μαζί μου σε αυτήν την συνἐντευξη - βιβλίο. Επεδίωξε -και τά κατάφερε- μία βαθιά κατάδυση στην παιδική του ηλικία, σχολίασε τα τραύματά του, αποκάλυψε γεγονότα, τα οποία επηρέασαν την πορεία της ζωής του και μού μίλησε για τους φόβους και τις ματαιώσεις του.
Πίστευε πώς μιλώντας δημόσια για τα αρνητικά του αισθήματα, θα βοηθούσε εμάς να απενοχοποιηθούμε και να μιλήσουμε κι εμείς οι ίδιοι για τα δικά μας τραύματα φωναχτά, να μπορέσουμε να τά αντιμετωπίσουμε και να τά γιατρέψουμε.
Λύνοντας απορίες
• Oι ερωτήσεις που του κάνατε αφορούν σε θέματα που μας απασχολούν όλους, όπως, για παράδειγμα, το αν μαθαίνεται η αγάπη και τί επηρεάζει την ερωτική συμπεριφορά μας. Αυτές προέκυψαν κυρίως από προσωπικές σας αναζητήσεις ή από άλλες πηγές, όπως για παράδειγμα συζητήσεις με φίλους κλπ;
-Προέκυψαν κυρίως έπειτα από πολλές συζητήσεις με ειδικούς της ψυχικής υγείας ΣΤΑ ΑΚΡΑ, ύστερα από την ανάγνωση πολλών βιβλίων επί των θεμάτων αυτών, καθώς και προσωπικών αναζητήσεων πολλά χρόνια πριν, διότι και στην Φιλοσοφική Σχολή, στο Φιλολογικό Τμήμα, στην Κλασική Κατεύθυνση, σχεδόν σε κάθε εξάμηνο είχαμε μαθήματα Ψυχολογίας, τα οποία μέ ενδιέφεραν ιδιαιτέρως.
• Τί σας λένε οι αναγνώστες του βιβλίου; Βρήκαν απαντήσεις σε ερωτήματα που τούς απασχολούν; Και αν ναι, πώς νιώθετε γι’ αυτό;
-Είναι η μεγαλύτερη χαρά μου να ακούω από ανθρώπους, οι οποίοι διάβασαν το βιβλίο, ότι έλυσαν κάποιο ζήτημα που τούς απασχολούσε. Δεν θα ξεχάσω μία φίλη, η οποία διάβασε διαγωνίως και στην τύχη ένα κεφάλαιο του βιβλίου στο αεροπλάνο προς Ρόδο και μού τηλεφώνησε αναστατωμένη μετά την προσγείωση, λέγοντας μου «πόσο σέ ευχαριστώ, που μού ανοίξατε τα μάτια. Έλεγα στον πεντάχρονο γυιό μου ότι «εσύ είσαι ο άντρας της ζωής μου!» και διάβασα στο βιβλίο σου πόσο καταστροφικό είναι αυτό, που έκανα για την ψυχολογία του και το μέλλον του!».
• Εσάς προσωπικά σας έχουν επηρεάσει με κάποιο τρόπο όσο μάθατε μέσα από τις συζητήσεις σας με τον διάσημο ψυχίατρο;
-Επιβεβαίωσε εντός μου κάποια συμπεράσματα, στα οποία είχα καταλήξει νωρίτερα, με σημαντικότερο ότι πάντοτε έχουμε την δυνατότητα να ξεφύγουμε από το δυσάρεστο παρελθόν μας -αν τό επιθυμούμε ειλικρινά- κάνοντας χρήση της προσωπικής μας ελευθερίας, της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» θεϊκής υποστάσεως μας, της δυνατότητας δηλαδή με την οποία ο Δημιουργός έχει εφοδιάσει προνομιακά μόνον εμάς, τους ανθρώπους.
Δημοσιογράφοι και γλώσσα
• Ένας καλός δημοσιογράφος θεωρείτε ότι μπoρεί να γίνει και καλός συγγραφέας ή δεν φτάνει το να ξέρει κανείς να γράφει καλά;
-Η γλώσσα, κύριε Αγόρη, είναι ο συνεκτικός κρἰκος ανάμεσα στις δύο ιδιότητες, του δημοσιογράφου και του συγγραφέα και αυτοί οι δύο δρόμοι ενδέχεται να συναντηθούν. Η γλώσσα, βεβαίως, δεν είναι μόνον το όργανο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά είναι κατ’ εξοχήν ο οδηγός της σκέψεώς μας και η ποιότητα της διανοίας μας, όπως διαρκώς τονίζουμε με τον Καθηγητή Γλωσσολογίας και Δάσκαλό μου κ. Γεώργιο Μπαμπινιώτη στην εκπομπή μας «Σὲ προσκυνῶ, γλώσσα» στο Κανάλι της Βουλής κάθε Σάββατο στις 7 το βράδυ και κάθε Κυριακή στις 3 το μεσημέρι.
Όμως, υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά, παρότι και ο δημοσιογράφος και ο συγγραφέας απευθύνονται και οι δύο σε πολύ κόσμο, δηλαδή σε κοινό. Ο δημοσιογράφος οφείλει να αφουγκράζεται την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ ο συγγραφέας τον εσώτερο εαυτό του. Ως εκ τούτου, έχουν κοινό τον κώδικα επικοινωνίας, την γλώσσα, αλλά διαφορετική αφετηρία εκκινήσεως, για να συναντήσουν το κοινό τους.
• Ως συνέχεια του παραπάνω ερωτήματος και επειδή εσείς ασχολείστε ιδιαίτερα με την ελληνική γλώσσα, για να γίνει κανείς δημοσιογράφος σήμερα φτάνει να ξέρει να γράφει καλά ή παίζουν πλέον ρόλο και άλλα κριτήρια;
-Η γνώση και κυρίως, η ευαισθησία στην ορθή χρήση της γλώσσας είναι υπόθεση όλων μας και όχι μόνον των δημοσιογράφων, οι οποίοι ως δημοσιολογούντες και δημοσιογραφούντες οφείλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί.
Κατά την γνώμη μου, έχοντας εργαστεί ως δημοσιογράφος 34 χρόνια σε εφημερίδες, ραδιόφωνο, περιοδικά και τηλεόραση, θα έλεγα ότι το σημαντικότερο κριτήριο, για να ασκεί ένας δημοσιογράφος με επάρκεια και αντικειμενικότητα το λειτούργημά του, -εκτός από την καλή γνώση της γλώσσας- είναι να μην έχει προσωπική ατζέντα…
Το Διαδίκτυο
• Το Διαδίκτυο και ειδικά τα social media βοηθούν το επάγγελμά μας ή τού κάνουν περισσότερο κακό από καλό;
-Ουδέν κακόν αμιγές καλού και τανάπαλιν! Το Διαδίκτυο είναι, κατά την γνώμη μου, η μεγαλύτερη ανακάλυψη μετά την φωτιά και την τυπογραφία στην ιστορία του κόσμου. Αναμφίβολα, η δυνατότητα πληροφορήσεως που παρέχει, καθώς και η ταχύτατη δικτύωση, τό καθιστούν παντοδύναμο στην ζωή μας αλλά και πολύ εθιστικό, συχνά αποκτούμε εξαρτητική σχέση μαζί του, είτε είμαστε δημοσιογράφοι είτε όχι.
Άρα, οφείλουμε να έχουμε πάντοτε κατά νου αυτόν τον κίνδυνο και να καλλιεργούμε παράλληλα εναλλακτικές μεθόδους, να διαβάζουμε βιβλία και εφημερίδες και κυρίως, να μην εμπιστευόμαστε τυφλά και άκριτα την κυκλοφορία και την γνώση που προέρχεται από αυτήν την «πολιτεία δίχως αστυνομία», όπως προσφυώς αποκαλείται το Διαδίκτυο.
Σε ό,τι αφορά τα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως, η χρήση τους αντικατοπτρίζει την προσωπικότητά μας και τον κώδικα των αξιών μας. Και για να μιλήσουμε και ψυχαναλυτικά, καθώς σχολιάζουμε αυτό το θέμα με τον Ματθαίο Γιωσαφάτ στο βιβλίο μου, αν είμαστε κυρίως ναρκισσιστικές προσωπικότητες, θα επιζητούμε διαρκώς επιδοκιμασία και θα είμαστε δυστυχείς με τα λίγα like και τους ευάριθμους ακολούθους. Αν έχουμε μία ισχυρή καθήλωση στο δεύτερο στάδιο, στο πρωκτικό, τα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως αποτελούν τον προσφορότερο χώρο, για να εκχέουμε τοξικότητα και οργή, να πολεμάμε δηλαδή με τα «όπλα» του εσωτερικού μας κόσμου, τα οποία… αμολάμε πλέον αδιακρίτως στον «καινούργιο, θαυμαστό κόσμο» της ψηφιακής ζωής μας.