ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

«Τα έργα των καλαρρυτινών χρυσικών πολύτιμο μέρος της κληρονομιάς μας…»

3 Αύγ 2023 • 08:47
«Τα έργα των καλαρρυτινών χρυσικών πολύτιμο μέρος της κληρονομιάς μας…»

• Περιζήτητα υπήρξαν στο παρελθόν τα έργα ασημουργίας που δημιουργούσαν οι καλαρρυτινοί τεχνίτες στα περίφημα καλαρρυτινά εργαστήρια, χάρη στα οποία η φήμη του ιστορικού κεφαλοχωρίου της Πίνδου ταξίδεψε κυριολεκτικά, μαζί με τα τεχνουργήματα, σε κάθε άκρη της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου. 

Φως σ’ αυτή τη σπουδαία παράδοση ρίχνει ένα νέο βιβλίο με τίτλο «Η Καλαρρυτινή Αργυροτεχνία», έκδοση του Πατριωτικού Συνδέσμου Καλαρρυτών «Η Πίνδος», το οποίο επιμελήθηκε ο διακεκριμένος ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Απόστολος Κατσίκης. Πρόκειται για μία ιδιαίτερη έκδοση την οποία ενίσχυσε η Βουλή με απόφαση του Προέδρου της Κώστα Τασούλα. Με αφορμή το βιβλίο, ο κ. Κατσίκης μίλησε στον «Π.Λ.» για τους πατρογονικούς του δεσμούς με τους Καλαρρύτες, την επαφή του με την αργυροτεχνία και τους καλαρρυτινούς «χρυσικούς», αλλά και για την ανάγκη να αναθερμανθεί τοενδιαφέρον για την παραδοσιακή τέχνη της ασημουργίας και τον πολιτισμό στον τόπο μας.

Η συνέντευξη

-Κύριε Κατσίκη, οι δεσμοί σας με τους Καλαρρύτες είναι στενοί και οι γνώσεις σας για το περίφημο κεφαλοχώρι της Πίνδου εκτεταμένες. Πώς τις αποκτήσατε;

Ανήκω σε μια καλαρρυτινής καταγωγής οικογένεια. Επομένως αναμενόμενο ήταν στο σπίτι μας, κατά την παιδική μου ηλικία,  μεγάλο μέρος των συζητήσεων να ήταν αφιερωμένο στο χωριό μας, τους ιστορικούς Καλαρρύτες και κυρίως στο ένδοξο παρελθόν τους. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν αντάμωναν οι γονείς μου με συγγενείς και συγχωριανούς. Οι διηγήσεις όλων τους με γοήτευαν ιδιαίτερα και τις παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον. Οι εξιστορήσεις άρχιζαν από την κτηνοτροφία και τα τσελιγκάτα, συνεχίζονταν με τους δρόμους του εμπορίου και τους περίφημους καλαρρυτινούς εμπόρους της διασποράς, όπως των οικογενειών Λάμπρου, Δουρούτη, Παράσχη, Τουρτούρη κ.ά, και κατέληγαν στην αργυροτεχνία και στους λαμπρούς δεξιοτέχνες επεξεργασίας του ασημιού.

-Γνωρίσατε λοιπόν από μικρός τον κόσμο των τεχνιτών του ασημιού…

Οι δεξιοτέχνες του ασημιού ήταν το αγαπημένο θέμα συζήτησης της ομήγυρής μας, δεδομένου ότι πολλοί από τους συμπατριώτες και φίλοι του πατέρα μου ήταν οι ίδιοι αργυροτεχνίτες και διατηρούσαν εργαστήρια και καταστήματα αργυροχρυσοχοΐας στα Γιάννενα, ανανεώνοντας τη γιαννιώτικη τέχνη του ασημιού και συνεχίζοντας την πλούσια καλαρρυτινή παράδοση στον τομέα αυτό. Μυθικά ονόματα καλαρρυτινών «χρυσικών», όπως των Τζημούρη, Μπάφα, Παπαγεωργίου, Μπλούτζου, Ποντίκη κ.ά., ήταν στην ημερήσια διάταξη, καθώς και τα περίφημα και ονομαστά δημιουργήματά τους, πολλά από τα οποία διασώζονταν στους Καλαρρύτες. Λόγω των συχνά επαναλαμβανόμενων επαίνων για τους τεχνίτες και τα έργα τους, οι συζητήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει στα μάτια μου η όλη θεματική τις διαστάσεις ενός συναρπαστικού παραμυθιού, η οποία καλυπτόταν και από ένα πέπλο μυστηρίου…

  -Mεγαλώνοντας πώς διατηρήσατε και διευρύνατε την επαφή με την τέχνη της ασημουργίας; 

H πρώτη «ακουστική - θεωρητική» γνωριμία μου με την αργυροτεχνία έγινε βιωματική εμπειρία στα νεανικά μου χρόνια, χάρη στο υποδηματοποιείο που διατηρούσε ο πατέρας μου στην οδό Αβέρωφ, στο τότε εμπορικό κέντρο των Ιωαννίνων. Στην Αβέρωφ και στις παράπλευρες οδούς, ευτύχησα να προλάβω τα μικρά και μεγάλα κοσμηματοπωλεία τηs εποχής και τα πάμπολλα εργαστήρια ασημουργίας, όπου εκατοντάδες «χρυσικοί» μεταμόρφωναν το ψυχρό, αλλά λαμπερό ασήμι, σε πραγματικά έργα τέχνης. Έζησα έτσι κατά τις δεκαετίες ’50 - ’60, αλλά και αργότερα, τη «χρυσή» εποχή της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω από κοντά όλα τα στάδια επεξεργασίας του ασημιού, από το λιώσιμο της λαγάρας, το «τράβηγμα» στον κύλινδρο, μέχρι το σκάλισμα των δίσκων στην πίσσα με σπιτσούνια, τη χύτευση ασημικών στα παντέφια και τη δημιουργία συρματερών με τον τσίφτη. Στις πραγματικές αυτές κυψέλες δημιουργίας ήλθα σε επαφή και γνώρισα «εκ των έσω» τον κόσμο της ασημουργίας και τους περίφημους «γητευτές» του ασημιού. 

Ο γοητευτικός αυτός κόσμος των εργαστηρίων συμπλήρωσε πρακτικά ό,τι γνώσεις είχα αποκτήσει σε επίπεδο «θεωρίας και ιστορίας» από τις διηγήσεις για τους καλαρρυτινούς ασημουργούς. Αυτό υπήρξε και το έναυσμα για να ασχοληθώ αργότερα και μέχρι σήμερα, σε βιβλιογραφικό - γνωστικό επίπεδο πλέον, με τον άργυρο, την αργυροτεχνία εν γένει και ειδικότερα με την καλαρρυτινή ασημουργία και τouς εκπροσώπους της. 

-Το Μουσείο Καλαρρυτινής Αργυροτεχνίας που, όπως ήταν «επιβεβλημένο», δημιουργήθηκε πριν μερικά χρόνια στη γενέθλια γη, πώς προέκυψε;

Στα ώριμα χρόνια μου, η δημιουργία του «Μουσείου Aργυροτεχνίας» στα Ιωάννινα ανανέωσε το ενδιαφέρον μου για την πανάρχαιη αυτή τέχνη και παράλληλα το κινητοποίησε πpoς την κατεύθυνση της οργάνωσης στη γενέθλια γη ενός μουσειακού χώρου με θεματικό περιεχόμενο την καλαρρυτινή αργυροτεχνία. Η σκέψη - πρότασή μου αυτή βρήκε αρωγούς και συμπαραστάτες τους συγχωριανούς μου, τον Δήμο Β. Τζουμέρκων, την Περιφέρεια Ηπείρου και το Υπουργείο Πολιτισμού και κατ’ αυτόν τον τρόπο έγινε εφικτή η δημιουργία του «Μουσείου Kαλαρρυτινής Αργυροτεχνίας» το οποίο εγκαινιάστηκε το 2015. Στον χώρο του παλαιού Δημοτικού Σχολείου, όπου λειτουργεί, παρουσιάζεται η ιστορία της παραδοσιακής τέχνης της αργυροτεχνίας και εκτίθενται, αφενός μεν εργαλεία και μέσα επεξεργασίας και παραγωγής ασημικών από εργαστήρια καλαρρυτινών μαστόρων που έπαψαν να λειτουργούν, αφετέρου δε θησαυρίζονται και εκτίθενται έργα «χρυσικών» του παρελθόντος όσο και δημιουργίες σύγχρονων αργυροχρυσοχόων.

-Φτάνουμε λοιπόν στο σήμερα και στην έκδοση του βιβλίου «Η Καλαρρυτινή Αργυροτεχνία» του οποίου είστε ο συγγραφέας. Μιλήστε μου γι’ αυτό.  

Τα ακούσματα, τα βιώματα, η επαφή μου με τους τεχνίτες του ασημιού και τα έργα τους, παλαιά και νεότερα, οι συσσωρευμένες με την πάροδο του χρόνου εμπειρίες και γνώσεις, αποτέλεσαν για μένα ένα απόθεμα - πρόκληση, το οποίο με ώθησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου με την επιθυμία να προβληθεί η καλαρρυτινή αργυροτεχνία στο ευρύ κοινό και να αναδειχθεί η πολιτιστική κληρονομιά των Καλαρρυτών.

Στο πόνημα αυτό επιχειρείται η συνοπτική παρουσίαση της τέχνης, και τεχνικής της αργυροτεχνίας, σε βάθος χρόνου και εκτεταμένο γεωγραφικό εύρος. Επίκεντρο της εργασίας αποτελεί και ειδικό βάρος κατέχει το Κεφάλαιο της «Καλαρρυτινής αργυροτεχνίας». Πρόκειται για την καταγραφή και προβολή των αντικειμένων - τεχνουργημάτων από ασήμι, τα οποία είναι έργα καλαρρυτινών εργαστηρίων, με την τοπική διάσταση του όρου, ή έργα τεχνιτών καλαρρυτινής καταγωγής, καθώς και έργα που διαθέτουν ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία, τα οποία συνδέονται με καλαρρυτινούς τεχνίτες και καλαρρυτινά εργαστήρια, εκφράζουν δηλαδή μια ιδιότυπη τεχνική, μορφολογική και κυρίως αισθητική εικόνα, αποτέλεσμα τnς ευρηματικότητας καλαρρυτινών ασημουργών. Χαρακτηριστικά καλαρρυτινά έργα, με μοναδικά και ανεπανάληπτα στοιχεία, θεωρούνται τα ευαγγελιο-καλύμματα του Αθανασίου Τζημούρη, τα αργυρόγλυπτα του Γεωργίου Μπάφα, οι «σπαστές», σπονδυλωτές, γυναικείες ζώνες με συρματερή τεχνική (φιλιγκράν), που φέρουν πόρπη σε σχήμα φιόγκου ή καρδιάς, μεγάλες σε μέγεθος πόρπες σε σχέδιο αχιβάδας κ.ά. Να τονίσω ότι η έκδοση του βιβλίου αυτού πραγματοποιήθηκε χάρη στην ευγενική χορηγία της Βουλής των Ελλήνων και το προσωπικό ενδιαφέρον του Προέδρου της κ. Τασιούλα. Επίσης στην όλη διαδικασία σημαντική ήταν η συμβολή του Πατριωτικού Συνδέσμου Καλαρρυτών «Η Πίνδος», όπως και πολλών προσώπων και φορέων που έθεσαν στη διάθεσή μου τα αργυρά έργα τους προς φωτογράφιση. Τους ευχαριστώ και από τη θέση αυτή από καρδιάς. 

-Αν σας ζητήσω να μου περιγράψετε συνοπτικά την πορεία της καλαρρυτινής ασημουργίας, τι θα λέγατε; 

Οι Καλαρρύτες  στις αρχές του 19ου αι. βρέθηκαν στο υψηλότερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό τους επίπεδο, αξιοζήλευτο και μοναδικό ίσως για τα χρονικά της εποχής. Πολλοί Καλαρρυτινοί αναλαμβάνουν με επιτυχία τη διακίνηση και εμπορία των εγχώριων προϊόντων σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, αλλά κυρίως σε χώρες της Δύσης. Ιδρύονται εμπορικοί οίκοι σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μεσογείου και της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Η ανοδική αυτή πορεία των Καλαρρυτών στηρίχτηκε βέβαια στην οικονομική ευρωστία και στα κεφάλαια που συσσώρευαν και επένδυαν εκεί οι καλαρρυτινοί έμποροι. Εκτός όμως από το εμπόριο, αρκετοί δραστήριοι και επιδέξιοι Καλαρρυτινοί καλλιεργούν και τις τέχνες. Στους Καλαρρύτες της εποχής αυτής υπήρχαν σημαντικοί εκπρόσωποι της υφαντικής, της ραπτικής, της χρυσοκεντητικής και άλλων επαγγελμάτων - τεχνών.

Ο τομέας όμως στον οποίο κυριολεκτικά κατέστησαν κυρίαρχοι και πραγματικά θαυματούργησαν οι Καλαρρυτινοί, γράφοντας ιστορία, είναι η επεξεργασία του ασημιού. Ως προϊόν της γενικότερης οικονομικής και κοινωνικής ανόδου των κατοίκων της περιοχής, οι Καλαρρύτες καθίστανται το καλλιτεχνικό και κατασκευαστικό κέντρο της ασημουργίας, όχι μόνο της Ηπείρου ή του ελλαδικού χώρου, αλλά των Βαλκανίων. Η τέχνη και η τεχνική της αργυροτεχνίας στον τόπο αυτό έφτασαν σε τέτοιο σημείο τελειότητας και ακμής, ώστε να λεχθεί ότι σε καλαρρυτινά εργαστήρια κι από καλαρρυτινούς «χρυσικούς», έγιναν τα διασημότερα αργυροχοϊκά έργα της νεότερης Ελλάδας. Με την πάροδο του χρόνου η φήμη των καλαρρυτινών ασημουργών εξαπλώνεται παντού στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, και τα τεχνουργήματά τους γίνονται περιζήτητα. Τα δημιουργήματά τους εξακολουθούν να είναι μοναδικά και αξεπέραστα. Διάσημοι αισθητικοί της τέχνης και τεχνοκριτικοί, Έλληνες και ξένοι, εκφράζονται με λόγια θαυμασμού για τις ασύγκριτες δημιουργίες των καλαρρυτινών πρωτομαστόρων του ασημιού.

Οι συγκυρίες μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. οδήγησαν σταδιακά στο κλείσιμο των εργαστηρίων στους Καλαρρύτες. Η αργυροτεχνία όμως εξακολουθεί την παραγωγή έργων και πλείστα όσα οφείλει στην καλαρρυτινή παράδοση. 

 -Στο βιβλίο σας υπάρχει και ένα κεφάλαιο με τους καλαρρυτινούς ασημουργούς και τα δημιουργήματά τους. Φαντάζομαι πως απαίτησε πολλή έρευνα η συλλογή υλικού και η συγγραφή του… 

Στο βιβλίο εξιστορούνται εκτενώς ο βίος και η πολιτεία και παρουσιάζονται τα έργα τριών μόνον από τους ευάριθμους, λαμπρούς εκπροσώπους της καλαρρυτινής αργυροτεχνίας. Ωστόσο, στους Καλαρρύτες από τον 17ο έως και τον 20ό αι. λειτούργησαν δεκάδες εργαστήρια αργυροχρυοοχοΐας στα οποία εργάστηκαν και δημιούργησαν εκατοντάδες ντόπιοι αλλά και ξένοι «χρυσικοί».

 Μέσω των ολιγάριθμων γραπτών τεκμηρίων, των προφορικών μαρτυριών, αλλά κυρίως των ενυπόγραφων έργων που διασώθηκαν, συνέταξα έναν, προφανώς, όχι πλήρη κατάλογο, των εγνωσμένα καλαρρυτινών τεχνιτών και των τεχνουργημάτων που αυτοί δημιούργησαν. Τα ονόματα τους, ορισμένα κατατοπιστικά στοιχεία που φωτίζουν πτυχές του βίου τους, καθώς και τα γνωστά και βεβαιωμένα έργα τους παρατίθενται στο Κεφάλαιο «Τεχνίτες και τεχνουργήματα», με το οποίο κλείνει και η παρουσίαση της τέχνης - τεχνικής των ταπεινών αυτών μαστόρων του ασημιού, που με τα έργα τους στόλισαν λαϊκά σπίτια και αρχοντικά, εκκλησίες και μοναστήρια, ανθρώπους απλούς και προβεβλημένους, και των οποίων τα έργα αποτελούν τεκμήρια υψηλής αισθητικής και μέρος πολύτιμο της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας.

Κλείνοντας, αφού σας ευχαριστήσω θερμά,  να ευχηθώ η έκδοση του βιβλίου «Η Καλαρρυτινή Αργυροτεχνία» να αποτελέσει κίνητρο για την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την παραδοσιακή τέχνη της ασημουργίας και τον πολιτισμό στον τόπο μας, στους Καλαρρύτες στα Γιάννενα και ευρύτερα στον ελλαδικό χώρο.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.