Εγώ τη θάλασσα δεν την ήξερα. Πώς να την ξέρω… λίγων μηνών ήμουν κουτάβι παρατημένο σ’ ένα καταφύγιο αδεσπότων. Τη θάλασσα την πρωτόδα σαν ήρθε να με πάρει…
-Να, από δω, περάστε κ. Μαζωνάκη, είπε η υπάλληλος του καταφυγίου. Εδώ έχουμε μικρόσωμα σκυλάκια… διαλέξτε όποιο σας αρέσει, είναι όλα εμβολιασμένα.
Παράξενο! Με τόσα κουτάβια τριγύρω, αυτός ήρθε κατ’ ευθείαν σε μένα.
-Έλα δω μικρούλα μου, άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή του, έλα δω μη φοβάσαι…
Μπα, λάθος έκανε, δεν φοβόμουν καθόλου, τον είχα μυρίσει ήδη με το που έφτασε στο καταφύγιο, πριν καν βγει από το αμάξι κι αυτή η μυρωδιά ήταν ο κρίκος που μας έδεσε για πάντα! Η μυρωδιά του καλού ανθρώπου φορεμένη μέσα σ’ ένα εξαίσιο γαλλικό άρωμα! Με πήρε μαλακά στα χέρια του και μ’ έφερε κοντά στο πρόσωπό του. Κοιταχτήκαμε στα μάτια…
Εγώ είδα πρώτη φορά τη θάλασσα κι αυτός στα δικά μου μάτια είδε για πρώτη φορά την άδολη αγάπη.
-Πάμε σπίτι κορίτσι μου…
* * *
Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να γίνουμε αυτοκόλλητοι. Δεν είχαμε αμφιβολίες ο ένας για τον άλλον. Εγώ ήμουν πάντα εκεί γι’ αυτόν κι αυτός μέρα με τη μέρα ξανάβρισκε τον παλιό, καλό του εαυτό.
Αρίθα θα σε λέω μου είπε, όπως την Αρίθα Φράνκλιν, τη φωνάρα από το Τενεσί… Τον κοιτούσα απορημένη, πού είναι το Τενεσί… Μακριά, όμως κάποια μέρα θα πάμε, στο υπόσχομαι. Λοιπόν αυτή η Κυρία τραγουδάει Σόουλ, ξέρεις τι σημαίνει Σόουλ; Ψ-Υ-Χ-Η!
-Περισσότερη ψυχή από σένα αφεντικό ποιος μπορεί να δώσει σ’ ένα τραγούδι; Μπορεί και το κάνει η Αρίθα Φράνκλιν. Άκου, έβαζε το δίσκο στο πικάπ και τραγούδαγε μιμούμενος την Αρίθα. Άκου…
Hey, what you want, Baby, I got
What you need
Do you know I got it
All I'm askin' Is for a little respect…
Άκου! R-E-S-P-E-C-T! Να το θυμάσαι Αρίθα, είναι η πιο σημαντική λέξη. Και ξέρεις τον σεβασμό πρέπει να τον κερδίσεις. Δεν μπορείς να τον αγοράσεις.
Η ζωή μου μαζί του ήταν ωραία και παράξενη… Τα τηλέφωνα χτυπούσαν μέρα - νύχτα. Κορίτσια έρχονταν έξω από την πόρτα κι άφηναν ραβασάκια, λουλούδια, αρκουδάκια. Όλο το 24άωρο ήταν κλεισμένο για φωτογραφήσεις, συνεντεύξεις και τηλεοπτικά σόου.
Έμενα μονάχη μου και μελαγχολούσα! Ανησύχησε… Ένα πρωί που είχε ρεπό με πήγε στον κτηνίατρο. Ο γιατρός μ’ εξέτασε κι αποφάνθηκε πως είμαι μια χαρά! Στην επιστροφή καθόμουν με καμάρι συνοδηγός στο κατάλευκο SUV κι αυτός χαρούμενος τραγούδαγε:
Η σωτηρία της ψυχής
είναι πολύ μεγάλο πράγμα…
Είδες πόσο καλός ήταν ο Γιατρός. Ευτυχώς δεν ήταν Κβαντικός σαν αυτούς τους περίεργους που πηγαίνω εγώ… Δεν πολυκαταλάβαινα αλλά τι σημασία είχε.
Λοιπόν, Αρίθα, δεν θα σε ξαναφήσω. Θα σε παίρνω μαζί μου όπου πηγαίνω. Εσύ τουλάχιστον θέλω να είσαι ευτυχισμένη, γιατί είσαι το μοναδικό μου φιλαράκι. Κούναγα χαρούμενη την ουρά και τον κοίταγα στα μάτια με ευγνωμοσύνη. Κανένας άνθρωπος ή σκύλος δεν είχε τόσο καθαρά μάτια όσο αυτός. Ήταν διάφανα! Κι άλλοτε πάλι μετά από το ξενύχτι στο μαγαζί και το ντοπάρισμα από τις διάφορες «παραμύθες», όπως τις έλεγε, τα μάτια του σχεδόν εξαυλώνονταν…
* * *
Τα προνόμιά μου στην συγκατοίκησή μας διαρκώς αναβαθμίζονταν. Εγώ και μόνο εγώ μπορούσα πλέον να κάθομαι στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ήταν πλέον αρμοδιότητά μου να υποδέχομαι όλους όσους παρήλαυναν στο σπίτι μας στη διάρκεια της ημέρας μα και της νύχτας: Συνθέτες, στιχουργοί, ράπερ, τζαζίστες, καλλίγραμμες άφωνες τραγουδιάρες, πασίγνωστα πρόσωπα της τηλεόρασης και σταθερά και κάμποσοι άστεγοι, που έφταναν στην πόρτα για το καθιερωμένο χαρτζιλίκι… Μέχρι κι ένας κύριος από τα Γιαννιτσά εμφανίστηκε ένα πρωί. Συνυπηρέτησε μας είπε στην Ξάνθη με το Μαζωνάκη. Κι όταν του δόθηκε μια 24ωρη άδεια αυτός ήταν άφραγκος κι ατσίγαρος. Το αφεντικό μου του έδωσε 20.000 δρχ. να πάρει ταξί και να πάει στην πόλη να πιει καναδυό ποτά και να ξεσκάσει.
-Δεν το ξέχασα ποτέ Γιώργο. Μετά από τόσα χρόνια κατέβηκα Αθήνα κι ήρθα να σ’ ευχαριστήσω. Έφερα και ροδάκινα από το περιβόλι μου.
Το αφεντικό μου κοκκίνισε στην προσπάθειά του να μην δακρύσει…
-Νάρθεις το βράδυ στο μαγαζί, του είπε. Να πάρεις και τη γυναίκα σου…
Μπαινόβγαινε λοιπόν κόσμος κι εγώ πάντα στην εξώπορτα τους καλωσόριζα και τους συνόδευα στο καθιστικό. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν ευγενικοί και καλοδιάθετοι. Άλλων πάλι οι φάτσες δε μου άρεσαν καθόλου… Σ’ αυτούς δεν κούναγα ουρά. Τους είχα από κοντά… Αυτός καταλάβαινε, μη δίνεις σημασία, μου έλεγε ψιθυριστά στ’ αυτί. Αυτοί έρχονται και φεύγουν. Ομάδα είμαστε εμείς οι δύο.
Χμ, είμαστε; Ναι. Οι καλύτεροι. Καβάλαγα τη Vespa κι αλωνίζαμε φίλε μου την παραλιακή… Το αφεντικό τραγούδαγε: Έλα που δεν μπορώ, άλλο ν’ αντισταθώ… Ο μπάτης μας φύσαγε… Ο κόσμος στα φανάρια μας χάζευε… Ζωάρα ή μήπως το ευεργέτημα της εξωστρέφειας;
Μερικές φορές ξέφευγα, την ψώνιζα για τα καλά. Να τραγουδάει ο Μαζωνάκης για πάρτη σου δεν είναι και λίγο! Όμως η πραγματικότητα ήταν σκληρή και μ’ επανέφερνε στην τάξη.
Υπήρχαν μέρες που γίνονταν σκοτεινός. Βυθισμένος στον παραλογισμό των ουσιών. Εξοντωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό… Το ένστικτό μου άναβε αλάρμ. Φοβόμουν πως θα μ’ εύρει μεγάλο κακό και γρύλιζα ανήμπορη να τον τραβήξω στην επιφάνεια… Τότε ήταν σαν όλοι να χάνονταν από κοντά του. Άλλοι γύριζαν τις πλάτες κι άλλοι ακόμα χειρότερα χλεύαζαν και γούσταραν που τον έβλεπαν σ’ αυτή την κατάσταση.
Η γιατρειά για τους φόβους και των δυο μας ήταν η θάλασσα! Το αφεντικό μου μ’ έμαθε να κολυμπάω κι αποδείχτηκε πως ήμουν άριστη μαθήτρια. Πηγαίναμε λοιπόν τις πιο απίθανες ώρες. Το καλοκαίρι μόλις ξημέρωνε και τον χειμώνα όταν σουρούπωνε και δεν υπήρχε ψυχή… Παιχνίδι, βουτιές και γέλια… Κι αν εγώ ήμουν μικρή, το αφεντικό μου στη θάλασσα γίνονταν πιτσιρικάκι. Τραγουδούσε δυνατά:
Να μας πάρεις μακριά…
Να μας πας στα πέρα μέρη…
Φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αγέρι, φύσα αγέρι…
Και η φωνή μου έφτανε παντού… Τρύπωνε από μισόκλειστα παράθυρα… Έφτανε στις αυλές των φυλακών… Στους στενάχωρους διαδρόμους των νοσοκομείων.... Στα στρατόπεδα και τις φάμπρικες. Αυτό το τραγούδι υπήρχε πάντα μέσα στο λαιμό μου, έλεγε. Κι όλοι τον άκουγαν. Κι όλοι τον αγάπαγαν! Μα ποιος απ’ όλους θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τον ήξερε; Κανένας, μόνο εγώ…
Είμαι χαμαιλέοντας Αρίθα μου, γίνομαι όπως με θέλουν. Μπορώ να τους γοητεύσω, να τους ενθουσιάσω, να τους προβληματίσω, όμως στο μυαλό μου δεν μπαίνει κανένας. Είμαι διαφορετικός απ’ όλους τους κατοίκους του Πλανήτη!
«Εγώ κι ο σκύλος, η Αρίθα
ο μόνος φίλος, που όλα του τα εξηγώ»
* * *
Θα φύγουμε ένα πρωί Αρίθα χωρίς να το ξέρει κανένας. Θα ρίξουμε μαύρη πέτρα. Αυτοί που μας πλήγωσαν, θα μετανιώσουν μα δεν θάχει καμιά σημασία… Ίσως να λείψουμε σε μερικούς… Πού ξέρεις, μπορεί κάποιος ξεχασμένος ρεμπέτης να με κάνει τραγούδι! Μπορεί τίποτε αλάνια από την Καλαμαριά να με φτιάξουν γκράφιτι. Ίσως κάποιος παλιόφιλος να μ’ ανάβει ένα κερί στη γιορτή μου, σαν έρθει η ώρα και πεθάνω… Όμως εγώ το αποφάσισα, δεν θα γυρίσω στην παλιά μου γειτονιά. Θα γυρίσω στον τόπο που με γέννησε. Στη Σητεία, στον θεραπότοπο!
Πήρα ένα παλιό λιοτρίβι στους Πεύκους και το έκανα αγνώριστο! Θα ενθουσιαστείς. Είναι λιτό, ήσυχο, με όλες τις ανέσεις. Ένα σπιτικό για μας τους δύο. Χειμώνα - καλοκαίρι θα κολυμπάμε, θα ψαρεύουμε. Θα σε πηγαίνω βόλτες με το ποδήλατο και τη Μεγάλη Εβδομάδα ο πάτερ - Ευγένιος υποσχέθηκε πως θα μ’ αφήνει να ψέλνω στην εκκλησία… Θα λυτρωθούμε!
* * *
Πόση αγάπη μπορεί να μετουσιωθεί στο βλέμμα ενός σκύλου; Έτσι τον κοίταζα, με λατρεία, όταν μου μίλαγε για τα σχέδιά του. Για μένα δεν είχε καμία σημασία αν θα πηγαίναμε στη Σητεία ή θα μέναμε στη Βούλα ή στη Νίκαια. Ήθελα μόνο να είμαστε μαζί…
Να μην του συμβεί κανένα κακό…
Να πεθάνω πρώτη και να με θάψει με τα χέρια του…
Υ.Γ.: Η Αρίθα Μαζωνάκη έσβησε στις 17 Σεπτέμβρη 2025. Ο Γιώργος Μαζωνάκης την έθαψε στον κήπο του σπιτιού τους.
jennySiamaleka@gmail.com