Η προϊούσα πλήρης δυτικοποίηση της γιορτής των Χριστουγέννων, με την υποδόρια, στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης», αποχριστιανικοποίησής της, καθιστούν τα κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη –ιδίως τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του– όχι μόνον επίκαιρα, αλλά και άκρως απαραίτητα προκειμένου να επαναποκτήσουμε το ακραιφνές χριστουγεννιάτικο πνεύμα των ημερών. Γιατί η απόλυτη εμπορευματοποίησή της ουδόλως παραπέμπει στο αληθινό περιεχόμενό της που αυτή κομίζει: την επί γης ειρήνη (που διακυβεύεται από τα συμφέροντα των ισχυρών) και την ανθρώπινη ευδοκία (που για ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας αποτελεί όνειρο μακρινό).
Χριστούγεννα, λοιπόν, χωρίς Χριστό δεν νοούνται και ο «Άγιος των Γραμμάτων μας» μάς το υπενθυμίζει. Τα Χριστούγεννα ήταν ανέκαθεν από τα προσφιλέστερα θέματα των Ελλήνων λογοτεχνών και εκείνος που αναμφισβήτητα τα ύμνησε περισσότερο από όλους ήταν ο Παπαδιαμάντης. Για 25 περίπου χρόνια (1887- 1910) δημοσίευε ανελλιπώς σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά( Ακρόπολις, Εφημερίς, Άστυ, Εστία, Παναθήναια κ.ά) χριστουγεννιάτικα διηγήματα βάζοντας τα θεμέλια ουσιαστικά της χριστουγεννιάτικης λογοτεχνίας. «Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα, βεβαίως, είναι η γλυκύτατη και συγκινητικοτάτη», γράφει ο ίδιος στην εφημερίδα Εφημερίς, 23 Δεκ. 1887 (αριθμ. 354, 2γ) παραθέτοντας μάλιστα και αποσπάσματα χριστουγεννιάτικων τροπαρίων που θεωρεί «ότι είναι εκ των ωραιοτέρων λεκτικών καλλιτεχνημάτων πάσης εποχής». «Για τον Παπαδιαμάντη», θα σημειώσει η Χρυσούλα Πατεράκη (Διάστιχο, 21-12- 2023), «τα διηγήματα αυτά αποτελούν συνειδητή επιλογή, πηγάζουν από εσωτερική ανάγκη και αποτελούν έκφραση ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τις άγιες μέρες. «Το ελληνικόν έθνος έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της θρησκείας του. Το επ΄ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως κατά τας Πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας του Χριστού μου, να περιγράφω μετ΄ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ τα γνήσια ελληνικά ήθη (Ερωτοκρίτου, 2010: 23)». Αυτά ακριβώς τα ελληνικά ήθη, ως κορυφαίος ηθολόγος, μεταφέρει και στα Χριστουγεννιάτικα διηγήματά του, που διαδραματίζονται τις εορταστικές μέρες των Χριστουγέννων, όταν και δημοσιεύονται. Τα Χριστούγεννα είτε ως το κύριο γεγονός είτε ως αφορμή, αποτελούν την πηγή έμπνευσής του προκειμένου να αποτυπωθούν τα ελληνικά ήθη, η Παράδοση, το θρησκευτικό στοιχείο, τα κοινωνικά προβλήματα, η ανθρώπινη μοίρα- διαχρονικά παρόμοια όπου γης- και να εκτυλιχθούν βιωματικές εμπειρίες. Αυτό δηλώνει, άλλωστε, και ο ίδιος στο διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης», σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «...εις τα διηγημάτια, όσα εδημοσίευσα κατά καιρούς, ο υποφαινόμενος τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα, ενεπνεύσθην, αληθώς, από τας αναμνήσεις μου και τα αισθήματά μου, τα οποία θέλγουσι και συγκινούσι, εμέ αυτόν, ίσως και ολίγους εκλεκτούς φιλαναγνώστας».
Το θρησκευτικό στοιχείο δεν έχει τη μορφή κηρυγματικού ή διδακτικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, μέσα από την αφήγηση διαφόρων γεγονότων της καθημερινότητας ο Παπαδιαμάντης υμνεί την παρουσία και τη δύναμη του Θεού εκφράζοντάς τη με τη μορφή αναμνήσεων και βιωματικών εμπειριών σχετιζουσών με θρησκευόμενες μορφές και με την περιγραφή εκκλησιαστικών τελετών, τις οποίες ως ιεροψάλτης κατείχε εμβριθώς. «Η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη είναι της ψυχής, όχι της διάνοιας. Πιστεύει δεν θεολογεί», θα αναφέρει σχετικά ο Γιώργος Θέμελης (Θέμελης, 1991, στο Ερωτοκρίτου, 2010:67).
Ο αγώνας για επιβίωση στα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη συμβαδίζει με την χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα και αποτυπώνεται με ματιά κριτική και διάθεση φιλοσοφική, χαρακτηρίζοντάς τον δίκαια ο Παλαμάς ως τον «μεγάλο ζωγράφο των ταπεινών». Σε όλα τα διηγήματα, από «Το χριστόψωμο» (το πρώτο από τα χριστουγεννιάτικα που δημοσίευσε το 1887), το «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», και «Της κοκκώνας το σπίτι» έως την «Σταχομαζώχτρα» και «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη», ο Παπαδιαμάντης, χωρίς λογοτεχνικές υπερβολές, φωτίζει τα πάθη και τις ανθρώπινες αδυναμίες, την ευτυχία και τη δυστυχία, αναδεικνύοντας σε κάθε περίπτωση την αγάπη του για τον άνθρωπο και την σύμπνοιά του στον αγώνα για την επιβίωση.
Μέσα από τη διάχυση του χριστιανικού πνεύματος των διηγημάτων του ο Παπαδιαμάντης μάς υποδεικνύει τη συνάντησή μας τις μέρες αυτές –τουλάχιστον- με τον Χριστό, που είναι ο διπλανός μας: ο γείτονάς μας που αγκομαχεί να ανταπεξέλθει στον δύσκολο βιοπορισμό των ημερών μας, ο συγγενής, φίλος ή γνωστός μας που κείτεται στο κρεβάτι του πόνου, ο ανήμπορος που τείνει το χέρι του για μια μικρή οικονομική βοήθεια, ο κατατρεγμένος που ζητάει τη συμπαράστασή μας, ο ταλαίπωρος μετανάστης ή πρόσφυγας που χρειάζεται τη συμπόνια μα... Μόνο έτσι θα κάνουμε Χριστούγεννα με τον Χριστό παρόντα.
Όσο για τη γλωσσική μορφή της απλής καθαρεύουσας διανθισμένη με γλωσσικά ιδιώματα της περιοχής του(και ποια περιοχή δεν έχει τέτοια;) που μετέρχεται ο συγγραφέας, η περιβόητη «παπαδιαμάντεια γλώσσα», είναι μια πρόκληση για τους σημερινούς νέους των γκρίκλις (Greeklish), να γνωρίσουν τη μαγεία της. Και να καταλάβουν αυτό που τους στέρησαν ανόητοι πολιτικοί, οι οποίοι στο όνομα ενός ψευτονεωτερισμού και ψευτοπροοδευτισμού, μιας δήθεν γλωσσικής απλοποίησης, να στερηθούν τη διδασκαλία και τη στοιχειώδη εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών, τουλάχιστο στη δεύτερη βαθμίδα υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Γυμνάσιο), ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και αδιαίρετη από τον Όμηρο μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και η γιαγιούλα στο χωριό εξακολουθεί να ονομάζει το μαζικό μέσο το οποίο τη μεταφέρει «λεωφορείο» (από το αττικόκλιτο «λεώς» = λαός) και όχι «λαοφορείο».
* * *
ΥΓ.: Θερμές ευχές από τη στήλη μας στους αναγνώστες της, αλλά και σε όλους τους αναγνώστες, για ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, με την ΥΓΕΙΑ (αυτή την πολύτιμη «μονάδα» πριν από τα «μηδενικά» των όποιων αγαθών, σύμφωνα με τους κινέζους) εξακολουθητικά στην πρώτη προτεραιότητά τους και στους πολιτικούς μας περισσότερη ΦΩΤΙΣΗ, την έχουν ανάγκη, την έχουμε ανάγκη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΩΣΑΣ, Φιλόλογος - Συγγραφέας