Η διαφθορά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα στην Ελλάδα. Αν και δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό, στην ελληνική πραγματικότητα έχει αποκτήσει διαχρονικά χαρακτηριστικά, επηρεάζοντας τη λειτουργία των θεσμών, την οικονομία και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.
Η διαφθορά στην Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι ρίζες της εντοπίζονται στην οθωμανική περίοδο, όπου η πελατειακή σχέση και η εξαγορά υπηρεσιών ήταν σύνηθες φαινόμενο. Το πελατειακό κράτος συνεχίστηκε και κατά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, με τη δημόσια διοίκηση να μετατρέπεται συχνά σε εργαλείο πολιτικής εξυπηρέτησης.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ιδιαίτερα μετά τη Μεταπολίτευση, το φαινόμενο της διαφθοράς διογκώθηκε, με τα σκάνδαλα σε πολιτικό, οικονομικό και επιχειρηματικό επίπεδο να διαδέχονται το ένα το άλλο.
Σήμερα οι ειδήσεις για διαφθορά τείνουν να γίνουν πλέον καθημερινότητα. Η διαφθορά δεν είναι πια εξαίρεση, έχει γίνει κανονικότητα. Δεν είναι απλώς «φαινόμενο». Έχει ριζώσει σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης, είτε κρατικής είτε αυτοδιοικητικής. Το βλέπουμε σε κάθε σκάνδαλο που ξεσπά, σε κάθε απάτη που χρονίζει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της δικαιοσύνης, σε κάθε πολίτη που νιώθει ότι δεν έχει ίσες ευκαιρίες αν δεν έχεις «μπάρμπα στην Κορώνη».
Το μεγαλύτερο έγκλημα δεν είναι μόνο η διαφθορά, αλλά η ατιμωρησία της ή η δήθεν τιμωρία. Στον πολίτη μένει η πίκρα ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Όποιος έχει λεφτά, πληρώνει και κυκλοφορεί ελεύθερος. Ο πολίτης μαθαίνει να σκύβει το κεφάλι, να αποδέχεται το σάπιο ως «φυσιολογικό». Κι έτσι έρχεται η παραίτηση και η αδιαφορία ακόμη και για το ποιος θα κυβερνάει τη χώρα.
Επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις, κάτι σαν «περάστε την 1η του μηνός». Κάθε προεκλογική περίοδος γεμίζει με λόγια για «διαφάνεια» και «κάθαρση». Πόσες φορές εκείνο το μαχαίρι έχει φτάσει έως το κόκκαλο; Όμως, μετά την κάλπη, το έργο επαναλαμβάνεται. Η ψεύτικη ελπίδα εξαντλείται σε συνθήματα, ενώ η πραγματική απελπισία βαθαίνει.
Στους εκάστοτε κυβερνητικούς παράγοντες που θα κάνουν αυτό για το οποίο εξελέγησαν. Στους δημόσιους λειτουργούς που τιμούν το λειτούργημά τους. Στους πολίτες που αρνούνται να λαδώσουν και να λαδωθούν. Στη Δικαιοσύνη που πρέπει να πάψει να κλείνει το μάτι στους ισχυρούς. Στους νέους που αρνούνται να δεχτούν την παραίτηση ως μοίρα.
Η ελπίδα δεν θα έρθει από μόνη της. Θα υπάρξει μόνο αν την απαιτήσουμε. Αν σταματήσουμε να δικαιολογούμε το «έτσι είναι στην Ελλάδα» και αρχίσουμε να απαιτούμε κάτι καλύτερο. Γιατί διαφορετικά, η διαφθορά δεν θα είναι απλώς πρόβλημα. Θα τείνει να γίνει η ταυτότητά μας. Το χρωστάμε στις επόμενες γενιές που έρχονται και στα νέα τα παιδιά που θέλουν και θέλουμε να μείνουν στην Ελλάδα.
Μίλτος Γήτας