ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Ο καθρέφτης που αγνοούμε...
Τα προβλήματα, αναμφίβολα, είναι μέρος της ζωής μας, τόσο σε ατομικό-προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Με μια φιλοσοφική μάλιστα προσέγγιση στην ύπαρξή τους, μπορούμε να πούμε ότι ενδυναμώνουν τη θέλησή μας για ζωή, αφού μέσα από τις δυσκολίες αυτή νοηματοδοτείται.
18 Σεπ 2025 • 07:20
SHARE
Τα προβλήματα, αναμφίβολα, είναι μέρος της ζωής μας, τόσο σε ατομικό-προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Με μια φιλοσοφική μάλιστα προσέγγιση στην ύπαρξή τους, μπορούμε να πούμε ότι ενδυναμώνουν τη θέλησή μας για ζωή, αφού μέσα από τις δυσκολίες αυτή νοηματοδοτείται.
Ο τρόπος, έτσι, που ως άτομα ή ως συλλογικότητες τα αντιμετωπίζουμε, κυρίως όμως επιχειρούμε να τα λύσουμε, προσδιορίζει την ποιότητά μας, το μέγεθος της προσωπικότητάς μας. Η αναπτυσσόμενη το τελευταίο διάστημα πολεμική ρητορική από την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αφορμή τον χρονίζοντα ρωσοουκρανικό πόλεμο και την, σύμφωνα με αυτή, ρωσική απειλή, θέτει ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα, όπως: είναι ο πόλεμος η απάντηση στα σημερινά αδιέξοδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Μπορούν ο επανεξοπλισμός και η ρητορική της πολεμικής προετοιμασίας να αποτελέσουν απάντηση στα βαθιά προβλήματα της Ευρώπης;
Ουσιαστικά, η Ρωσία αντιμετωπίζεται πλέον από αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως μια άμεση απειλή, με προεξάρχουσες τις χώρες που προέρχονται από το πάλαι ποτέ «ανατολικό μπλοκ». Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζει ως εάν για ένα μέρος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να θεωρούν ότι όλη αυτή η προετοιμασία για μια σύγκρουση με τη Ρωσία να αποτελεί και τον μοναδικό τρόπο ώστε η Ευρώπη να ξαναβρεί τη συνοχή και μια αίσθηση κοινού σκοπού, το απολεσθέν όραμά της, να πιστέψει ότι «βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας».
Τούτο δε σημαίνει ότι υποτιμούμε τη σημασία του πολέμου στην Ουκρανία, ούτε ότι παραβλέπουμε πως η Ρωσία πήρε την πρωτοβουλία μιας παράνομης εισβολής και πολεμικής επιχείρησης και ότι χρειαζόταν να απαντηθεί και από την Ευρώπη αυτό. Όμως, από την άλλη, η κρίση στην Ουκρανία έχει μεγαλύτερο βάθος – και ιστορικό και ουσίας- και δεν αφορά μονοδιάστατα την επιθετικότητα της Ρωσίας, καθώς και εσωτερικά προβλήματα υπήρχαν στην Ουκρανία και σημαντική μερίδα του πληθυσμού, ιδίως στα ανατολικά (ρωσόφωνοι ως επί το πλείστον), ήθελε καλύτερες σχέσεις με τη Ρωσία. Ευκαιρίες να λυθεί το ζήτημα με αυτονομία των ανατολικών περιοχών και εγγυήσεις ασφάλειας χάθηκαν. Η λογική- επιπόλαια και εσφαλμένη όπως αποδείχτηκε- ότι έπρεπε να ηττηθεί και να τιμωρηθεί με κάθε κόστος η Ρωσία, αντί να σταματήσει ο πόλεμος και ο βαρύς φόρος αίματος, οδήγησαν τη Δύση (άρα και την Ευρώπη) να χρηματοδοτεί (από ένα σημείο και μετά σε «τρύπιο πιθάρι») και να παρατείνει τον πόλεμο και την αιματοχυσία. Η Ρωσία σίγουρα πρέπει να πιεστεί να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο, τους όρους μιας ενδεχόμενης συνθήκης ειρήνης και βεβαίως να δώσει και αυτή εγγυήσεις ασφάλειας.
Ευθύνες για εγκλήματα πολέμου υφίστανται και οφείλουν να αναληφθούν και από τις δύο πλευρές, όπως βεβαίως και η συμβολή στο κόστος της ανοικοδόμησης θα πρέπει να είναι από κοινού. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι εκ των πραγμάτων οποιαδήποτε ειρήνη δεν μπορεί να έχει ως αφετηρία την επάνοδο στην πριν από το 2022 ή πριν από το 2014 κατάσταση. Υπάρχουν μη αντιστρέψιμα δεδομένα ως προς το εδαφικό και άρα οποιαδήποτε ειρήνη θα περάσει μέσα από έναν συμβιβασμό όπου θα αναγνωριστούν οι πραγματικές αλλαγές συνόρων ως πλευρά μιας συνολικής και με πάγια χαρακτηριστικά στην περιοχή ειρήνης. Σημαίνουν όλα αυτά ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να έχει αμυντική υποδομή ή να μην στηρίξει την αμυντική της βιομηχανία και να έχει αποτελεσματικότερες και συντονισμένες ένοπλες δυνάμεις; Κάθε άλλο. Στη διεθνή σκακιέρα το ειδικό βάρος ενός συνασπισμού ή ακόμη και μιας χώρας έχει να κάνει- εκτός των άλλων- και με τη στρατιωτική της ισχύ. Και η Ευρώπη για να είναι υπολογίσιμος πόλος πρέπει να έχει την ανάλογη ισχύ. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να σημαίνει μια πολεμοχαρή Ευρώπη. Μια Ευρώπη που επειδή δεν μπορεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη, να δει και να αναμετρηθεί με τα προβλήματά της, από τη στασιμότητα στην οικονομία και την πίεση στα δημοσιονομικά, μέχρι την αυξημένη ανασφάλεια των πολιτών και την άνοδο της ακροδεξιάς, αναζητά έναν εχθρό για να συσπειρωθεί.
Γιατί σε τελική ανάλυση η βασική απειλή για την Ευρώπη δεν είναι απ΄ έξω αλλά από μέσα, «εντός των τειχών»: από την απόσταση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους πολίτες, το βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα (σε μια ήπειρο που «γέννησε» το δημοκρατικό ιδεώδες και πρωτοστάτησε στην επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών), τα σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης και της διαφάνειας - αξιοκρατίας, την κρίση του κοινωνικού κράτους (δε μπορεί, για παράδειγμα, το 5% των Ευρωπαίων πολιτών να κατέχει τον μισό πλούτο της γηραιάς ηπείρου, φτωχοποιούμενο οσημέραι) την απουσία «υψηλού αναστήματος» πολιτικών ηγετών (ενός Μιττεράν ή ενός Βίλυ Μπράντ), την απουσία πραγματικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Όλα αυτά συνοψίζονται επιγραμματικά στην απουσία του αρχαιοελληνικού (σωκρατικού) «γνώθι σαυτόν», της αυτογνωσίας δηλαδή, κορυφαίας κατά κοινή παραδοχή αρετής. Η σημασία της οποίας είναι δεδομένη και σε ατομικό - προσωπικό επίπεδο, με την οποία, λόγω των περιορισμένων ορίων έκτασης μιας επιφυλλίδας, θα ασχοληθούμε στο αμέσως επόμενο επιφυλλιδικό μας σημείωμα.
ΥΓ: Επανερχόμαστε για άλλη μια σαιζόν στη γνωστή μας στήλη, με θερμές τις ευχές μας στους αναγνώστες της για Καλό Φθινόπωρο, με υγεία πρωτίστως και καλή (γόνιμη) θεματολογία.