ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Κάτω απ’ την κληματαριά…
Στο χωριό μου αλλά και σε όλα τα χωριά των Γιαννίνων όλα τα σπίτια είχανε στην πρόσοψή τους μεγάλες κληματαριές που τα καλοκαίρια όλες οι οικογένειες δροσίζονταν τα μεσημέρια με τη ζέστη την πολλή.
26 Σεπ 2025 • 08:05
SHARE
Στο χωριό μου αλλά και σε όλα τα χωριά των Γιαννίνων όλα τα σπίτια είχανε στην πρόσοψή τους μεγάλες κληματαριές που τα καλοκαίρια όλες οι οικογένειες δροσίζονταν τα μεσημέρια με τη ζέστη την πολλή.
Αλλά και τα βράδια μετά τον κάματο της ημέρας, μαζευόμασταν να φάμε έξω, κάτω απ’ το φεγγάρι, κι’ αν πίνανε μούστο οι μεγάλοι, άρχιζαν τα τραγούδια. Εμείς τα παιδιά κοιμόμασταν στις κρεβατίνες που τις λέγαμε κάτω απ’ την κληματαριά, τα μεσημέρια και τα βράδια και κοιτάζαμε πότε θα ωριμάσουν
τα τσαμπιά να τρυγήσουμε Θυμήθηκα τώρα την κληματαριά μας και έγραψα ένα ποιηματάκι:
Κάτω απ’ την κληματαριά, κρέμονται τα τσαμπιά
Άλλα κέρινα κι άλλα μαβιά να τα τρυγήσει η φαμελιά
Και μέχρι τα σταφύλια
θα ωριμάζουνε
Τα μεσημέρια στη σκιά τη δροσιά
της θα δοκιμάζουνε
Και θα περιμένει το μεθυστικό καρπό του αμπελιού
Όπως το ψωμί, το λάδι, το νερό …δώρο Θεού….
Κορυφαίες στιγμές κάποτε για πολλές αγροτικές περιοχές, οι μέρες του τρυγητού περνούν σήμερα σχεδόν απαρατήρητες. Παλιά, όπως διαβάζαμε στο Σχολείο για τον τρύγο, η συγκομιδή των σταφυλιών, γινόντουσαν με φωνές και τραγούδια, νταούλια και πίπιζες με σούστες και κάρα που, στολισμένα με λουλούδια και κλωνάρια, κατηφόριζαν τότε από τα Μεσόγεια προς την Αθήνα.
Απέραντοι αμπελώνες που εκτείνονταν σε χιλιάδες στρέμματα. Χωριατοπούλες, που βλέπαμε σε εικόνες, σκυμμένες κόβανε τα βαριά γινωμένα τσαμπιά και τα πετούσαν στα κοφίνια τους.
Τι δροσερά χρώματα, τι όμορφες αρμονίες, κόκκινα, κίτρινα μαύρα. Ροδίτης Σεβαστιανό, Ροζακί. Είχα την τύχη να τα προλάβω σαν φοιτητής. ’’Μοσχομυρίζει εδώ και μέρες το σύμπαν από μουστομυρωδιά, που τύφλα να’ χουν μπρός στο άρωμά της όλα τα αρώματα και οι καμουφλαρισμένες αηδίες της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας’’. (Τζόγες)
Οι εικόνες του τρύγου ξυπνούσαν την ερωτική διάθεση στους παλαιότερους λυρικούς ‘’ας φιλιούμασθε στα χείλια/ κι ας τρυγούμε τα σταφύλια’’ λαχταρά τον’’ Τρύγο του ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, κι ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μοιάζει να δικαιολογείται στον δικό του τον ‘’Τρύγο’’, για την ερωτική του αποκοτιά:’’ είσαν χείλια κι όχι κόκκινα σταφύλια’’… Ο Κώστας Κρυστάλλης στο ‘’Τραγούδι του τρυγητού’’ και σε διάθεση άλλη, περιμένει από το αμπέλι του το ‘’ πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο’’ να δώσει τ’ αθάνατο κρασί’’ για να κεράσει τον ξενιτεμένο του στον γυρισμό.
Άμπελος λέει ο αρχαίος μύθος, ήταν ένας σάτυρος, που νέος, ωραίος και δυνατός όπως ήταν, χαιρόταν να καλπάζει, καβάλα σ’ έναν άγριο ταύρο. Ώσπου το ζώο έριξε βίαια στη γη τον ευνοούμενο του Διονύσου και τον σκότωσε.
Ο Δίας τότε, με τη μεσολάβηση του Διόνυσου τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο φυτό. Ο μύθος ενέπνευσε πολλούς αρχαίους καλλιτέχνες, ιδίως αγγειογράφους. Σε αγγεία, στο Βρετανικό Μουσείο σήμερα, βλέπουμε τις παραστάσεις του Διόνυσου και του Αμπέλου τη στιγμή της μεταμόρφωσης.
Στη χριστιανική τέχνη και λατρεία η παρουσία της αμπέλου είναι συνήθως αλληγορική. Ο Νώε μετά τον κατακλυσμό ‘’εφύτευσε αμπελώνα, έπιεν εκ του οίνου, εμεθύσθη και εγυμνώθη εν τω οίκω αυτού’’: (Γένεση θ 20-21). Στους ναούς συναντάμε αμπέλια και σταφυλοφόρα κλήματα σε μαρμάρινα ή ξυλόγλυπτα τέμπλα και παραστάσεις με πτηνά που ‘’ραμφίζουν σταφυλές (Καπνικαρέα).
Στη λειτουργική γλώσσα και στους ύμνους η άμπελος συμβολίζει άλλοτε το χριστεπώνυμο πλήρωμα, τον Χριστό, τη Θεοτόκο, άλλα και τους νεόνυμφους στις ευχές του γάμου (‘’άμπελος ευκληματούσα’’). Στη Βοτανική, φυτό με ξεχωριστό δυναμισμό, το αμπέλι διατηρεί για πολλά χρόνια την παραγωγική του ικμάδα.
Και στη λογοτεχνία, επίσης, το κρασί και το αμπέλι έχουν θεματικά μερίδια:
‘’Διάβηκες καλοκαιράκι, σύρε στο καλό,
Μα εγώ την ευτυχία σ’ ένα τσαμπί τη βρήκα’’
(Γ. Γκοτζιούλας)
Στους πολιούς ρυθμούς, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης συνδέει στο ‘’Τραγουδάκι’’ του, φεγγάρι και κληματαριά με ένα παραθύρι:
Παίζει απόψε το φεγγάρι
Μέσα στη κληματαριά
Που ‘ναι να το πιείς, αλήθεια
Στο ποτήρι.
Κι όχι τόσο γιατί παίζει
Στην κληματαριά
Όσο γιατί φέγγει δίπλα
Σ’ ένα παραθύρι.
Ο Μάνος Ελευθερίου, στην ποιητική αλληγορία
του ‘’Αγρύπνια για το σκοτεινό τρυγόνι’’ συνομιλεί
με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη:
‘’Καθόταν η Φ ραγκογιαννού
Στο πεζουλάκι της αυλής
Και μπάλωνε τα ρούχα
Της φαμίλιας της
Κι απ’ την κληματαριά της
Χοντρές σταγόνες στο σκοτάδι σαν χαλάζι
Έριχνε ο ήλιος του μεσημεριού στη ποδιά της’’.