ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το ΟΧΙ στο διάλογο με τους Τούρκους…
Σε πέντε χρόνια (2030) το νεοελληνικό κράτος συμπληρώνει τα 200 χρόνια από την ίδρυσή του. Ας σκεφτούμε όλη αυτή την χρονική περίοδο σε τι διακυμάνσεις διέρχονται οι σχέσεις μας με τους Τούρκους. Συνεχώς απειλές και εχθρικές διακηρύξεις, αλλά και πόλεμοι με εισβολή στα ελληνικά εδάφη. Σπάνια υπήρξε διάθεση αληθινή εκ μέρους των Τούρκων για ειρηνικές σχέσεις και για διευθέτηση των διαφόρων ζητημάτων με ουσιαστικό διάλογο.
3 Οκτ 2025 • 07:42
SHARE
Σε πέντε χρόνια (2030) το νεοελληνικό κράτος συμπληρώνει τα 200 χρόνια από την ίδρυσή του. Ας σκεφτούμε όλη αυτή την χρονική περίοδο σε τι διακυμάνσεις διέρχονται οι σχέσεις μας με τους Τούρκους. Συνεχώς απειλές και εχθρικές διακηρύξεις, αλλά και πόλεμοι με εισβολή στα ελληνικά εδάφη. Σπάνια υπήρξε διάθεση αληθινή εκ μέρους των Τούρκων για ειρηνικές σχέσεις και για διευθέτηση των διαφόρων ζητημάτων με ουσιαστικό διάλογο.
Εξαιτίας αυτής της επιθετικής πολιτικής των Τούρκων η χώρα μας για χρόνια αναγκάζεται να ξοδεύει τεράστια ποσά για τις αμυντικές της ανάγκες και παραμελεί άλλα προβλήματα πολύ σοβαρά της κοινωνίας, όπως είναι η ασφάλεια, η υγεία, η παιδεία και τόσα άλλα. Έτσι, σήμερα έχουμε τις μεγαλύτερες δαπάνες, πλην της Τουρκίας, για εξοπλισμούς από όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ. Και να μη λησμονούμε ότι και οι δύο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, είμαστε μέλη του ΝΑΤΟ, κάτι που θεωρητικά σημαίνει αναγκαστική συμμαχία και φιλία!
Παρά ταύτα, η Ελλάδα απειλείται σήμερα από τον Ερντογάν, αφού συχνά λέει ότι «θα έρθει μια νύχτα» και για τριάντα χρόνια έχει ψηφισμένη απόφαση από το τούρκικο κοινοβούλιο το «casus belli», αν κρίνουν ότι η Ελλάδα αμφισβητεί τις επιδιώξεις τους.
Αυτή η κατάσταση μονίμως παρουσιάζει νέα προβλήματα και αναγκάζει την Ελλάδα συνεχώς να εξοπλίζεται και να μην μπορεί απερίσπαστα να ασχολείται με τα σοβαρά εσωτερικά μας ζητήματα.
Κάθε πρωτοβουλία της χώρας είτε στη θάλασσα είτε στα νησιά βρίσκει απέναντι την Τουρκία, η οποία κατά τρόπο προκλητικό και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου αμφισβητεί τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ο Ερντογάν συμπεριφέρεται σαν σουλτάνος και πιστεύει ότι μόνο αυτός έχει λόγο και δύναμη και ότι οι Έλληνες οφείλουν να υπακούν και να συμμορφώνονται με τις επιλογές του.
Βέβαια, η πολιτική της Τουρκίας δεν οφείλεται μονάχα στα κατάλοιπα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και στην εξυπηρέτηση μεγάλων συμφερόντων οικονομικών και γεωστρατηγικών της Αμερικής και της Ρωσίας. Επίσης σ’ αυτόν τον ανθελληνικό ψυχισμό συμβάλλει και το ισλαμικό στοιχείο το οποίο ο Ερντογάν το εκμεταλλεύεται ποικιλότροπα. Αυτός ο μεγαλοϊδεατισμός της Τουρκίας δύσκολα ελέγχεται, οπότε κάθε εφησυχασμός και αδράνεια αποτελεί σοβαρή απειλή για την Ελλάδα.
Τούτων δοθέντων, ποια πρέπει να είναι η στάση της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν; Για αρκετά χρόνια οι Ελληνικές κυβερνήσεις έχουν δείξει διάθεση για σχέσεις καλής γειτονίας, σεβασμό στα δικαιώματα του διεθνούς δικαίου και απέφυγαν κάθε πρόκληση. Αντίθετα πάντα αντιδρούν ψύχραιμα και δείχνουν ότι επιθυμούν τα «ήρεμα νερά». Έτσι πορευόμαστε ως τα σήμερα. Και το αποτέλεσμα είναι οι Τούρκοι όχι μόνο δεν εκτιμάνε την ειλικρινή μας διάθεση για σχέσεις ειρηνικές, αλλά συνεχώς παραβιάζουν κανόνες και αμφισβητούν κάθε εθνικό μας δικαίωμα. Και το χειρότερο, δεν υπολογίζουν ούτε το ΝΑΤΟ ούτε την Ε.Ε.
Επειδή δεν πρόκειται να συμμορφωθεί ο Ερντογάν, καθότι πατάει και σε δύο βάρκες, εκτιμώ πως η Ελλάδα θα πρέπει να αναθεωρήσει τη διαλεκτική πρακτική. Όλα δείχνουν ότι ο διάλογος δεν έχει νόημα, αφού οι Τούρκοι τον ερμηνεύουν ως υποχώρηση και συμβιβασμό. Άρα η κυβέρνηση να ξεκινήσει διάλογο με όλα τα κόμματα για τη διαμόρφωση μιας άλλης πρακτικής απέναντι στον Ερντογάν.
Ως απλοί πολίτες θεωρούμε βασική προϋπόθεση την ενίσχυση της αμυντικής προστασίας, την καλύτερη οργάνωση του στρατού. Και ως μέλος η Ελλάδα διεθνών οργανισμών, μπορεί και πρέπει να αξιοποιεί τη θέση της για να πείθει τους συμμάχους για τα δίκαιά μας και τις απειλές εκ μέρους της Τουρκίας. Οπωσδήποτε η συνεργασία με άλλες χώρες της Μεσογείου θα είναι χρήσιμη και για τα εθνικά μας ζητήματα.
Τέλος, το ΟΧΙ στον διάλογο να γίνει συνείδηση του λαού και να λειτουργεί ως προζύμι για ένα γνήσιο πατριωτικό φρόνημα.