ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Δύσκολα χρόνια που δεν είχαμε τίποτε και που τα είχαμε όλα…»

Διαβάζοντας το άρθρο της κας Ελένης Οικονομίδου-Δούβλη με τίτλο «Το Βιβλίο πήγαινε από χέρι σε χέρι», ένα άρθρο πραγματικά γροθιά στη σημερινή «Παιδεία» των παιδιών μας, που μου θύμισε αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια και δεν άντεξα στον πειρασμό να γράψω κι εγώ για τα δικά μου σχολικά χρόνια, γι’ αυτό και δανείστηκα για τίτλο του άρθρου την αποστροφή αυτή από το άρθρο της κας Δούβλη. Γράφει ο μπάρμπας μου ο Γρηγόρης τις αναμνήσεις του από τα δύσκολα εκείνα σχολικά του χρόνια στο υστερόγραφο του πονήματός του «Στα Μονοπάτια της ζωής μου»: «... Σ’ αυτές τις ανθρώπινες ιστορίες υπάρχουν πολλά ορθογραφικά λάθη. Και πώς να μην υπάρχουν; με τρία χρόνια δημοτικό σχολείο κι όχι ολοκληρωμένα χρόνια, από τρεις μήνες η κάθε χρονιά. Στα επτά μου χρόνια άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1941. Το κράτος διαλυμένο, σχολεία  κλειστά. 

14 Οκτ 2025 • 08:06
Διαβάζοντας το άρθρο της κας Ελένης Οικονομίδου-Δούβλη με τίτλο «Το Βιβλίο πήγαινε από χέρι σε χέρι», ένα άρθρο πραγματικά γροθιά στη σημερινή «Παιδεία» των παιδιών μας, που μου θύμισε αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια και δεν άντεξα στον πειρασμό να γράψω κι εγώ για τα δικά μου σχολικά χρόνια, γι’ αυτό και δανείστηκα για τίτλο του άρθρου την αποστροφή αυτή από το άρθρο της κας Δούβλη. Γράφει ο μπάρμπας μου ο Γρηγόρης τις αναμνήσεις του από τα δύσκολα εκείνα σχολικά του χρόνια στο υστερόγραφο του πονήματός του «Στα Μονοπάτια της ζωής μου»: «... Σ’ αυτές τις ανθρώπινες ιστορίες υπάρχουν πολλά ορθογραφικά λάθη. Και πώς να μην υπάρχουν; με τρία χρόνια δημοτικό σχολείο κι όχι ολοκληρωμένα χρόνια, από τρεις μήνες η κάθε χρονιά. Στα επτά μου χρόνια άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1941. Το κράτος διαλυμένο, σχολεία  κλειστά. 

Το 1944 φύγανε οι Γερμανοί και αφήσανε πίσω τους την κατάρα σε μας και στα αντάρτικα που χτυπούσαν τους Γερμανούς να τρώγονται αναμεταξύ τους. Τους Γερμανούς δεν τους ταΐζαμε, τώρα οι αντάρτες έπρεπε να τρώνε από εμάς.

Ήρθε ο πρώην δάσκαλος στο χωριό, χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι χωριανοί  και μας είπε ότι θα έκανε μάθημα, όχι διορισμένος από το κράτος, γιατί δεν υπήρχε, αλλά να τον πληρώνουμε εμείς.

Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σχολείο χωρίς βιβλία. Μας έγραφε ο δάσκαλος κάτι στον πίνακα, αλλά δεν υπήρχαν κιμωλίες. Μαζεύαμε σ’ ένα ρέμα ασβεστόπετρες και τις χρησιμοποιούσαμε για κιμωλίες, αλλά δεν φαινόταν τα γράμματα καθαρά.

Μολύβια δεν είχαμε και κλέβαμε ο ένας του άλλου, όποιος είχε και τα κλεμμένα  ξύναμε το χρώμα να μην γνωρίζονται αλλά και πού να γράψουμε; τετράδια δεν είχαμε, γράφαμε επάνω σε ότι χαρτιά λευκά βρίσκαμε και σε μαυρόπλακες.

Κάπου παρουσίαζε και κανένας μαθητής κάνα παλιό βιβλίο από τους παλιούς μαθητές. Εγώ είχα ένα της Δευτέρας Τάξης από την αδερφή μου που ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή μου. Οι άλλες αδελφές μου ήταν αγράμματες, δεν είχαν πάει σχολείο να βρω κι εγώ κάνα παλιό βιβλίο, αλλά κι αυτό που είχα το διάβαζα λίγες ώρες, γιατί μου έλεγε ο δάσκαλος να το δίνω και στα άλλα παιδιά. Από το σχολείο μας βγάλανε οι αντάρτες και κάναμε μάθημα στην εκκλησία.

Η πληρωμή του δασκάλου γινόταν με φαγώσιμα προϊόντα, από δύο οκάδες ο κάθε μαθητής του φέρναμε καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλια, πατάτες και ό,τι άλλο υπήρχε φαγώσιμο. Εμείς δεν είχαμε και μου έβαλε η μάνα μου σ’ ένα σακούλι δυο οκάδες καρύδια και τα πήγα στο δάσκαλο. Μόλις τα είδε γέλασε, αλλά ευχαριστήθηκε, γιατί έπιασαν τόπο.

Όταν τελείωναν τα φαγώσιμα σταματούσε και το σχολείο και πάλι από την αρχή. Περίπου τρεις μήνες το χρόνο γινόταν μαθήματα. Προχώρησα έως την Τετάρτη Δημοτικού και μετά πήγα στους μαστόρους για δουλειά να κουβαλάω λάσπη στην αρχή…».

TTT

Θα αναφέρω κι εγώ τις δικές μου αναμνήσεις από τα σχολικά μου χρόνια.Τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο χωριό μου, το Χαροκόπι, τότε πηγαίνοντας στο σχολείο όχι με πολλά βιβλία και με σάκες δερμάτινες, αλλά με το αναγνωστικό, τη μαυρόπλακα, το κοντύλι, το μολύβι, ένα δύο τετράδια, την πένα με το μελάνι στην αρχή και μετά στυλό bic. Τα φύλλα από τα  τετράδια ήταν κιτρινισμένα γιατί γράφοντας με τη μελάνι τη στεγνώναμε πάνω από τη λάμπα πετρελαίου.

To σχολείο είχε δύο αίθουσες, στη μία οι τρείς πρώτες τάξεις και στην άλλη οι άλλες τρείς και είχαμε δύο δασκάλους. Κάναμε μάθημα πρωί απόγευμα και το Σάββατο. Το πρωί  μας μοιράζανε σκονόγαλο σε τσίγκινες κούπες που είχαμε μαζί μας και ένα κομμάτι κίτρινο τυρί Ολλανδίας που θα μείνει αξέχαστο στην γενιά μου. Οι αίθουσες είχανε τον πίνακα την εικόνα του Χριστού το τραπέζι του δασκάλου και την περίφημη βίτσα. Επίσης εικόνες από τους ήρωες της  Επανάστασης του 1821. Την ξυλόσομπα στη μέση που τους χειμερινούς μήνες κάθε πρωί όλα τα παιδιά πηγαίναμε από ένα ξύλο για να ζεσταθούμε. Τις Κυριακές καθαροί, πλυμένοι και ντυμένοι πηγαίναμε στην εκκλησία και με τη σειρά κάθε Κυριακή και γιορτή λέγαμε το Πάτερ ημών κα το Πιστεύω. 

Τα παιδιά του χωριού που πηγαίναμε στα Γιάννινα στο Γυμνάσιο νοικιάζαμε κάπου στην Καλούτσιανη συνήθως, που ήταν πιο κοντά στα χωριά μας, που παρότι δεν είχαμε τους γονείς «πάνω απ’ το κεφάλι μας» ήμασταν επιμελείς μαθητές. Πόσοι από εμάς δεν πρόκοψαν κι έγιναν, Δικηγόροι, Δάσκαλοι, Γιατροί και επιτυχημένοι σε άλλα επαγγέλματα; 

Τα απογεύματα βρίσκαμε καταφύγιο για ζέστη (που στα νοικιαζόμενα δεν υπήρχε), κι αυτό το προσέφερε, το Κατηχητικό στην Καπλάνειο, που ήταν δίπλα από τα σχολεία Καπλάνειο κι Ελισσαβέτειο. 

Εκεί υπήρχε χώρος για κατηχητικό, διάβασμα και άλλες δραστηριότητες, παιχνιδιών. Κοντά στην Καπλάνειο ήταν και η Βιβλιοθήκη που την επισκεπτόμαστε να γράψουμε σχολικές εργασίες ή να δανειστούμε βιβλία. Για βοηθητικά σχολικά υπήρχε ο περίφημος Γελέκης στον Πλάτανο.

Αυτός είχε όλα τα βοηθητικά βιβλία. Εκεί λοιπόν σ’ αυτό το μαγαζί  με την πληθώρα των μεταχειρισμένων βοηθητικών βιβλίων και περιοδικών τα δάνειζε για μια δραχμή ολόκληρη την εβδομάδα, τα επιστρέφαμε παίρναμε τα χρήματα με παρακράτηση. Ο δανεισμός ήταν πιο φτηνός  ένα πενηνταράκι. Θυμάμαι μερικά παιδιά καθόντουσαν  απ’ έξω στο πεζοδρόμιο και  διαβάζανε ‘’αβλεπί’’ γιατί τους έκανε σκόντο. Ήταν λίγο τσιφούτης, ‘’γερολαδάς’’.

Δεν νομίζω να υπήρχε τότε μαθητής  που τα βαλάντιά μας ήταν   λειψά  αλλά και παιδιά που είχαν, να μην πέρασε από τον Γελέκη.  Αντί αυτό το  ‘’πνευματικό κέντρο’’ τότε για μας τα παιδιά, παλαιοβιβλιοπωλείο, μαγαζί – θρύλος, να διατηρηθεί, λειτουργεί ψητοπωλείο, αυτή είναι σήμερα  η πνευματική τροφή του  νεοέλληνα, δυστυχώς. 

Εκείνα τα παιδιά γίνανε πραγματικοί άνδρες, με ηθικές αρχές και αξίες. Μακάρι τα τρυφερά νιάτα μας να μπορούσαν να γαλουχηθούν και σήμερα διαβάζοντας  τέτοια περιοδικά  όπως  (Μικρός Ήρωας, Κλασσικά Εικονογραφημένα…) ηθοπλαστικά, πατριωτικά  και ηρωικά κείμενα. Το όφελος θα ήταν μεγάλο.

Σήμερα δυστυχώς το διαδίκτυο βλέπουμε που οδηγεί τη νεολαία μας: Δεκαπεντάχρονα να μαχαιρώνονται, να κυκλοφορούν κουκουλοφόροι, σαν τα ’’ινδάλματα’’ που προβάλλουν τα ΜΜΕ. Με τη μαύρη κουκούλα, το λοστό, το γκαζάκι, τις πέτρες, τα μολότοφ.

Να καίνε αυτοκίνητα, βιτρίνες, να καίνε την Ελληνική Σημαία. Και οι γονείς που είναι; Tα περισσότερα είναι παιδιά χωρισμένων ‘’γονιών’’, αλλά και άλλων κατά τα άλλα ‘’ευυπόληπτων’’ γονιών που τους δίνουν ανεξέλεγκτα τα κινητά και τα tablet για να μην τους ενοχλούν, αδιαφορώντας για τη μόρφωσή τους και βλέπουμε σήμερα τι παιδιά θα βγούνε στην κοινωνία αύριο. 

Πολλά παιδιά σήμερα είναι αγράμματα και για του λόγου του αληθές, μεθαύριο που γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου, ρωτώντας τα τι γιορτάζουμε, απαντάνε άλλα αντ’ άλλων και εμείς  γελάμε αντί να θλιβόμαστε. Αλλά και οι εκπαιδευτικοί να αναρωτηθούν, αν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Αλλά να πούμε και το άλλο, όταν ο εκπαιδευτικός κάνει παρατήρηση, θα εμφανιστεί ο γονέας και θα τον απειλήσει,  αντί να τον ευχαριστήσει. 

Πόσα παραδείγματα δασκάλων της εποχής της δικής μου που βλέποντας παιδιά που ‘’έπαιρναν’’ τα γράμματα, όπως έλεγαν τότε, καλούσαν τους γονείς και τους συμβούλευαν να συνεχίσουν τα παιδιά τους  τα γράμματα, γιατί ήταν κρίμα να σταματήσουν επειδή δεν είχαν να τα σπουδάσουν. Κι όμως η κάθε κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια αυτούς τους αγράμματους θα τους ανταμείψει σε θέσεις στο δημόσιο, αρκεί βέβαια να έχουν ψήφους.

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.