ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Δημοκρατία και Παιδεία…
Στην εποχή μας, ξεκάθαρα, ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης, σε μια διαφωτιστική του συνέντευξη —συμφωνώντας με διαπρεπείς Έλληνες επιστήμονες— θα επισημάνει πως αυτό, κατά κύριο λόγο, οφείλεται στο γεγονός ότι: «Η πολιτική ηγεσία του τόπου βρίσκεται σε μαύρα σκοτάδια από άποψη ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας και βαθύτερης ελληνικής παιδείας• αυτή δε είναι και η βασική αιτία για τη μόνιμη, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του ήθους που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του.
15 Οκτ 2025 • 08:27
SHARE
Στην εποχή μας, ξεκάθαρα, ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης, σε μια διαφωτιστική του συνέντευξη —συμφωνώντας με διαπρεπείς Έλληνες επιστήμονες— θα επισημάνει πως αυτό, κατά κύριο λόγο, οφείλεται στο γεγονός ότι: «Η πολιτική ηγεσία του τόπου βρίσκεται σε μαύρα σκοτάδια από άποψη ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας και βαθύτερης ελληνικής παιδείας• αυτή δε είναι και η βασική αιτία για τη μόνιμη, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του ήθους που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του.
Και όταν αυτή η ηγεσία αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας, είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί, είτε την αστική τάξη, είτε το προλεταριάτο, κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε και ενεργεί σαν να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν!
Και για να το πω με τρόπο γυμνό και πιο έντονα, ένας από τους κυριότερους παράγοντες των παρεκκλίσεων της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω προστατευτική κατεύθυνση• όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην προστατευτική πολιτική και στη δουλοπρέπεια. Όλα τα κακά που θα μπορούσα να καταγγείλω είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας».
«Όλα τα κακά», κατά τον Ελύτη, που μαστίζουν τον τόπο, οφείλονται στην «έλλειψη βαθύτερης ελληνικής παιδείας» που διακρίνει την πολιτική μας ηγεσία, με συνέπεια αυτή, στο βωμό της εξουσίας, να παραδίνεται στην «εκ του αφανούς και εκ των έξω προστατευτική κατεύθυνση», που ταυτίζεται, κατά τον ποιητή, με «τη δουλοπρέπεια» και «την παρέκκλιση από το ήθος του λαού μας».
Κάτω δε από αυτές τις συνθήκες, δεν διστάζουν οι πολιτικοί μας ηγέτες, αυτό το αυταρχικό σύστημα της διακυβέρνησης της χώρας, που ζήσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια, να το ονομάζουν, «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ», Δημοκρατία• «μ’ αυτά δε και μ’ αυτά —κατά τον Ελύτη— φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω ψευδοφάνεια, δηλαδή να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε».
Αυτή τη δραματική εικόνα της χώρας μας επιβεβαιώνει, με τις πρόσφατες δηλώσεις του, ο διαπρεπής Έλληνας επιστήμονας Γιάννης Ιωαννίδης στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, ο οποίος, χωρίς κανένα δισταγμό:
Ρίχνει καρφιά «στη φούσκα της ελληνικής πραγματικότητας», στέκεται απέναντι στη μετριοκρατία, κατηγορεί όποιον κλείνεται στο καβούκι του για να διαφυλάξει τη θέση του, εγκαλεί αυτόν που αρνείται να αναλάβει την ατομική του ευθύνη, απορρίπτει την παρωχημένη εδώ και χρόνια ανάγκη για ηγέτες ή οραματιστές και πιστεύει μόνο σε πολλούς σε αριθμό έντιμους πολίτες, επιστήμονες γνώστες, καλά πληροφορημένους».
Είναι ο άνθρωπος, παγκόσμια αναγνωρισμένος γιατρός επιστήμονας —λάτρης ταυτόχρονα της ποίησης και λογοτεχνίας, με έξι λογοτεχνικά βιβλία— που «δε βολεύεται στο περιβάλλον όπου προβάλλεται η μετριότητα για να επικαλύψει την αριστεία, όπου υπάρχουν πανεπιστημιακοί που θεωρούνται στην Ελλάδα φωστήρες, όμως διεθνώς είναι παντελώς άγνωστοι, υπάρχουν όμως πολλοί ήρωες που ποδοπατούνται από τους μέτριους.
Γιατί στην Ελλάδα αφήνουμε να βγουν στην επιφάνεια οι συνδικαλιστές, οι ποδοσφαιριστές, οι τραγουδιστές, και όχι οι πραγματικοί νέοι• έφυγε δε από την Ελλάδα για να αποφύγει τη γεροντοκρατία, όχι την ηλικιακή, αλλά την πνευματική. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πυκνή αναφορικότητα πολιτισμού, αλλά ποτέ δεν επενδύσαμε σε ό,τι αξίζει». Και καταλήγει: «Αν η χώρα μπορούσε να αξιοποιήσει στοιχειωδώς το δυναμικό της —επιστημονικό και πολιτικό— θα ήταν μια από τις 4 - 5 υπερδυνάμεις του πλανήτη».
Και επειδή, κατά το βαθυστόχαστο λαό μας, «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι», με πολιτικούς ηγέτες «βυθισμένους στο βαθύ σκοτάδι της έλλειψης πνευματικής καλλιέργειας και ελληνικής παιδείας», δεν υπάρχει ελπίδα να βγούμε από το αδιέξοδο, αν δεν απαλλαγούμε από αυτούς.
Δημοκρατία χωρίς παιδεία δεν μπορεί να υπάρξει• τελευταίος πολιτικός ηγέτης με την εγνωσμένη πνευματική του καλλιέργεια και με το γνωστό πάθος για την παιδεία υπήρξε ο Γεώργιος Παπανδρέου• γι’ αυτό προσδιόρισε την έννοια και το χρέος της Δημοκρατίας, με τούτες τις επιγραμματικές φράσεις: «Η Δημοκρατία τότε μόνον είναι πραγματική, όταν η Παιδεία είναι κτήμα του λαού και όχι προνόμιο του πλούτου• μόνον τότε υπάρχει αληθής δικαίωσις της Δημοκρατίας, όταν, δια της αναδείξεως των αρίστων εκ των κόλπων της, γίνη αληθής αριστοκρατία. Όταν οι άριστοι ηγούνται του λαού».
Τρεις τέτοιες περιπτώσεις παρουσιάστηκαν στη νεότερη Ελληνική Ιστορία. Περίπτωση πρώτη, ο Ιωάννης Καποδίστριας: αυτόν τον δολοφονήσαμε. Οι δολοφόνοι στο πρόσωπό του πυροβόλησαν την ευρωπαϊκή προοπτική της ερειπωμένης Ελλάδας, την οποία καταδίκασαν να μείνει στην άθλια μοίρα των κοτζαμπάσηδων, των κομματαρχών και των ανομολόγητων συμφερόντων.
Δεύτερη περίπτωση, ο Χαρίλαος Τρικούπης: φορέας του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος, με σκληρούς αγώνες για τη συμμόρφωση του πολιτεύματος στους θεσμούς του γνήσιου κοινοβουλευτισμού, επιχείρησε να θέσει τα θεμέλια του εκσυγχρονισμού του Ελληνικού Κράτους. Αυτόν δεν τον βγάλαμε ούτε βουλευτή και στη θέση του βγάλαμε τον άσημο Γουλιμή• γέμισε από τότε, με μικρά διαλείμματα, η πολιτική ζωή από Γουλιμήδες, που κυριαρχούν μέχρι σήμερα.
Τρίτη περίπτωση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος: η ισχυρή βούλησή του, σε συνάρτηση με τη δημιουργική του φιλοδοξία —γνωρίσματα που πήγαζαν απ’ το γεγονός ότι και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι, ήταν προικισμένος με σπάνια πνευματικά χαρίσματα— τον ανάδειξαν δημιουργό της Ελλάδας των πέντε θαλασσών και των δύο Ηπείρων και τον καθιέρωσαν ως τον τελευταίο πολιτικό φορέα της εθνικής μας συνείδησης. Και εμείς πώς τον αντιμετωπίσαμε; Εναντίον του επιχειρήσαμε δύο δολοφονικές απόπειρες. Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου παράξενο το γεγονός ότι φτάσαμε στο σημερινό κατάντημα.
Και για να μείνουμε στα τελευταία είκοσι χρόνια, είχαμε πολιτικούς ηγέτες βουτηγμένους στη μετριότητα• ανθρώπους, κατά δική τους ομολογία ανορθόγραφους —άρα αγράμματους και με έλλειψη στοιχειώδους ελληνικής παιδείας• ανθρώπους ανιστόρητους και ανελλήνιστους, που, με επίσημες και δεσμευτικές συμφωνίες, χάριζαν τη μακεδονική γλώσσα και εθνικότητα σε Σλάβους γείτονες, που οι ίδιοι δήλωναν ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τη Μακεδονία, με τη γλώσσα της και με τον Αλέξανδρο, με «την θαυμάσια πανελλήνια εκστρατεία, με την κοινή ελληνική λαλιά, που άλλη δεν δοξάστηκε καμιά», κατά τον Καβάφη, από την οποία «βγήκαμ’ εμείς, ελληνικός καινούριος κόσμος μέγας».
Και οι άνθρωποι αυτοί, «με ψυχολογική —και πολιτική— στάση, που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια», αφού ξεπούλησαν τον τόπο και διέλυσαν τα κόμματά τους, μέσα από τα οποία κατέλαβαν την εξουσία, φιλοδοξούν να παραμείνουν ή να επανέλθουν στο πολιτικό προσκήνιο, για να ολοκληρώσουν, «ως σωτήρες», το ολέθριο έργο τους• αγνοούν την πασίγνωστη και κοινά αποδεκτή άποψη του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία: «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα».
Την τραγωδία τη ζήσαμε και τη ζούμε• τη φάρσα, όσο κι αν την επιθυμούν, είναι δύσκολο -και δεν πρέπει— να την υποστούμε. Η λύση για να βγούμε από το αδιέξοδο υπάρχει και σε παρόμοιες καταστάσεις, σαν τη σημερινή, έχει δοθεί. Και αυτήν πρέπει να ακολουθήσουμε.