Σε κλίμα έντονης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής παραμένει η Αλβανία, με τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις να συνεχίζονται στην γειτονική χώρα. Το Σάββατο σημειώθηκαν νέα σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών δυνάμεων.
Οι φοιτητές, που βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» των κινητοποιήσεων, επιμένουν στο αίτημα παραίτησης του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, απορρίπτοντας τις προσκλήσεις του για διάλογο. Παράλληλα, διαχωρίζουν τη θέση τους από το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα, ξεκαθαρίζοντας ότι οι διαμαρτυρίες τους δεν έχουν κομματικό χαρακτήρα.
Στο «κόκκινο» η ένταση!
Το Σάββατο η ένταση εκδηλώθηκε από νωρίς έξω από το Υπουργείο Παιδείας, όπου συγκεντρώθηκαν οι διαδηλωτές. Ομάδες κουκουλοφόρων πυρπόλησαν κάδους απορριμμάτων, άναψαν καπνογόνα και επιτέθηκαν με πέτρες και σφεντόνες εναντίον αστυνομικών, οι οποίοι απάντησαν με αντλίες νερού.
Στη συνέχεια τα επεισόδια κλιμακώθηκαν, με ρίψεις βομβών μολότοφ εναντίον αστυνομικών οχημάτων και χρήση δακρυγόνων από την αστυνομία. Νέες συγκρούσεις σημειώθηκαν αργότερα έξω από το πρωθυπουργικό γραφείο, ενώ ισχυρές δυνάμεις αναπτύχθηκαν και στο υπουργείο Εσωτερικών.
Σύμφωνα με αλβανικά μέσα ενημέρωσης, περισσότεροι από 2.000 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα.
Την ίδια ώρα, το Δημοκρατικό Κόμμα πραγματοποίησε ξεχωριστό συλλαλητήριο συμπαράστασης, ωστόσο οι φοιτητές αρνήθηκαν να συμπράξουν με την αντιπολίτευση, τονίζοντας ότι ο αγώνας τους ανήκει στους πολίτες και όχι στα κόμματα.
Ανησυχία στη Β. Ήπειρο
Η παρατεταμένη αναταραχή εντείνει την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα στην Αλβανία, με τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις να προκαλούν προβληματισμό και στις περιοχές όπου ζει η ελληνική μειονότητα.
Ο όπου γης Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός παρακολουθεί με ανησυχία τις εξελίξεις, καθώς η απουσία προοπτικής εκτόνωσης, δημιουργεί φόβους για περαιτέρω αποσταθεροποίηση.
Πάντως, μετά την ένταση στα Τίρανα, το κύμα φυγής Βορειοηπειρωτών, αλλά και Αλβανών εντείνεται.
Το ερώτημα βέβαια που απασχολεί όλους στην Αλβανία είναι εάν θα υπάρξει πολιτική διέξοδος ή εάν η αντιπαράθεση θα παραταθεί, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το «πολεμικό» κλίμα στη γειτονική χώρα.