• Έντεκα χρόνια μετά την κατάργησή του επανήλθε η διάταξη για την επιβολή δασικού φόρου στα δασικά προϊόντα! Με τον τρόπο αυτό στην πραγματικότητα τα δασικά προϊόντα είναι τα μόνα μεταξύ των αγροτικών προϊόντων που υπόκεινται σε διπλή φορολογία, καθώς εκτός του νέου φόρου, ισχύει και ο Φ.Π.Α..
Η επιβολή του δασικού φόρου προκαλεί σοβαρά προβλήματα επιβίωσης στους δασεργάτες αλλά και επιβαρύνει τους καταναλωτές αφού ο φόρος στην πράξη θα μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων.
Το θέμα που προέκυψε συναντά τις έντονες αντιδράσεις των δασεργατών, ενώ ομόφωνη απόφαση εξέδωσε το Δημοτικό Συμβούλιο Ζαγορίου, με την οποία εκφράζεται η διαφωνία του για την επαναφορά του δασικού φόρου που, όπως υπογραμμίζει, προσθέτει ένα επιπλέον σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στα ήδη υπάρχοντα σε μια μεγάλη ομάδα δημοτών του Ζαγορίου, των οποίων η κύρια απασχόληση έχει σχέση με τη δασοκομία και συναινεί στο δίκαιο αίτημά τους για άμεση κατάργηση αυτής της άδικης διάταξης του Ν. 4280/2014.
Το Υπουργείο ΠΕΚΑ, έχει γίνει αποδέκτης πολλών διαμαρτυριών και σύμφωνα με ανεπίσημες διαβεβαιώσεις που έχουν δοθεί, σχεδιάζει να προχωρήσει σε ρύθμιση που θα καταργεί την επαναφορά του δασικού φόρου. Ωστόσο μέχρι τότε οι Δασικοί Συνεταιρισμοί είναι υποχρεωμένοι να κινούνται σύμφωνα με την διάταξη που επαναφέρει το δασικό φόρο. Μάλιστα ο Δήμος Ζαγορίου αναφέρει ότι η Γενική Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου- Δυτικής Μακεδονίας Β. Ευταξά με απόφασή που υπέγραψε τον προηγούμενο μήνα δίνει εντολή όπως:
α) ο δημόσιος δασικός φόρος να καταβάλλεται στο τέλος του διαχειριστικού έτους και το βραδύτερο εντός του πρώτου επομένου μηνός και
β) για όλα τα δασικά προϊόντα ο Δασικός Συνεταιρισμός υποχρεούται να προσκομίσει εγγυητική επιστολή μιας από τις αναγνωρισμένες τράπεζες στην Ελλάδα για χρηματικό ποσό ίσον προς το ποσό του οφειλόμενου φόρου των αδειών υλοτομίας, με την οποία διευκολύνει προσωρινά τους Δασικούς Συνεταιρισμούς μέχρι το Υ.ΠΕ.Κ.Α. να προχωρήσει στη ρύθμιση που καταργεί την επαναφορά του δασικού φόρου όπως έχει αφήσει να εννοηθεί.
Ο Δήμος Ζαγορίου σημειώνει επίσης ότι η διάταξη γα το δασικό φόρο είχε καταργηθεί το 2003, με την αιτιολογία ότι τα δασικά προϊόντα ήταν τα μόνα αγροτικά που υπόκεινται σε διπλή φορολογία, με συνέπεια να αντιμετωπίζουν πρόβλημα διάθεσης στον ανταγωνισμό που διαμορφωνόταν στην αγορά. Έκτοτε η αγορά έγινε ακόμη πιο δύσκολη, ο ανταγωνισμός πολύ πιο έντονος και κάθε πρόσθετη φορολόγηση να καθιστά προβληματική τη διάθεση των δασικών προϊόντων.
Ο δημόσιος δασικός φόρος ήταν ένα «δικαίωμα» του Δημοσίου που εισέπραττε φόρο ως ποσοστό επί των τιμών του Πίνακα Διατίμησης Δασικών Προϊόντων του εκάστοτε έτους για τα δασικά προϊόντα από μη δημόσια δάση. Το ποσοστό αυτό κυμαίνονταν από 10% έως 14% ανάλογα με το είδος του δασικού προϊόντος (τεχνική ξυλεία, καυσόξυλα, κλπ.)