ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Το κάρο, ένα μεταφορικό μέσο διαδεδομένο στα παλιά Γιάννενα

11 Απρ 2015 • 07:57
Το κάρο, ένα μεταφορικό μέσο διαδεδομένο στα παλιά Γιάννενα

• Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήταν αυτά του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού. Όλα, χάθηκαν, με τον καιρό, στα Γιάννινα. Η βιομηχανική ανάπτυξη τα εξαφάνισε!
Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εκτός από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τζουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός κι αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς. Υπήρχαν και τέτοιοι αλλά πολύ λίγοι. Στην περίπτωση αυτή ο καροποιός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά εξαρτήματα.

Χρήσιμο το κάρο  
Στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και όχι μόνο το κάρο ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο –και απόλυτα απαραίτητο– για τη μεταφορά των προϊόντων των γεωργοκτηνοτρόφων.
Μετά την κατασκευή των κάρων, οι καροποιοί τα έβαφαν και με διάφορα χρώματα και ζωγράφιζαν κάποτε και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους. Προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις (χαμάλα) ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.
Τα καροποιεία, εκείνη την εποχή, δούλευαν πολύ, γιατί, οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήταν μεγάλες. Το καλοκαίρι υπήρχε και… λίστα αναμονής.

Πώς κατασκεύαζαν…
Πώς όμως κατασκεύαζαν το κάρο; Τη μέθοδο, μας εξηγεί ο Νικήτας Γεωργίου, που την εποχή εκείνη ήταν μικρός «κάλφας» και αργότερα τεχνίτης στο καροποιείο της Καλούτσιανης.
Ξεκινούσαν, όπως λέει, πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο (τη χαμάλα) οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα (χρησιμεύουν ως τιμόνι). Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί της Καλούτσιανης. Τα έπαιρναν από έμπειρους εισαγωγείς των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Μετά, όμως, έμαθαν και τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι.
Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, και οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά άφηναν ίσιες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονται ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονται κι αυτές η μία μέσα στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες τις κατασκευάζει ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρι επάνω στο κούτσουρο. Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου, που έπρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, το οποίο στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.
Έφτιαχναν τη ρόδα
Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά, ώστε να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο - τρεις άνδρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα. Εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να «καθίσει» στο ξύλο το οποίο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά.
Όταν το ταμπάνι «καθίσει» πιάνει τη ρόδα από τις ακτίνες της ένας άνδρας και μέσα σε καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο τη «σβήνει» μέσα σε λάκο με νερό εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο «τσιτσιρίζει» δυνατά αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στην διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες. Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουρίας. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονται σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες. Τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου, που ευκόλυνε την κίνηση χωρίς τριγμούς και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη που στην κάτω πλευρά της είχε αυλάκια, για να «κάθεται» πάνω στον άξονα και να «δένει» μαζί του με λάμπες σιδερένιες και με βίδες. Επάνω σ’ αυτή τη βάση υπήρχαν κάθετα «γιαστάκια» αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα, με τις μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μια τρύπα, την «καβίλια» για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά. Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά.

Τιμόνι – κάσα
Μπροστά είχε το τιμόνι που με την «ζεύλα» ενώνεται με τον ζυγό που τον έσερναν τα ζώα (άλογα ή μουλάρια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά. Στηρίζονται στα «γιαστάκια», αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τα μεταφερόμενα προϊόντα του γεωργού και κτηνοτρόφου.
Κάρο, αθάνατο μεταφορικό μέσο από τα αρχαιότερα χρόνια. Κάρο ετεροκίνητο που σ’ έσερναν τα ζώα, πέθανες πια! Σε νίκησαν οι μηχανές, οι «ίπποι» στα αυτοκίνητα οχήματα!     

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.