ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ»

4 Νοέ 2017 • 07:28
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ»

Πώς ο Βαρώνος Μιχαήλ Τοσίτσας με τον Ευάγγελο Αβέρωφ – Τοσίτσα έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ραγδαία ανάπτυξή του
• Πέρασαν 83 χρόνια (ήταν Νοέμβριος του 1934) αφ’ ότου μια συνάντηση 20 Μετσοβιτών στην Αθήνα, παρουσία του ευπατρίδη πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ, έμελλε να βάλει τα θεμέλια για να καταστεί το Μέτσοβο, αυτή η γραφική κωμόπολη του Νομού Ιωαννίνων, πρότυπο ορεινής ανάπτυξης.
Πώς συνέβη αυτό; Ο αείμνηστος λογοτέχνης – πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, εκδότης, χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων Κωστής Μπαστιάς, σε δοκίμιό του με τίτλο «Το Χρονικό του Μετσόβου» (1956), περιγράφει την ιστορία δυο ανθρώπων, του Βαρώνου Μιχ. Τοσίτσα και του Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη του Μετσόβου.
Το ιστορικό αφιέρωμα αναδημοσιεύει σήμερα ο «Π.Λ.», διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής...

* * *

Ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1934, στην οδόν Απελλού 4, συγκεντρωθήκανε είκοσι άνθρωποι.
Στον τόπο μας, όταν μαζεύωνται είκοσι άντρες σε κλειστό χώρο, το θέμα που τους απασχολεί είναι κατά κανόνα πολιτικό.
Κι όμως αυτή η συγκέντρωση αποτελούσε μια εξαίρεση. Τους είκοσι αυτούς ανθρώπους δεν τους απασχολούσε ούτε η πολιτική, ούτε η οικονομία, ούτε καμία ιδεολογία, από τις γνωστές που φανατίζουν τους ανθρώπους του καιρού μας.
Τους απασχολούσε το Μέτσοβο!
Τους απασχολούσε, δηλαδή, ένα ορεινό χωριό της Δυτικής Ηπείρου.
Μετσοβίτες ήταν οι άνθρωποι που συνεδριάζανε κείνο το βράδυ και η αγάπη τους για το χωριό που τους γέννησε δεν ήταν φαινόμενο αφύσικο ή ασυνήθιστο.
Ωστόσο, η έγνοια και η λαχτάρα των Μετσοβιτών για το Μέτσοβο ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια του πατριωτισμού και παίρνει τη διάσταση της μεγάλης πίστης.
Το Μέτσοβο έπρεπε να σωθή. Δεν έπρεπε να καταντήση το παραμελημένο χωριό, που το σιγοτρώει το σαράκι της φθοράς. Πολιτιστικός ήταν ο σκοπός των Μετσοβιτών, που συναχτήκαν κι όχι ρομαντικός. Ο εξωραϊσμός του Μετσόβου δεν ήταν απλή αισθητική επιδίωξη. Ήτανε πράξη προωρισμένη ν’ αξιοποιήση το χωριό, ώστε, διατηρώντας τα γραφικά εξωτερικά του γνωρίσματα, να στερεώση τις δυνατότητες να ζήση τους ανθρώπους του, για να μην αναγκαστούνε να ξεριζωθούνε και σιγά-σιγά το Μέτσοβο να ξεπέση σε απλό θέρετρο κτηνοτρόφων.
Έπρεπε ο εξωραϊσμός, η διατήρηση της παλιάς ιστορικής και γραφικής μορφής να είναι ταυτόχρονα σκοπός και μέσο, ώστε το Μέτσοβο να ξαναζωνταντέψη…
Αυτός ο όμιλος, λοιπόν, των Μετσοβιτών διαπίστωσε πώς χρειάζεται ένα εκατομμύριο για να χτίση στο Μέτσοβο Τουριστικό Περίπτερο και περισσότερο για να κάνη άλλα έργα, που υπαγόρευε η μελλοντική αποπεράτωση του δρόμου Καλαμπάκας – Ιωαννίνων.
Αυτά ήτανε τα σχέδια των είκοσι ανθρώπων που, το Νοέμβρη του 1934, συνάχτηκαν σ’ ένα γραφείο της οδού Απελλού 4, στον τέταρτο όροφο ενός μεγάλου κτιρίου, που… αγοράσθηκε τελευταία από το Ίδρυμα Τοσίτσα.
Δεν αρκούσε όμως ένα ωραίο και σπουδαίο σχέδιο για να λύση το πρόβλημα. Χρειαζότανε χρήματα. Και χρήματα πολλά.
Πού να βρεθούνε όμως τόσα χρήματα; Ποιός να τα δώση;
Πού και πώς θα βρισκότανε αυτό το ένα και τόσο χρειαζούμενο εκατομμύριο δραχμές, αφού ο έρανος που κάνανε δεν κατάφερε να συγκεντρώση παρά μονάχα 55.000 δραχμές; Ποιοί θα δίνανε τα τόσα πολλά που λείπανε;
Ποιοί άλλοι από τους Μετσοβίτες;
Οι Μετσοβίτες είναι μια μικρή κοινότητα ανθρώπων, με μεγάλη παράδοση δωρητών. Ο μεγάλος ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ ήτανε Μετσοβίτης.
Οι Μιχαήλ Τοσίτσας κι ο Νικόλαος Στουρνάρας, που χτίσανε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ήτανε Μετσοβίτες. Ο Δημήτριος Ζαμάνης, που διάθεσε ολάκαιρη την περιουσία του για τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, ήτανε Μετσοβίτης!
Ολόκληρη πλειάδα εθνικών ευεργετών -45 εν όλω- αγίων της Ορθοδοξίας, εθνικών ηρώων, πνευματικών αναστημάτων είναι κείνο που πρόσφερε στο γένος το Μέτσοβο.
Δεν είναι λοιπόν ένα χωριό το Μέτσοβο, αλλά κάτι πολύ σπουδαιότερο και πλατύτερο. Είναι μια ακρόπολη Ελληνικότητας. Μια κιβωτός παράδοσης, πάνω στο πιο επικίνδυνο σταυροδρόμι, όπου διασταυρώνονταν τα πιο ανθελληνικά ρεύματα.
Η διατήρηση μιας ακρόπολης Ελληνικότητας, όχι φυσικά σε στάθμη μουσειακή, αλλά σε στάθμη ζωής, που συνεχίζει τη δημιουργική οδοιπορία της, αυτή ήταν η επιδίωξη.
Όταν λοιπόν αναζητήθηκαν τα ονόματα κείνων που θα δίνανε χρήματα, το μετσοβίτικο αρχοντολόγι μνημονεύτηκε από τα πρώτα.
Ο Αβέρωφ, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ήτανε ένας απ’ τους είκοσι που συνεδριάζανε.
Οι Τοσίτσες όμως;
Αυτοί είχανε από δεκαετηρίδες εκπατριστή. Κι όμως έπρεπε να βρεθούνε.
Κ’ έπρεπε η έκκληση της επιτροπής να φτάση και σ’ αυτούς, καθώς θα στελνότανε σ’ όλους τους άλλους, και να δονήση τις χορδές της ψυχής τους.
Το μόνο που αβέβαια γνώριζε ένα μέλος της επιτροπής ήταν πως οι επιζώντες απόγονοι των Τοσίτσα μένανε στο Παρίσι. Σε ποια διεύθυνση όμως; Αυτό ήταν άγνωστο.
Έτσι ανάλαβε ο Ευάγγελος Αβέρωφ τη φροντίδα να ερευνήση.
Η προσπάθεια λογαριάστηκε μερικού χαρακτήρα που μετά χρόνια όμως φανερώθηκε η πιο φωτεινή έμπνευση των Μετσοβιτών που λαχταρούσαν να σώσουν και να ξαναζωντανέψουν το Μέτσοβο.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε δυο πράματα ν’ αναζητήση: Τη γενεαλογία των επιζώντων Τοσίτσα, πόσοι ήταν και ποια ήταν η σωστή διεύθυνσή τους. Συγγενείς του είχαν άλλοτε σχετισθή μαζί τους στο Παρίσι και ανεύθυνες πληροφορίες λέγανε πως μένανε εκεί. Αλλά πού; Πώς να το βρη; Σκέφτηκε τον απλούστερο τρόπο.
Πήγε στη γαλλική πρεσβεία και ζήτησε να ρίξη μια ματιά στον τηλεφωνικό κατάλογο του Παρισιού. Εκεί ανακάλυψε τρία ονόματα Τοσίτσα.
1. Μια βαρώνη Τοσίτσα,
2. Ένα βαρώνο Κωνσταντίνο Τοσίτσα και
3. Έναν άλλο βαρώνο Μιχαήλ Τοσίτσα.
Γράψανε λοιπόν μια έκκληση γαλλικά και την ταχυδρομήσανε και στις τρεις διευθύνσεις στο Παρίσι.
Έτσι το ένα μέρος της εντολής που δόθηκε στον Ευάγγελο Αβέρωφ είχε εκτελεστή κι όλοι περιμένανε την απάντηση στην έκκληση των είκοσι.
Η οικογένεια Τοσίτσα
Περιμένανε όμως αρκετά. Οι επίγονοι των Τοσίτσα δεν ήτανε διόλου βιαστικοί.
Η βαρώνη Τοσίτσα δεν απάντησε στην έκκληση. Την έλαβε; Αγνόησε κι αυτήν και κείνους που την είχαν υπογράψει; ή δεν έφτασε καν στα χέρια της; Ερωτηματικά που μείνανε αναπάντητα.
Ο βαρώνος Κωνσταντίνος Τοσίτσας γύρισε πίσω την έκκληση με μια κάρτα του που έγραφε: «Πληροφορώ αυτούς τους κυρίους ότι δεν έχω καμμιά σχέση με το Μέτσοβο και την Ελλάδα». Έτσι, με προσβλητική περιφρόνηση, έκλεισε ερμητικά την θύρα του στην επιτροπή.
Απόμενε έτσι μόνος που δεν είχε στείλει απάντηση ο βαρώνος Μιχαήλ Τοσίτσας.
Και μολονότι δεν μπορούσαν ν’ αποκλείσουνε κάποιο φως από την πλευρά του Μιχαήλ Τοσίτσα, ο τρόπος που ο βαρώνος Κωνσταντίνος Τοσίτσας είχε αντιδράσει στην έκκληση της επιτροπής των Μετσοβιτών, αποτελούσε κακόν οιωνό από την πλευρά Τοσίτσα.
Αλλά γιατί απάντησε έτσι ο Κωνσταντίνος Τοσίτσας; Γιατί αυτή η πικρόχολη αντίδραση ενός μετσοβίτικου γόνου σε μια τέτοιαν έκκληση Μετσοβιτών; Υπάρχει ένα γιατί, μια αιτία στη στάση αυτή ενός γόνου του Μετσόβου.
Παράδοση 300 χρόνων
Για να συλλάβει όμως κανείς αυτή την αιτία σ’ όλη της την πληρότητα, χρειάζεται να κάνει τη γνωριμία των Τοσιτσαίων, αυτής της φαμίλιας που ξεκίνησε από τσοπαναραίους κι έφτασε στον πλούτο και υψώθηκε στην βαρωνία.
Ζωντανή παράδοση μας γυρίζει ακριβώς 300 χρόνια πίσω.
Ο Θεόδωρος Τοσίτσας φέρεται επικεφαλής κάποιας επανάστασης στην Ήπειρο του 17ου αιώνα και καταφεύγει στην Κρήτη, όπου πάλι αργότερα φέρεται επικεφαλής επανάστασης.
Στα 1659 ξαναγυρίζει στο Μέτσοβο, όπου κείνο το χρόνο είχαν δοθή μεγάλα σουλτανικά προνόμια, που το σπουδαιότερο απ’ όλα ήταν το ακαταδίωχτο.
Ο θρύλος που έχει περισωθή παρουσιάζει τον Θεόδωρο Τοσίτσα ευκατάστατο, παρ’ όλες τις επαναστατικές περιπέτειες και τους διωγμούς. Πώς όμως κατάφερε να φτάση στην οικονομική άνεση είναι άγνωστο.
Το μόνο που περισώνεται γι’ αυτόν είναι ο τραγικός του θάνατος. Πέθανε στη φυλακή, στα Γιάννενα, όπου αναγκάστηκε να πάη «Ινγκόγνιτο», αναζητώντας θεραπεία στα πολλά βάσανά του: Αρκετά ηλικιωμένος πια «βγήκε κυνήγι στης Πολιτσάς τα Πέντε Αλώνια» και έτσι –συνεχίζει η παράδοση- τον πήρε στα κέρατά του ένα μεγάλο ελάφι που, αφού έτρεξε επί αρκετή ώρα, τον άφησε κάπου με πολλά σπασμένα κόκκαλα!..
Από τότε η οικογένεια Τοσίτσα κινιέται μεταξύ φτώχειας και πλούτου. Πότε προς τ’ απάνω και πότε προς τα κάτω.
Φαίνεται όμως πως ούτε ο πλούτος στάθηκε σπουδαίος, ούτε η φτώχεια αβάσταχτη. Κι η γνώμη πως ο πλούτος, κατά τον δέκατον όγδοο αιώνα, δεν ήταν σπουδαίος στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ της οικονομικής άνεσης σε διάφορες περιόδους αυτού του αιώνα προς την οικονομική ακμή που παρουσιάζουνε οι Τοσίτσα κατά το πρώτο μισό του δεκάτου ένατου αιώνα (1800-1850).
Ο τελευταίος απόγονος της οικογενείας Τοσίτα κατά τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα, που παρουσιάζει μέτρια οικονομική άνεση, είναι ο Αναστάσιος Τοσίτσας.
Οι τέσσερις όμως γιοί του Αναστασίου Τοσίτσα, ο Μιχαήλ, ο Θεόδωρος, ο Νικόλος και ο Κωνσταντίνος, είναι κείνοι που θεμελιώσανε την μεγάλη οικονομική φήμη των Τοσίτσα.
Κι όχι εύκολα. Αντιπαλέσανε και προς εξωτερικά εμπόδια και προς εσωτερικά. Εμπόδια που έσπερνε στο δρόμο τους ο φυσικός εμπορικός ανταγωνισμός, εμπόδια που ορθώνανε οι χαλεποί καιροί της δουλείας και η πειρατεία στις θάλασσες, που ήταν ο εφιάλτης του εμπορίου, και εμπόδια που σπέρνουνε στο δρόμο του ανθρώπου οι ίδιες του οι αδυναμίες.
Και πρώτα ο πατέρας της τετράδας Τοσίτσα, ο Αναστάσιος, ήταν, όχι βέβαια από πίστη, αλλά από φυσική και ψυχική αδυναμία, «ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος…». Μ’ αυτόν τον χαρακτήρα, είναι πολύ φυσικό να μη μπορή να συλλάβη τη ζωική φόρα που έκρυβε στα στήθη του ο γιος του, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, ούτε και οι άλλοι τρεις γιοι του.
Διαβάζοντας κανείς την αυτοβιογραφία του Μιχαήλ Τοσίτσα, που δημοσίευσε στους «Παράλληλους Βίους» του ο Γούδας και που είναι σ’ αδρές γραμμές η ιστορία του εμπορικού οίκου των αδελφών Τοσίτσα, βλέπει με πόση αληθινή παραστατικότητα ζωγραφιζότανε όλα αυτά τα εμπόδια. Εξωτερικά και εσωτερικά. Γιατί, εκτός από τον πατέρα Αναστάσιο Τοσίτσα, η συνεργασία των τεσσάρων αδελφών δεν στάθηκε δίχως σύγνεφα που σκιάζανε, αργά και που, τον ουρανό της συνεργασίας τους…
Εμπορευόντουσαν στη Θεσσαλονίκη, στην Πόλη, στη Σμύρνη, στη Δαμασκό, στη Μάλτα, στην Αίγυπτο. Συνεργαζόντουσαν με τα πιο γερά ηπειρωτικά εμπορικά σπίτια στη Βιέννη και στην Πετρούπολη.
Στη Βιεννη βρισκόντουσαν εγκατεστημένα τα ξαδέρφια των Τοσιτσαίων, ο Δημήτριος και ο Νικόλαος Αποστόλακας, τα κυριώτερα τότε μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην πρωτεύουσα της Αυστρίας. Ήταν και οι δυο ισχυρότατοι έμποροι και το 1834 ιδρύσανε την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
Αλλά ποιοί είναι αυτοί οι Αποστόλακα; Είναι η οικογένεια που λίγο αργότερα πήρε το όνομα Αβέρωφ και συγκεκριμένα στα 1822. Την αλλαγή αυτή του ονόματος πραγματοποίησε ο Αναστάσιος Αποστόλακας που, παραφράζοντας ρωσικά το όνομα του παππού του, Αυγερινός, έγινε από Αναστάσιος Μιχαήλ Αποστόλακας, Αναστάσιος Μιχαήλ Αβγέρωβ, που χρησιμοποιούμενο στην υπόλοιπο Ευρώπη έγινε τελικά Αβέρωφ.
Η μεγάλη οικονομική ακμή των Τοσίτσα πραγματοποιείται στην Αίγυπτο, όπου ο Μιχαήλ Τοσίτσας είχε κερδίσει την αγάπη και προ παντός την εκτίμηση του αντιβασιλέα Μωχαμέτ Αλή.
Ο Αιγύπτιος ηγεμόνας έβλεπε στο πρόσωπο του Μιχαήλ Τοσίτσα όχι μονάχα ένα φίλο και αξιαγάπητον άνθρωπο, αλλά, περισσότερο απ’ αυτό, τον ικανό σοβαρό και συγκρατημένον άντρα, που μπορούσε ν’ αξιοποιήση πολλές πλουτοπαραγωγικές πηγές της υποανάπτυκτης αιγυπτιακής γης.
Και για τούτο του πρόσφερε για καλλιέργεια τεράστιες εκτάσεις που θεωρούνταν σχεδόν άγονες.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας συνδέθηκε στενά με τον Μωχαμέτ Αλή, που η φιλία του στάθηκε χρήσιμη στον μεγάλο κύκλο εργασιών των Τοσίτσα στην Αίγυπτο.
Από κει οι Τοσίτσα απλώνουνε τις εργασίες τους στην Μάλτα και συστηματικώτερα στην Ιταλία. Στην Πετρούπολη και στην Οδησσό έχουν ανταποκριτή τον πρώτο ξάδερφό τους, τον Αναστάση Αβγέρωβ, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ εξελιχθή σε βαθύπλουτο μεγαλέμπορα.
Στο Λιβόρνο οι Τοσίτσα γίνονται μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες της Ιταλίας κι ο μικρότερος αδελφός, ο Κ. Τοσίτσας, εγκαθίσταται μόνιμα στη Λούκα, όπου του απονέμεται ο τίτλος του βαρώνου. Η κατοικία του είναι ένα πολυτελέστατο ανάκτορο έξω από την πόλη, που σώζεται ακόμα σε αρίστη κατάσταση και στο ανάκτορο αυτό οργανώνει μουσικές βραδυές, με μόνιμη συμμετοχή του Αρχιδούκα. Ο Κωνσταντίνος έχει κλίση στη μουσική και με τον Αρχιδούκα ωργάνωναν μαζύ βραδυές.
Αφορμή μια δίκη…
Ο Κωνσταντίνος Τοσίτσας παίζει φλάουτο, συνεχίζοντας τεχνικώτερα τη φλογέρα που έπαιζε στα παιδικά του χρόνια στο Μέτσοβο. Στα εξήντα πέντε του χρόνια, ο Κωνσταντίνος Τοσίτσας ξαναπαντρεύεται μια κόρη, ελληνικής καταγωγής αυτή τη φορά, και αποχτά δυο γιους: Τον Μιχαήλ και τον Αναστάσιο, που πεθάνανε ο πρώτος το 1934 και ο δεύτερος το 1938.
Η οικογένεια έχει ολοτέλα ιταλοποιηθή. Γιος του Αναστασίου Τοσίτσα και έγγονος του Κωνσταντίνου είναι ο Μιχαήλ, ο τελευταίος Τοσίτσας.
Στην οριστική αποκοπή των Τοσίτσα από την Ελλάδα συντελέσανε πολλοί παράγοντες.
Ένας απ’ αυτούς, κι όχι ο πιο ασήμαντος, ήταν ένας μακρύτατος δικαστικός αγώνας, που διεξάγεται μεταξύ 1860-1870 στα ελληνικά δικαστήρια για την κληρονομιά του πρώτου μεγάλου ευεργέτου, του Μιχαήλ Τοσίτσα, του αδελφού του Κωνσταντίνου.
Τη δίκη την εκέρδισε κάποιος ονόματι Κρίτσας, που παρουσιάστηκε σαν υιοθετημένος γιος του Μιχαήλ Τοσίτσα. Η κληρονομιά ήταν τεράστια – 2.000 μετοχές Εθνικής Τραπέζης, δυο οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ των οδών Πανεπιστημίου και Σταδίου, 7.000 στρέμματα στην Κάτω Κηφισιά, κτήματα στην Αίγυπτο και πολλά χρεώγραφα εξωτερικού – και οι Τοσίτσα του Λιβόρνου σχηματίσανε την εντύπωση πως η δίκη χάθηκε χάρις σε σκανδαλώδη επέμβαση του κράτους, που επηρέασε τη Δικαιοσύνη.
Η κακότυχη αυτή έκβαση της δίκης στάθηκε η κυριώτερη αφορμή ώστε η ιταλοποιημένη οικογένεια Τοσίτσα να κόψη κάθε αισθηματικό δεσμό με την Ελλάδα.
Λίγο πριν το 1900 η οικογένεια μεταφέρεται στη Μασσαλία και αργότερα στο Παρίσι, οπου οι δυο γιοι του Κωνσταντίνου Τοσίτσα, ο Μιχαήλ και ο Αναστάσιος, ανοίγουνε τράπεζα με την επωνυμία «Τράπεζα Μ. Και Α. Τοσίτσα» και σε λίγο, χάρις στις επιτυχέστατες επιχειρήσεις τους, παίρνουν μια εξέχουσα θέση στην παρισινή κοινωνία.
Στο διάστημα μεταξύ 1900 και 1914, ένα από τα πιο γνωστά φιλολογικά σαλόνια του Παρισιού είναι της βαρώνης Τοσίτσα, θείας του σύγχρονου ευεργέτη. Η πολυτελέστατη έπαυλή της, κοντά στα Ηλύσια Πεδία, συγκεντρώνει μια φορά τη βδομάδα τις γνωστότερες προσωπικότητες των γραμμάτων. Κανείς από όλους αυτούς τους απογόνους του Κωνσταντίνου Τοσίτσα, του Λιβόρνου, δεν ήρθε ποτέ στην Ελλάδα. Και κανείς δεν μιλούσε, έστω και λίγα, ελληνικά. Ο τελευταίος, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, που μας απασχολεί σήμερα, σε ηλικία 28 ετών, πέρασε, στα 1913, με κρουαζιέρα από την Αθήνα κι έμεινε μονάχα δεκατρείς ώρες.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας
Αυτός, λοιπόν, ο Μιχαήλ Τοσίτσας είναι ο μόνος που απάντησε στην έκκληση των Μετσοβιτών.
Κι απάντησε μ’ ένα ευγενικό και συμπαθέστατο γράμμα, που λέει πως μόλις πέθανε ο πατέρας του και πως, αν και όταν ανακαλύψη τα περιουσιακά του στοιχεία στην Ελλάδα, προθυμότατα θα βοηθήση.
Το γράμμα, όμως, δεν σταματούσε στην αόριστη αυτή υπόσχεση. Κάτω από την υπογραφή υπήρχε ένα πολύτιμο υστερόγραφο. Γράφει ο Μιχαήλ Τσοσίτσας πως μεταξύ των υπογραφών διέκρινε και μια υπογραφή ενός κυρίου Ευαγγέλου Αβέρωφ και ρωτούσε αν πρόκειται περί συγγενούς του μεγάλου ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, γιατί τότε θα υπάρχει κάποια συγγένεια μεταξύ αυτού και του υπογραφομένου στην έκκληση Αβέρωφ, συγγένεια όμως που αγνοούσε το βαθμό της.
Τότε ο Ευάγγελος Αβέρωφ του έγραψε απ’ ευθείας κι από κείνη τη στιγμή αρχίζει μία αλληλογραφία, που όσο πήγαινε γινότανε πυκνότερη.
Δημιουργείται και καλλιεργείται ένα ενδιαφέρον για το παρελθόν και για το μέλλον του Μετσόβου, και οι δυο μακρινοί φίλοι ανταλλάζουνε επί χρόνια ένα γράμμα κάθε βδομάδα. Και τα γράμματα αυτά δεν είναι σύντομα, αλλά πολυσέλιδα και πλούσια σε περιεχόμενο από σκέψεις και αισθήματα.
Η ιδιότυπη ζωή του
Για να κατανοηθεί πως έφτασε ο δεύτερος Μιχαήλ Τοσίτσας να γίνη μεγάλος ευεργέτης, είναι απαραίτητο να μπούμε στην ιδιότυπη ζωή του.
Μεταξύ του Μιχαήλ Τοσίτσα και του πατέρα του, Αναστασίου Τοσίτσα, υπήρχε μια πολύ μεγάλη διαφορά στο χαρακτήρα. Ο πατέρας του Αναστάσιος Τοσίτσας ήταν ένας άνθρωπος προσκολλημένος στο χρήμα και στην κοσμική ζωή.
Ο γιος του, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, ήταν ο αντίποδας του πατέρα του. Δεν ήταν διόλου εκδηλωτικός, δεν ήταν ματαιόδοξος, ήταν τύπος μονόχνωτος και στοχαστικός.
Από μικρό παιδί ένοιωθε μια ακατανίκητη κλίση στη φιλοσοφία, την ποίηση και τη μουσική. Όταν έγινε έφηβος έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τον πνευματισμό.
Τέτιοι προσανατολισμοί ήταν ακατανόητοι για τον πατέρα του, που τον απασχολούσε μια και μόνη ιδέα: τι θα γίνη η περιουσία του, όταν θα περνούσε στα χέρια αυτού του γιου, που ζούσε μια εσωτερική ζωή δική του, ακατανόητη και για τον πατέρα του και για ολόκληρη την οικογένειά του;
Και την αντίθεσή του αυτή, προς τη νοοροπία, την ψυχοσύνθεση και τους προσανατολισμούς του γιου του, την έδειχνε ο πατέρας με έκδηλη περιφρόνηση, που ανάγκαζε τον Μιχαήλ Τοσίτσα να ζη στο περιθώριο της οικογενείας. Κι από τον πατέρα του κι από όλο το οικογενειακό περιβάλλον δεν άκουγε παρά μονάχα κατηγορίες. Ήταν ο άχρηστος, ο ανίκανος, ο αερολόγος.
Χαρακτήρας κλειστός, από φυσικού του, έγινε, χάρις σ’ αυτή τη μεταχείριση, ερμητικώτερα κλειστός. Τη γνώμη αυτή του Αναστασίου Τοσίτσα για το γιο του φαίνεται ότι την ενισχύσανε άλλοι του περιβάλλοντος τόσο πολύ, ώστε, λίγο πριν από το θάνατό του, ο Αναστάσιος Τοσίτσας πήγε στην Ελβετία, αναζητώντας ένα νόμιμο τρόπο να βάλη το γιο του σε «κατάσταση απαγορεύσεως», ώστε να μη σπαταλήση ανόητα την περιουσία που θα κληρονομούσε.
Ευτυχώς, οι Ελβετοί δικηγόροι τον εμποδίσανε να προχωρήση σε τέτιο δρόμο, που δεν ήταν μονάχα ηθικά απαράδεχτος, αλλά δεν ευσταθούσε και νομικά, αφού ο Μιχαήλ Τοσίτσας ήταν σε αρίστη διανοητική κατάσταη και η ζωή του από κάθε πλευρά άψογη.
Έτσι πέθανε ο Αναστάσιος Τοσίτσας κι ο Μιχαήλ βρέθηκε ο αποκλειστικός κληρονόμος του.
Κείνοι που μιλούσαν στον πατέρα του εναντίον του Μιχαήλ, ήταν πρόθυμοι τώρα να κάνουνε σ’ αυτόν υπερβολικές εγκαρδιότητες. Οι συγγενείς, που τον εχθρευόντουσαν, τον κατηγορούσανε και τον περιφρονούσανε χτες, ήταν έτοιμοι τώρα να τον τιμήσουνε.
Όλα αυτά όχι μονάχα τον κινούσανε προς αποστροφήν, αλλά τ’ αντίκρυζε και σαν επίθεση συμφεροντολογική, πολύ πιο αποκρουστική από την επίθεση τη φανερή που του κάνανε όσο ζούσε ο πατέρας του. Κείνο όμως που περισσότερο τον ενωχλούσε ήταν το προστατευτικό ύφος που παίρνανε, επειδή τάχα τον νομίζανε ακατάλληλο να διαχειριστή την Κληρονομία που δεν ήταν πια και τόσο σημαντική, αφού κατά την οικονομική κρίση του 1930 είχε υποστή σοβαρή μείωση.
Ο μονήρης όμως αυτός τύπος, εχτός από τον στοχασμό και τους καλλιτεχνικούς προσανατολισμούς, έκρυβε μια απίθανη δύναμη βουλήσεως και μια καταπληκτική ικανότητα προσαρμογής.
Η ιδέα που είχαν ο πατέρας του και οι συγγενείς του πώς ήτανε ανίκανος να διαχειριστή την περιουσία του, φούντωσε ένα φοβερό πείσμα μέσα του ν’ αποδείξη σ’ όλους το αντίθετο. Πώς ήτανε, δηλαδή, ικανός να διαχειριστή την περιουσία, που κληρονόμησε από τον πατέρα του, καλύτερα απ’ αυτόν και για τούτο έφτασε μέχρι τσιγκουνιάς κ’ έδωσε ασύλληπτη προσοχή στα περιουσιακά του προβλήματα.
Το αποτέλεσμα;
Μέσα σε δεκάξη χρόνια υπερτριπλασίασε την περιουσία που κληρονόμησε. Κ’ έκανε ν’ αναγνωρίσουνε όλοι πως, αν ο Μιχαήλ Τοσίτσας δεν ρευστοποιούσε την περιουσία που κληρονόμησε από τον πατέρα του, αλλά την άφηνε σε επενδύσεις γαλλικών και ιταλικών εταιριών, η περιουσία αυτή θα είχε ξανεμιστή.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας, όμως, ζήτησε και πέτυχε να επενδύση τα χρήματά του σε ελβετικά ακίνητα, που αγόραζε και ξαναπουλούσε και έπειτα τα ξαναγόραζε, αλλά και σε χρεώγραφα σκανδιναβικά, ελβετικά, πορτογαλικά, αμερικάνικα και καναδέζικα.
Κατά τον πόλεμο, και για κάθε ασφάλεια, είχε αγοράσει ένα σπίτι στη Λισσαβώνα και τέσσερα σπίτια στην πορτογαλική Αφρική.
Έτσι, το σύνολο της περιουσίας του, όταν πέθανε το 1950, κατά την εκτίμηση των ελβετικών αρχών, έφτασε τα 11.200.000 ελβετικά φράγκα, δηλαδή, 2.650.000 δολλάρια.
Τον λογάριαζαν μισάνθρωπο…
Ο τρόπος που τον μεταχειρίστηκαν οι συγγενείς του και το στενό φιλικό περιβάλλον του σπιτιού του τον είχε κάνει τόσο καχύποπτο προς όλους, ώστε πολλοί τον λογαριάζανε μισάνθρωπο.
Η αλήθεια ήταν πως φοβόταν τους ανθρώπους, αλλ’ αγαπούσε τον Άνθρωπο.
Στη μικρή γραφική μονοκατοικία, που έμενε, στη Λωζάννη, δεχότανε, μετά το μεσημέρι, τη γυναίκα που τον υπηρετούσε. Καθάριζε, συγύριζε και έφευγε. Ποτέ δεν κράτησε εσωτερική υπηρεσία να διανυκτερεύει στο σπίτι. Είχε τόση καχυποψία για τους ανθρώπους, ώστε ζούσε με τον εφιάλτη πως όλο και θα του έστηναν μια παγίδα, πως πάντα κάτι θα μηχανευόντουσαν εναντίον του ιδίου ή της περιουσίας του… Για τούτο, ποτέ δεν έπεφτε στο κρεβάτι του και δεν κοιμότανε τη νύχτα. Μονάχα άμα ξημέρωνε πήγαινε να κοιμηθή. Κοιμότανε ξημερώματα και ξυπνούσε κατά το μεσημέρι. Τα προγεύματά του και τα δείπνα του ήταν λιτώτατα. Νωρίς, καταπιανότανε με τα προβλήματα της περιουσίας του κ’ ύστερα αποτραβιότανε στο σπίτι του και διάβαζε ή άκουγε κλασική μουσική και έπαιζε σκάκι.
Η αλληλογραφία του με τον Ευάγγελο Αβέρωφ στάθηκε στενή κι εγκάρδια. Οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, εκτός από τον Ευάγγελο Αβέρωφ, θάχε κουραστή ν’ αλληλογραφή περισσότερο από δέκα χρόνια μ’ έναν άνθρωπο, για την αξιοποίηση ενός χωριού. Γιατί το δραματικό στην αλληλογραφία αυτή ήταν πώς δεν κατέληγε σε τίποτε το συγκεκριμένο.
Στο μεταξύ ξέσπασε ο μεγάλος πόλεμος κ’ η αλληλογραφία σταμάτησε.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ πιάστηκε από τους Ιταλούς και μετφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στην Ιταλία.
Από το στρατόπεδο, ο Αβέρωφ ζήτησε δυο φορές χρήματα από τον Μιχαήλ Τοσίτσα, ως 600 δολλάρια συνολικά, με την υπόσχεση, αν επιζήση του πολέμου, να του τα γυρίση αμέσως.
Πραγματικά, μόλις λευτερώθηκε ο τόπος, η πρώτη πράξη του Ευαγγέλου Αβέρωφ ήτανε να γυρίση αυτά τα 600 δολλάρια, που του δάνεισε ο Μιχαήλ Τοσίτσας.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας επί χρόνια μελετούσε, με το μέσο της αλληλογραφίας, τον Αβέρωφ. Είχε σχηματίσει ξεκαθαρισμένη εντύπωση και για το πνεύμα και για το ήθος του φίλου του. Η επιστροφή όμως των 600 δολλαρίων στέριωσε περισσότερο την καλή αυτήν εντύπωση. Και λέω περισσότερο, επειδή ακόμα δεν μπορώ να πω πώς την στέριωσε απόλυτα.
Οι δυο άντρες δεν είχανε γνωριστή προσωπικά. Έλειπε ακόμα το στοιχείο της άμεσης, της προσωπικής επαφής.
Μονάχα δυο χρόνια και περισσότερο μετά το τέλος του πολέμου ο Τοσίτσας εκδηλώνει την επιθυμία να γνωρίση από κοντά τον Αβέρωφ, και οι δυο μαζί να μελετήσουνε πώς θα τροποποιούσε τη διαθήκη του, που είχε κιόλας συντάξει σε γενικές γραμμές.
Είχανε όμως κι ένα αξεκαθάριστο θέμα μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας ήτανε ανύπαντρος κι ο ξάδερφός του Κωνσταντίνος, αυτός που δεν ήθελε νάχη καμμιά σχέση με το Μέτσοβο και την Ελλάδα, δεν είχε παιδιά. Έτσι, με το θάνατο του Μιχαήλ Τοσίτσα, έσβηνε και το όνομα.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας, λοιπόν, σε πολλά γράμματά του είχε υπογραμμίσει την ανάγκη να επιβιώση τ’ όνομα κι έρριξε την ιδέα στον Αβέρωφ να είναι ο εκτελεστής της διαθήκης του, παίρνοντας και τ’ όνομα Τοσίτσας.
Ο Αβέρωφ, χωρίς να προβάλη μια προσβλητική άρνηση στην τιμητική πρόταση του Τοσίτσα, ξεγλιστρούσε με χίλιες δυο προφάσεις. Πρώτα υπογράμμισε διάφορες τυπικές δυσχέρειες, ύστερα την ενδεχόμενη οργή των συγγενών του και ξεχωριστά του ξαδέρφου του Κωνσταντίνου, που μισούσε τον Μιχαήλ Τοσίτσα.
Ο Αβέρωφ υποστήριζε πως ο Κωνσταντίνος Τοσίτσας θα μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα για παράνομη χρησιμοποίηση του ονόματος.
Τότε ο Μιχαήλ Τοσίτσας έθεσε το ζήτημα του ονόματος, κατά τη συνάντησή του, στο σπίτι του, στη Λωζάννη, με τον Αβέρωφ, σ’ άλλη περισσότερο νομότυπη βάση.
- Για να φύγουνε από τη μέση, είπε ο Μιχαήλ Τοσίτσας στον Αβέρωφ, όλα τα τυπικά εμπόδια, προτείνω να σας υιοθετήσω. Τότε θάχετε όλα τα νόμιμα δικαιώματα ενός νομίμου τέκνου και κανένας δεν θα μπορή να σας πη πως χρησιμοποιείται ένα ξένο όνομα.
Στο σημείο αυτό, η φιλία Μιχαήλ Τοσίτσα και Ευαγγέλου Αβέρωφ έμπαινε στην πιο κρίσιμη φάση της.
- Δέχεστε ή δεν δέχεστε; τον ρώτησε, κοιτάζοντάς τον επίμονα, ο Τοσίτσας.
Τότε ο Ευάγγελος Αβέρωφ του είπε με σταθερότητα:
- Δέχομαι να με υιοθετήσετε υπό έναν μονάχα όρο: Πώς δεν θα κληρονομώ τίποτε από την περιουσία σας, ούτε και τη νόμιμη μοίρα. Μονάχα αν γίνη έτσι, κανένας δεν θα τολμήση να επικρίνη αυτή την υιοθεσία και να ισχυριστή πώς ένας Αβέρωφ δέχτηκε να υιοθετηθή για οικονομικά ωφελήματα.
Στην απάντηση αυτή του Αβέρωφ, το πρόσωπο του Μιχαήλ Τοσίτσα κυριολεκτικά αχτινοβόλησε. Πήρε μια έκφραση βαθύτατης χαράς και ικανοποίησης, που δεν είχε ποτέ πάρει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
- Δεν ήμουνα σίγουρος πως θα σας υιοθετούσα, του είπε ο Τοσίτσας. Σας έκανα όμως την πρόταση για να δω την αντίδρασή σας, επειδή πολλοί συγγενείς μου, που τους είχα μιλήσει μ’ ενθουσιασμό για το Μέτσοβο και για σας, υποστηρίζανε με βεβαιότητα πως μου δείχνατε τόση αφοσίωση επειδή θέλατε να με κληρονομήσετε. Η διάψευσή τους, η τόσο πανηγυρική, μου χάρισε τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου.
Από κείνη τη στιγμή, η εμπιστοσύνη ανάμεσα στους δυο άντρες στάθηκε απόλυτη.
Τις ακόλουθες κιόλας μέρες, ο Μιχαήλ Τοσίτσας πήγε μαζύ με τον Ευάγγελο Αβέρωφ στην Union de Banque Suisse, πήρανε από το χρηματοκιβώτιο την παλιά διαθήκη και, μετά από πολύωρες συζητήσεις, συντάξανε τη νέα διαθήκη.
Ο Αβέρωφ του κρατούσε συντροφιά όλη τη νύχτα, κι ως τις πέντε το πρωί συζητούσανε ή παίζανε σκάκι.
Στη νέα διαθήκη του έθεσε κ’ έναν όρο: Αν το ελβετικό κράτος δεχτή να μην εισπράξη φόρο κληρονομίας, ο Τοσίτσας δίνει εντολή στους εκτελεστάς της διαθήκης, το ισόποσον του φόρου επαυξημένο με το 25% του ποσού του φόρου, να διατεθή για την ίδρυση και λειτουργία αντικαρκινικού Ινστιτούτου στη Λωζάννη.
Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση το δέχτηκε και, με συμπληρωματικές δωρεές κι άλλων οργανισμών, ιδρύθηκε το αντικαρκινικό αυτό Ινστιτούτο στη Λωζάννη με την ονομασία «Ινστιτούτο Βαρώνου Τοσίτσα».
Έτσι, τα χρήματα που άφησε στο ελληνικό «Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα» φτάσανε το ποσό των 7.250.000 ελβετικών φράγκων, δηλαδή, 1.700.000 δολλάρια.
Το «Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα»
Την Τετάρτη, στις 19 Φεβρουαρίου 1947, στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη 8 και μπροστά στον συμβολαιογράφο Αθηνών Κωνσταντίνο Περικλέους Έξαρχο και σε δυο μάρτυρες, ο βουλευτής Ιωαννίνων κ. Ευάγγελος Αβέρωφ, νόμιμος ειδικός πληρεξούσιος του βαρώνου Μιχαήλ, Γεωργίου, Παύλου, υιού του Αναστασίου Παναγιώτου Τοσίτσα, γαλλικής ιθαγενείας, κατοίκου Λωζάννης και βάσει πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λωζάννης Αλβέρτου Περέν, δήλωσε ότι ιδρύει στην Αθήνα ίδρυμα, κληροδότημα, με την ονομασία «ΙΔΡΥΜΑ ΒΑΡΩΝΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΣΙΤΣΑ». Σκοποί του Ιδρύματος, όπως του καθώρισε ο ιδρυτής, είναι οι ακόλουθοι:
α) Η ανοικοδόμηση, στο Μέτσοβο της Ηπείρου, του αρχοντικού της οικογενείας Τοσίτσα, όπως ήταν στις αρχές του 19ου αιώνα, και σύμφωνα με τα σχέδια που θα εγκριθούνε από τον διαθέτη, και η χρησιμοποίηση του ανακαινισμένου αρχοντικού σαν περιφερειακού Μουσείου Ηπειρωτικής Λαϊκής Τέχνης, και ενός μέρους του σαν ξενώνος για συγγενείς του ιδρυτού, που θα φέρουνε τ’ όνομά του, και για διανοουμένους, επιστήμονες και καλλιτέχνες.
β) Δημιουργία στην Αθήνα «Εστίας Ηπειρωτών Σπουδαστών», προωρισμένης να στεγάζη νέους σπουδαστάς του πανεπιστημίου, που κατάγονται από τους νομούς Ιωαννίνων και Θεσπρωτίας, καθώς και λίγους Μετσοβίτες γυμνασιόπαιδες.
γ) Η ίδρυση πριονιστηρίου και ξυλουργικού εργοστασίου στο Μέτσοβο, για την εκμετάλλευση της ξυλείας. Το εργοστάσιο αυτό θα έχη και τμήμα ξυλογλυπτικής.
δ) Η ίδρυση νοσοκομείου στο Μέτσοβο, αρκετού για να περιθάλπη τους κατοίκους της περιοχής.
ε) Η εκτέλεση στο Μέτσοβο έργων δημοσίας ωφελείας (λεωφόρος, κήπος, μνημείο, στάδιο, γήπεδο γι’ αγωνίσματα κ.λπ.).
στ) Η δημιουργία στην περιοχή του Μετσόβου γαλακτοκομικής και τυροκομικής σχολής, προσιτής σ’ όλους τους Έλληνες, με τμήμα κτηνοτροφίας. Η σχολή μπορεί να διατηρή ιδιόκτητα ποίμνια.
ζ) Το Ίδρυμα μπορεί να επιτελή και έργα αγαθοεργίας, κατά την κρίση του διοικητικού συμβουλίου, αν οι πόροι του το επιτρέπουν. Το «Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα» διευθύνεται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Και το διοικητικό αυτό συμβούλιο αποτελείται από τους κάτωθι:
1. Ευάγγελον Αβέρωφ-Τοσίτσαν.
2. Συμεών Σινιόσογλου.
3. Γεώργιον Μιχαηλίδην.
4. Κωνσταντίνον Σκόδραν.
5. Μητροπολίτην Ιωαννίνων και αναπληρωτήν αυτού τον Αναστάσιον Ψαροβασίλην.
Η «Φοιτητική Εστία Τοσίτσα»
Στην Κάτω Κηφισιά, σ’ ένα κτήμα με έκταση 115 στρεμμάτων, το «Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα» εγκατέστησε την «Φοιτητική Εστία».
Ο σκοπός της «Φοιτητικής Εστίας Τοσίτσα», να προσφέρη υλικές ευκολίες στους φοιτητάς των νομών Ιωαννίνων και Θεσπρωτίας και, σε περιωρισμένον αριθμό, σε μαθητάς από το Μέτσοβο, τη Μηλιά, το Ανήλιο και το Βουτονόσι, ώστε οι νέοι να σπουδάζουνε απερίσπαστοι, με μοναδικό από μέρους τους αντάλλαγμα, μετά το τέλος της σπουδής τους, να γυρίσουνε και να εγκατασταθούνε στην Ήπειρο, είναι πραγματικά εθνικός.
Ο συνολικός αριθμός των φοιτητών, που στεγάζει η «Φοιτητική Εστία Τοσίτσα» είναι 80 και των μαθητών είναι 12.
Για να μπη ένας φοιτητής στην «Εστία Τοσίτσα» πρέπει ν’ ανήκη σε ηπειρωτική οικογένεια, που διαμένει μόνιμα στους νομούς Ιωαννίνων ή Θεσπρωτίας.
Οικογένεια που δεν έχει ηπειρωτική καταγωγή, αλλά μένει 15 χρόνια στην Ήπειρο και έχει προφανή προοπτική να συνεχίση οριστικά αυτή τη διαμονή, εξομοιώνεται με τις ηπειρωτικές.
Πρέπει επίσης να δηλωθεί ενυπόγραφα από τον κηδεμόνα, αλλά και από τον φοιτητή ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να εργαστή στην Ήπειρο τουλάχιστον επί χρονικό διάστημα ίσο προς εκείνο που τον στέγασε και τον συντήρησε η «Φοιτητική Εστία Τοσίτσα».
Ειδικώτερα, για τους γιατρούς και τους γεωπόνους ορίζεται πως έχουνε την υποχρέωση να εργαστούνε στην ηπειρωτική ύπαιθρο το μισό χρονικό διάστημα που είναι υποχρεωμένοι να εργαστούνε στην Ήπειρο.
Ξεχωριστή φροντίδα καταβάλλεται για τους σπουδαστάς Φιλοσοφίας, Καλών Τεχνών και Μουσικής, όταν αποδειχτή πως είναι κάτοχοι εξαιρετικού ταλέντου.
Ο ίδιος ιδρυτής του Ιδρύματος, βαρώνος Μιχαήλ Τοσίτας, άφησε στους εκτελεστάς της διαθήκης του και διαχειριστάς του ιδρύματος αυτές τις υποδείξεις για την «Φοιτητική Εστία Τοσίτσα».
«Επιθυμώ να εφαρμόσητε τας εξής γενικωτάτας αρχάς κατά την λειτουργίαν της «ΕΣΤΙΑΣ»:
Ο νους των ενοίκων της να είναι λιτός, αλλά καλλιεργημένος και με όσον το δυνατόν ολιγώτερον μονομερή μόρφωσιν.
Το σώμα να ζη πολυτελώς, να δύναται ν’ αντιμετωπίση σκληράς ημέρας, αλλά συνήθως να ζη υπό συνθήκας ανέσεως.
Εις τους αμελείς ή τους φύσει μετρίους, αυστηρώς να κλείσουν αι θύραι.
Εις τους καλούς να παρασχεθή κάθε λογική βοήθεια.
Εις τους εξαιρετικούς και ιδία εις τους ιδιοφυείς, να παρασχεθούν ιδιαίτεραι διευκολύνσεις δ’ ανωτέρας επιτεύξεις.
Να υποστηριχθούν ιδιαιτέρως οι καλλιτέχναι, αλλά μόνον εφ’ όσον πρόκειται περί νέων προικισμένων με εξαιρετικόν ταλέντον· εις τας Καλάς Τέχνας η μετριότης είναι αφόρητος.
Κι’ αν αργότερον αυξηθή ο αριθμός των ενοίκων, να σεβασθήτε την ρήτραν της διαθήκης μου περί περιορισμού της γεωγραφικής προελεύσεώς των. Μόνον η συγκέντρωσις της προσπαθείας εις μίαν περιοχήν δύναται να προκαλέση την άνθησιν του λαϊκού δυναμικού. Η διασπορά της προσπαθείας την εξασθενεί και οργανωτικώς την δυσχεραίνει. Φοβούμαι ότι η σχετική ρήτρα της διαθήκης μου έγινε περισσότερον του δέοντος ευρεία.
Ν’ αποφύγετε να δώσετε την εντύπωσιν εις τους νέους της «Εστίας» ότι έχουν δικαιώματα: τα εξαντλούν όλα διά της εισαγωγής των εις την «Εστίαν» την οποίαν οραματίζονται ως μίαν των καλυτέρων εν τω κόσμων, υπερτερούσαν, μάλιστα, όλων εκείνων τας οποίας εγώ γνωρίζω, κατά το ότι θα λειτουργή δωρεάν.
Αφ’ ης οι νέοι εισέλθουν εις την «Εστίαν», δεν θα έχουν παρά υποχρεώσεις. Υποχρεώσεις έναντι των εαυτών των και του Ιδρύματος, υποχρεώσεις έναντι της Αιωνίας Ελλάδος, την οποίαν έχουν την βαρείαν τιμήν να συνεχίζουν.
Εκτός της αγαθοεργίας και της μνήμης των προγόνων μου εις την υπηρεσίαν αυτής της τρισχιλιετούς συνεχείας θέτω ιδίως την Φοιτητικήν «Εστίαν» μου.
Δι’ αυτό και εύχομαι ολοψύχως να επιτύχετε.
Πιστεύω εις την μετά θάνατον ζωήν, ελπίζω ότι θα σας παρακολουθώ από το υπερπέραν».
Όταν είδα το θαυμάσιο και πολύ συγχρονισμένο οικοτροφείο της «Εστίας», είχα την αίσθηση πως δεν βρίσκομαι στην Ελλάδα.
Kάθε οικότροφος έχει μοναχικό δωμάτιο, απλό, καθαρό και με όλες τις σύγχρονες ανέσεις.
Εκείνο όμως που μου έκανε εξαιρετική εντύπωση είναι πως το οικοτροφείο, αντί να εγκατασταθή στην Αθήνα και κοντά στις πανεπιστημιακές και άλλες ανώτατες σχολές, εγκαταστάθηκε στην Κάτω Κηφισιά και μέσα σ’ ένα μεγάλο αγρόκτημα. Κι όμως ούτε του διαθέτη, ούτε του Ευαγγέλου Αβέρωφ δεν ήταν ρομαντική η σκέψη που ωδήγησε στην εκλογή του τόπου.
Οι νέοι που σπουδάζουνε προορίζονται για την Ήπειρο. Πολλοί απ’ αυτούς θα πάνε σε περιοχές της υπαίθρου. Έπρεπε να συνηθίσουνε ένα τρόπο ζωής που να προσαρμόζεται περισσότερο στο περιβάλλον που θα ζήσουνε.
Αλλά δεν είναι μονάχα αυτός ο λόγος. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να χάνη ποτέ την επαφή του με τη γη, ό,τι και να σπουδάζη κι όποιον επαγγελματικό προσανατολισμό κι αν έχη. Ο επιστήμονας που ξέρει, εκτός από τις γνώσεις της επιστήμης του, να φυτέψη ένα δέντρο, να σπείρη, να κλαδέψη, να οργώση, να λιπάνη, να περιποιηθή τα ζώα και γενικά να έχη γεωργοκτηνοτροφική κατάρτιση, προσδένεται ψυχολογικά ευκολώτερα στη ζωή της υπαίθρου και της επαρχίας.
Για τούτο, οι τρόφιμοι της «Εστίας» είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουνε ωρισμένη εργασία στο αγρόκτημα, 7 ώρες την εβδομάδα. Και η εργασία αυτή κατανέμεται κατά τέτιο τρόπο, ώστε να μην εμποδίζουνται οι σπουδές ή η ψυχαγωγία των τροφίμων.
Στο αγρόκτημα της «Εστίας Τοσίτσα» γίνεται πρότυπος καλλιέργεια πλειόνων γεωργικών προϊόντων, ώστε οι φοιτηταί, έστω και γιατροί, λ.χ., πάρεργα να μαθαίνουνε και προηγμένη γεωργία.
Ανάλογη τακτική ακολουθείται και στον κτηνοτροφικό τομέα. Οι αγελάδες της «Εστίας Τοσίτσα» είναι ολλανδικές, από τις εκλεκτότερες ράτσες. Είναι το μόνο βουστάσιο που έχει ζώα με εκλεκτή γενεαλογία, που συνεχίζεται χάρις στην εφαρμογή όλων των σχετικών ολλανδικών κανονισμών. Οι δέκα αυτές αγελάδες του βουστασίου της «εστίας» παράγουν 40.000 οκάδες γάλα κάθε χρόνο.
Οι φοιτηταί, λοιπόν, ότι κι αν σπουδάζουν, κάνουν δυο ωρών υποχρεωτική εργασία στο σταύλο μια φορά τη βδομάδα κ’ έτσι ασκούνται και στην προηγμένη κτηνοτροφία.
Το «Ίδρυμα Τοσίτσα» και το Μέτσοβο
Αν και δεν έκλεισε ακόμη δεκαετία από το θάνατο του τελευταίου Τοσίτσα, όλα όσα εκείνος ώρισε στη διαθήκη του έγιναν στο Μέτσοβο.
Ξαναχτίστηκε το παλιό του αρχοντικό, στολίστηκε, κ’ ένα τμήμα του έγινε μουσείο κ’ ένα άλλο μικρός, αλλά λαμπρός ξενώνας για διανοουμένους, επιστήμονας και επίσημα πρόσωπα. Ο ξενώνας αυτός διαθέτει και πολύτιμη βιβλιοθήκη.
Χτίσθηκε εξαίρετο μικρό νοσοκομείο, το οποίο για την ώρα λειτουργεί ως πολυϊατρείο, προικισμένο μ’ όλες τις σύγχρονες επιστημονικές εγκαταστάσεις.
Ιδρύθηκε πρότυπο ξυλουργικό εργοστάσιο, στο οποίο δασικοί συνεταιρισμοί και ιδιώτες πηγαίνουνε και επεξεργάζονται την ξυλεία τους, σε καλά μηχανήματα και σε τιμές πολύ χαμηλές. Το εργοστάσιο διαθέτει και δική του ξυλεία, την οποία πωλεί στο εμπόριο ή στους βιοτέχνες της περιφερείας, που χρειάζονται καλή-στεγνή ξυλεία. Έτσι, και οι κάτοικοι της περιφερείας εξυπηρετούνται και εργασία δημιουργείται στην περιοχή και αξιοποιούνται περισσότερο τα δάση.
Η τυροκομική σχολή τώρα ανεγείρεται. Εν τω μεταξύ, όμως, άρχισε βασική προετοιμασία για τη λειτουργία της. Νέοι σταλθήκανε στην Ιταλία και σπουδάσανε σε ανώτερες σχολές τυροκομίας και αλλαντοποιΐας. Αγελάδες ορεινών περιοχών και πολύ μεγάλων αποδόσεων αγοραστήκανε από την Ελβετία. Από την Ελβετία, το ίδιο, προμηθεύτηκε το ίδρυμα εκλεκτές οικόσιτες κατσίκες με εγγυημένη απόδοση. Πυρήνες τέτιων ζώων δημιουργούνται στα σπίτια των πιο προοδευτικών κατοίκων του Μετσόβου και άλλοι θα δημιουργηθούν αργότερα στα γύρω χωριά. Και η σχολή θα συγκεντρώνη το γάλα και θα το μετατρέπη σε τυριά ελληνικών και ξένων τύπων.
Και κοντά σ’ αυτά τα βασικά έργα έγιναν και άπειρα άλλα: Πολλές αναδασώσεις, υδραγωγεία, διάφορα εξωραϊστικά έργα, ολόκληρη προσπάθεια για την αναβίωση της λαϊκής τέχνης, προσπάθεια τόσο πολύπλευρη και

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.