• Κρίσιμη ημέρα η αυριανή για το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων καθώς διεξάγονται εκλογές για την ανάδειξη νέων Πρυτανικών Αρχών.
Ο επόμενος Πρύτανης και οι συνεργάτες του θα αναλάβουν το «τιμόνι» του Ιδρύματος στις αρχές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, δηλαδή σε μία περίοδο που θα κορυφώνονται οι διαδικασίες συνένωσης του Πανεπιστημίου με το ΤΕΙ Ηπείρου, η ομαλή ολοκλήρωση της οποίας αποτελεί μεγάλο στοίχημα και για τις δύο πλευρές.
Τη σημασία του εγχειρήματος αναγνωρίζει ο υποψήφιος Πρύτανης Ιωάννης Γεωργίου, Καθηγητής Ιατρικής και Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας, ο οποίος, σε μακροσκελή συνέντευξή του στον χθεσινό «Π.Λ. της Δευτέρας» με αφορμή τις κάλπες που στήνονται αύριο στο Πανεπιστήμιο, επισημαίνει ότι εκείνο που προέχει είναι όχι τόσο η αύξηση των τμημάτων του ιδρύματος, όσο συνολικά η αναβάθμισή του. Δεν παραλείπει εξάλλου να τονίσει πως ο χειρισμός της συγχώνευσης με το ΤΕΙ πρέπει να γίνει με βασικό κριτήριο την υποστήριξη των συμφερόντων του ιδρύματος υποδοχής. Προτείνει μάλιστα τρεις άξονες πάνω στους οποίους πρέπει να «πατήσει» η όλη διαδικασία.
Νέα προσέγγιση…
«Σε αυτό το κρίσιμο, για το μέλλον του Πανεπιστημίου, σημείο απαιτείται μια νέα προσέγγιση των προβλημάτων και μια άλλη στρατηγική αντιμετώπισης των φλεγόντων ζητημάτων. Η επόμενη Πρυτανεία θα πρέπει να δει με προσοχή και να επιλύσει τις μεγάλες ελλείψεις του Ιδρύματός μας, την απορρόφηση του ΤΕΙ και, κυρίως, να διαμορφώσει μια στρατηγική ανάπτυξης και ουσιαστικής αναβάθμισης του Πανεπιστημίου μας, συγκεράζοντας διαφορετικές απόψεις, τάσεις και στάσεις...».
Αυτό υπογραμμίζει ο υποψήφιος Πρύτανης Ιωάννης Γεωργίου με αφορμή τις αυριανές εκλογές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και προσθέτει τα εξής: «Πιστεύω ότι το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων θα πρέπει να είναι ένα διαρκώς εξελισσόμενο Πανεπιστήμιο. Για να επιτευχθεί αυτό είναι απαραίτητο να βελτιώνει και να αναβαθμίζει διαρκώς την εκπαιδευτική του διαδικασία, να εξασφαλίζει οικονομικούς πόρους και οικονομική ενίσχυση, να διεκδικεί την ενίσχυσή του με προσωπικό και ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας, να επιδιώκει την εσωτερική και διεθνή αναγνώρισή του, να αφουγκράζεται και να κατανοεί τις ανάγκες της τοπικής και της ευρύτερης κοινωνίας και να επιδιώκει, μέσα από το πρόγραμμά του και τις δράσεις του, να δίνει λύσεις στις ανάγκες αυτές».
Τι πρέπει να γίνει
Σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου, σημαντικότατος για το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ηπείρου είναι ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της πολιτικής του με πιστοποιημένα προγράμματα σπουδών, ολοκληρωμένες υποδομές, υποστήριξη των Τμημάτων και Εργαστηρίων και διασύνδεση των Τμημάτων μεταξύ τους. Επίσης απαιτούνται, οικονομική και διοικητική υποστήριξη της εκπαίδευσης και της έρευνας, υποτροφίες και διεθνείς συνεργασίες.
Όσο για τη Διοίκηση του Πανεπιστημίου, τονίζει χαρακτηριστικά πως «δεν επιτρέπεται να έχει άλλη επιλογή από το να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και αποτελεσματικότητας, Το πλαίσιο λειτουργίας πρέπει να βασίζεται σε ένα πνεύμα αλληλεγγύης, αλληλοκατανόησης, σεβασμού και συνεργασίας ανάμεσα σε όλα τα μέλη της Πανεπιστημιακής κοινότητας».
Για τη συνένωση
Αναφορικά με τη συνένωση με το ΤΕΙ Ηπείρου, οι θέσεις του υποψ. Πρύτανη έχουν ως κεντρικό άξονα όχι τη δημιουργία ενός απλά διευρυμένου Πανεπιστημίου, αλλά ενός ισχυρού Πανεπιστημίου που θα αποτελεί το έμβλημα της πόλης μας!
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων χρειάζεται, πρωτίστως, αναβάθμιση και όχι απλά αύξηση των Τμημάτων του με την απορρόφηση των ΤΕΙ. Ως εκ τούτου, ο χειρισμός του θέματος απαιτεί να προταθούν και να υποστηριχτούν τα συμφέροντα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που είναι το κεντρικό σημείο αναφοράς της προσπάθειας».
Η προσπάθεια αυτή, θα πρέπει, όπως λέει, να στηριχθεί σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι αυτός του σχεδιασμού από το ίδιο το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων μέσω των συλλογικών του οργάνων, του τρόπου εμπλουτισμού των γνωστικών του αντικειμένων και της δημιουργίας Τμημάτων και Σχολών. Ο δεύτερος προϋποθέτει τη συνεργασία με τα όργανα του ΤΕΙ και την εκτίμηση της βιωσιμότητας Τμημάτων, που παραπαίουν, και που η απορρόφησή τους δε θα μείωνε μόνο το Ακαδημαϊκό κύρος του Ιδρύματος αλλά θα αποτελούσε και μεγάλο βαρίδι στην προσπάθεια αναβάθμισης του Πανεπιστημίου. Ο τρίτος άξονας είναι αυτός του καθορισμού συγκεκριμένων ποιοτικών κριτηρίων ένταξης των Τμημάτων του ΤΕΙ και προσδιορισμού των αναγκών, που θα προκύψουν με τη διαδικασία της απορρόφησης.
Σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου, «τα μέλη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχουν την αίσθηση ότι η «άνωθεν» επιβολή νόμων, που υπερισχύουν κάθε άλλου υπάρχοντος κανονιστικού νομικού πλαισίου, από τη μια διαταράσσει τη διαδικασία ένταξης του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού του ΤΕΙ και από την άλλη δυναμιτίζει την προσπάθεια σχεδιασμού ενός υγιούς Πανεπιστημίου».