«Εποχή συγκομιδής» ονομάζεται η νέα ποιητική συλλογή του Γιαννιώτη λογοτέχνη Γιώργου Γεωργούλα, πυροσβέστη στο επάγγελμα και αποτελεί το δεύτερο εκδοτικό του εγχείρημα.
Τα ποιήματα που τη συνθέτουν γράφτηκαν σε συνθήκες εγκλεισμού, την περίοδο των «lockdowns» που προκάλεσε η πανδημία, με τον Γιώργο, μιλώντας σχετικά στον «Π.Λ.», να τονίζει ότι, η συγκεκριμένη δύσκολη συγκυρία ήταν η πιο κατάλληλη για τη «συγκομιδή» και το μοίρασμα των νέων του δημιουργιών! Μιλάει επίσης για το διάβασμα, το διαδίκτυο, αλλά και τη σχέση των Γιαννιωτών με τη λογοτεχνία.
H συνέντευξη
«Εποχή συγκομιδής» η νέα σου ποιητική συλλογή, Γιώργο. Πώς προέκυψε ο τίτλος;
Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή θα έλεγα ότι αποτελεί ένα πέρασμα από τις μνήμες του χθες στην εποχή της δράσης, της ωριμότητας. Αποτελεί όμως και μια πρόωρη αναψηλάφιση αλλά αναγκαία προκειμένου να οικοδομηθεί σε νέες βάσεις η συνέχεια. Η εποχή της συγκομιδής όπως ξέρουμε σηματοδοτεί το τέλος μια παραγωγικής διαδικασίας και την απαρχή της επόμενης. Ο χρόνος όπως πάντα είναι σημαντικός. Θεωρώ ότι αυτή η χρονική στιγμή, αν και δύσκολη εξαιτίας αυτών που βιώνουμε, ήταν η πιο κατάλληλη για την συγκομιδή και το μοίρασμα των ποιημάτων που εμπεριέχονται στο βιβλίο μου.
Tι είδους ποιήματα περιλαμβάνει η καινούρια αυτή έκδοση;
«Ουδείς ευτυχής έχει διακόψει ευτυχία για να γράφει ποιήματα». Πάνω σε αυτή τη φράση που έχει διατυπωθεί με πολλούς και διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους αλλά το νόημά της παραμένει το ίδιο, θα ήθελα να σας απαντήσω. Ένα μέρος των ποιημάτων συνομιλεί με την ματαιότητα και όλους εκείνους τους λόγους που κάνουν την ύπαρξη δυστυχισμένη. Να αναρωτιέται για το αν και τα επόμενα θα έχουν τον ίδιο παραλογισμό εντός τους. Ο έρωτας και η απώλεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελούν μέρος του συναισθηματικού πυρήνα των ποιημάτων. Είναι μια αποτύπωση του τρόπου που εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα.
Tι είναι αυτό που σε κεντρίζει για να γράψεις ποίηση; Από πού δηλαδή εμπνέεσαι;
Το πώς εκφράζεσαι, ποια φόρμα σου δίνει το κατάλληλο πεδίο ώστε η πρώτη φράση που θα έρθει στο μυαλό σου, να γίνει ένα κομμάτι από το ψηφιδωτό του εαυτού, έχει να κάνει με τον ψυχισμό του καθενός μας. Ποίηση γιατί οι λέξεις αποτελούν ένα νοητικό σχήμα που δηλώνουν και συμπαραδηλώνουν διαρκώς τον εαυτό. Μια άοκνη αναζήτηση του «εγώ» που θέλει όμως απεγνωσμένα να επι-κοινωνήσει. Ένας πολύ καλός μου φίλος με είχε ρωτήσει γιατί τις περισσότερες φορές γράφουμε για αυτά που μας λυπούν, απώλειες, ατελέσφορες αγάπες, αναζήτηση νοήματος σε πράγματα που στερούνται του τελευταίου. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται το δύσκολο, να το βγάλει από μέσα του. Δεν θα μπορούσα να διαφέρω. Έτσι, επανέρχομαι συνέχεια στις γραμματοσειρές μήπως και βρω το ουσιαστικό, εκείνο το συστατικό που θα μου επιτρέψει να καταλάβω και έτσι να συνεχίσω να υπάρχω στον κόσμο που με περιβάλλει όσο γίνεται πιο ανώδυνα, πιο αρμονικά.
Απαιτεί… θάρρος να εκδίδεις βιβλίο σε δύσκολες εποχές όπως αυτή που διανύουμε, που είναι σχεδόν αδύνατο να κάνεις παρουσιάσεις και οτιδήποτε για την προώθησή του, έτσι δεν είναι;
Αποτελεί πλέον γεγονός ότι για άλλη μια φορά ο εκδοτικός κόσμος και οι δημιουργοί αντιμετωπίζουν αδιέξοδα. Ελλείψει παρουσιάσεων, δια ζώσης συζητήσεων σχετικών με την ποίηση και τη λογοτεχνία, βιβλιοπωλεία σε αναστολή, τρόποι επικοινωνίας σαν κι αυτός του διαδικτύου φαντάζει μονόδρομος. Μια ιδιότυπη ετεροτοπία που όμως σήμερα δείχνει να είναι ικανή ώστε να φιλοξενήσει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των ανθρώπων του βιβλίου. Αν πρέπει να συνδεθούμε και να επι-κοινωνήσουμε αλλιώς θα το κάνουμε. Πιστεύω όμως ότι τίποτα δεν μπορεί να αναστείλλει τη λειτουργία της γραφής, τη διαδικασία λύτρωσης μέσα από αυτήν. Δεν είναι θέμα θάρρους λοιπόν, αλλά περισσότερο σεβασμού και αγάπης γι’ αυτό που υπηρετείς, επιδίωξης και προσμονής έως τη στιγμή που η ποίηση επιτελέσει τον σκοπό της που δεν είναι άλλος, σύμφωνα και με τον Άρη Αλεξάνδρου, να δραπετεύσει από τα ποιήματα και να επικρατήσει στη ζωή.
Ποια είναι η αίσθησή σου, οι Γιαννιώτες αγαπούν τη λογοτεχνία και την ποίηση γενικότερα, διαβάζουν;
Τα τελευταία χρόνια έχω διαπιστώσει ότι στην πόλη μας έχει αυξηθεί ο αριθμός των εκδηλώσεων που σχετίζονται με το βιβλίο. Παρουσιάσεις, θεματικές βραδιές που αφορούν την ποίηση και τη λογοτεχνία, εργαστήρια που ενθαρρύνουν την τέχνη της γραφής, θεατρικές ομάδες που ενσωματώνουν εύστοχα κείμενα μεγάλων συγγραφέων, όλα αυτά μας δείχνουν ότι κάτι έχει αλλάξει. Υπάρχουν άνθρωποι λοιπόν που βρίσκονται πίσω από αυτά τα δρώμενα, υπάρχουν βιβλιόφιλοι και αναγνώστες που επιθυμούν την επικοινωνία με τα νοήματα των βιβλίων. Κοινός παρανομαστής σε όλα αυτά, το ενδιαφέρον και η αγάπη για τον κόσμο των λέξεων, η επιθυμία για μια συνέχεια όλων αυτών που έχουν συντελεστεί. Υπάρχει η σπίθα λοιπόν αλλά χρειάζεται ακόμη αρκετή τροφή ώστε να γίνει φλόγα.
Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θεωρείς πως βοηθούν ή είναι «αντίπαλοι» του διαβάσματος;
Όπως προανέφερα, το διαδίκτυο κερδίζει έδαφος σε σχέση με την έντυπη μορφή των βιβλίων. Για μένα ό,τι προβάλλει τη δημιουργικότητα και δεν προσβάλλει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί δεν με ενοχλεί καθόλου. Απλώς πρέπει να έχουμε εκείνη την κριτική σκέψη ώστε να προστατεύσουμε ότι αγαπάμε. Οι εποχές έχουν αλλάξει και όπως απαιτούν πλέον νέους τρόπους έκφρασης, έτσι, και οι τόποι που αυτή η έκφραση θα μετουσιωθεί σε επικοινωνία θα μοιάζουν όλο και περισσότερο σαν κι αυτόν του διαδικτύου. Το να ερωτοτροπείς όμως με τις σελίδες ενός βιβλίου, αυτή η πράξη μπορεί να τελεστεί μόνο μέσα από το φυσικό άγγιγμα. Την επαφή με την μυρωδιά και την ύλη ενός έντυπου σώματος.
Κάνεις –λογοτεχνικά- σχέδια για το μέλλον και αν ναι, ποια είναι αυτά;
Μόλις τελειώνεις κάτι, θέλεις για λίγο να αποστασιοποιηθείς από αυτό και να το δεις να κινείται πέρα από σένα. Το ξέρεις ότι δεν σου ανήκει πια. Αυτό από μόνο του δημιουργεί την επόμενη ανάγκη, να γεμίσεις το κενό που σου έχει δημιουργήσει η φυγή του. Έτσι αρχίζεις να τακτοποιείς τα προηγούμενα, να ανασύρεις τα επόμενα. Θα παραμείνω μαθητής και θα συνεχίσω τη σπουδή μου στην τέχνη της ποίησης, αλλά και κοντά στα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα που σχετίζονται με το να αξιοποιηθούν με ένα διαφορετικό τρόπο οι δυνατότητες της λογοτεχνικής ανάγνωσης και γραφής σε συνθήκες εγκλεισμού και η καθιέρωσή τους ως μεθόδους κοινωνικής επανένταξης. Όσον αφορά τον εαυτό μου σε δέκα χρόνια από τώρα, δεν μπορώ να τον τοποθετήσω κάπου ξεκάθαρα. Το μόνο ξεκάθαρο και ολοκληρωμένο είναι η οικογένειά μου και η επιθυμία μου να δημιουργήσω τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε εκείνα που φαντάζουν ανέφικτα να γίνουν για όλους μας εφικτά.
ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΗΣ