• Στιγμιότυπα από τη ζωή του σπουδαίου Ηπειρώτη λογοτέχνη και δημοσιογράφου Χρήστου Χρηστοβασίλη «ζωντανεύουν» μέσα από την παράσταση «Η Πασκαλιά της λευτεριάς», την οποία παρουσιάζει το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων αρχής γενομένης από σήμερα, στην ακρόπολη Ιτς Καλέ του Κάστρου.
Η παράσταση εντάσσεται στα πλαίσια των εορτασμών για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.
Τον Χρηστοβασίλη ενσαρκώνει ο ηθοποιός Χρήστος Χρήστου, ο οποίος, με αφορμή το ανέβασμα του
έργου, τονίζει στον «Π.Λ.» πως μέσω αυτού αποδίδεται φόρος τιμής σε μία σπουδαία προσωπικότητα του τόπου μας που θα έπρεπε ίσως να έχει περισσότερη αναγνώριση. Μιλάει επίσης για την «αύρα» του χώρου που θα φιλοξενήσει την παράσταση αλλά και για το θέατρο στην εποχή της πανδημίας.
Η συνέντευξη
• Χρήστο στην παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ «Η Πασχαλιά της λευτεριάς» ενσαρκώνεις τον σπουδαίο Ηπειρώτη λογοτέχνη Χρ. Χρηστοβασίλη. Πώς είναι η «αναμέτρηση» μαζί του;
-Η αλήθεια είναι ότι ήξερα μόνο κατ’ όνομα τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Χρηστοβασίλη, δεν είχε τύχει να διαβάσω κάτι δικό του. Μέσα από την παράσταση ήρθαμε όμως πάρα πολύ κοντά. Με τις πρόβες μπήκαμε στη διαδικασία να τον ψάξουμε, να διαβάσουμε κείμενά του, να τον γνωρίσουμε καλύτερα. Μάλιστα, όταν πήγα να πάρω το κοστούμι του Χριστοβασίλη έπεσα πάνω σε έναν κύριο ο οποίος μου είπε ότι ως παιδί έπαιζε με τις εγγονές του. Σιγά – σιγά λοιπόν τον πλησίασα πολύ.
• Η έρευνα που κάνατε για τον ήρωα του έργου σε τι… συμπέρασμα σας οδήγησε τελικά για τον ίδιο;
-Το συμπέρασμα που βγήκε από την ενδελεχή έρευνα που έκανε η σκηνοθέτις μας η Χριστίνα Χατζηβασιλείου, η οποία είχε και την ιδέα για την παράσταση, είναι πως ο Χρηστοβασίλης υπήρξε ένας άνθρωπος που γενικά πέρασε πολύ δύσκολα στη ζωή του, καθ’ ότι κυνηγημένος πολιτικά. Τα κείμενά του άργησαν να συγκροτηθούν ως υλικό λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, γενικά δεν ήταν όλα ρόδινα, αλλά πάλεψε πολύ. Ήταν ένας αγωνιστής, ο οποίος τράβηξε πολύ… γκασμά.
• Άραγε είναι πιο δύσκολο το να ενσαρκώνεις ένα υπαρκτό πρόσωπο από το να υποδύεσαι τον ήρωα ενός μυθιστορήματος;
-Eίναι μία περίεργη «σύνδεση» αυτή, κατά μία έννοια μεταφυσική στη συγκεκριμένη περίπτωση, που έχουμε μάλιστα να κάνουμε με έναν Ηπειρώτη ήρωα, δηλαδή με συμπατριώτη μας. Μιλάμε για έναν λογοτέχνη που δεν έτυχε της αναγνώρισης την οποία άξιζε και αξίζει, όμως, με το να ακούγεται μέσω της παράστασης η διαθήκη του και να περνούν μέσα από τα διηγήματά του στιγμιότυπα από τη ζωή του νιώθουμε σαν να του αποδίδουμε ένα φόρο τιμής. Πρόκειται για κάτι πολύ διαφορετικό σε σχέση με τους συνήθεις μυθιστορηματικούς ή θεατρικούς ήρωες που υποδυόμαστε. Αισθανόμαστε κατά κάποιο τρόπο σαν να τον ξαναζωντανεύουμε για λίγες στιγμές. Έχει μία άλλη «αύρα» όλο αυτό...
• Πάντως, η ιδέα με την παράσταση για τον Χρηστοβασίλη μοιάζει πολύ ταιριαστή μιας και γιορτάζουμε φέτος τα 200 χρόνια από την Επανάσταση και γίνονται εκδηλώσεις με επετειακό χαρακτήρα…
-Αυτό ήταν που άρεσε πολύ και στην αρμόδια για τις επετειακές εκδηλώσεις επιτροπή που έχει ορίσει ο Δήμος Ιωαννιτών. Προσωπικά είμαι κατενθουσιασμένος. Είναι ωραίο που η επέτειος των 200 χρόνων της Επανάστασης δίνει την ευκαιρία να φωτιστούν πτυχές της ιστορίας της πόλης μας και προσωπικότητες που ίσως δεν έτυχαν της αναγνώρισης που τους άξιζε. Μακάρι αυτό να λειτουργήσει και σαν αφετηρία ώστε να πέσει περισσότερο φως στον Χρηστοβασίλη. Τα κείμενά του είναι εξαιρετικά.
• Ο υποβλητικός χώρος της ακρόπολης του Κάστρου βοηθάει στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας για την παράσταση;
-Eίναι μοναδικός ο χώρος, μιλάμε για ένα φυσικό σκηνικό εξαιρετικό που έχει μία άλλη αίσθηση, μία διαφορετική γοητεία. Πραγματικά δε μου λείπει καθόλου η σκηνή, το συμβατικό θεατρικό πλαίσιο. Σκέψου παίζουμε, ας πούμε, το κείμενο κι εκεί που λέει ότι ξέσπασε μία μπόρα, ακούμε τον αέρα να περνάει ανάμεσα στις καμάρες σηκώνοντας χώμα ή περνούν πετώντας σμήνη πουλιών. Μιλάμε για στιγμές ποίησης μοναδικές και για μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Η συγκεκριμένη παράσταση εξάλλου είναι ειδικά σχεδιασμένη για τον χώρο του Ιτς Καλέ και θα είναι πολύ κρίμα να τη χάσουν οι Γιαννιώτες. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι έχει ελεύθερη είσοδο.
• Πώς βίωσε την περίοδο της καραντίνας και τον εγκλεισμό τόσων μηνών ένας καλλιτέχνης συνηθισμένος να παίζει συχνά μπροστά σε ζωντανό κοινό με έντονη δραστηριότητα;
-Για εμάς εδώ που δεν είμαστε εξοικειωμένοι με άλλους τρόπους καλλιτεχνικής επικοινωνίας όπως εκείνους που χρησιμοποιούν στο εξωτερικό, όπου κράτησαν ζωντανή την υποκριτική τέχνη μέσω τηλεόρασης, κινηματογράφου, youtube κλπ., αυτή η «παγωμάρα» στο θέατρο ήταν δύσκολη. Βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε ότι τώρα ξεκινάμε από το μηδέν. Ιστορικά το θέατρο έχει κάνει ξανά επανεκκινήσεις, δεν είναι μόνο διακοσμητικός ο ρόλος του, είναι ένας «καθρέφτης» της κοινωνίας και της ζωής μας. Εξάλλου, αυτή η «ανάπαυλα» μας έδωσε την ευκαιρία, το χρόνο, να βγούμε για λίγο από τον έντονο ρυθμό της καθημερινότητας και να κάνουμε μία αναθεώρηση των πραγμάτων. Έτσι τουλάχιστον το βλέπω εγώ, που η αλήθεια είναι ότι δεν παραιτήθηκα μπροστά στη δυσκολία, αλλά συνέχισα τα μαθήματα διαδικτυακά, τα οποία τελικά λειτούργησαν καλά, βρήκα χρόνο για διάβασμα, για αναζήτηση… Δε τα παρατάμε λοιπόν ποτέ, όπως μας διδάσκει και το θέατρο, αλλά προχωράμε μπροστά, βρίσκοντας πράγματα ώστε να παραμένουμε δημιουργικοί και για μας και για τους άλλους.
• Φοβάσαι ότι το κοινό μετά τόσους μήνες αδράνειας μπορεί να ξεσυνήθισε και να μην επιστρέψει στους χώρους τέχνης, για παραστάσεις, συναυλίες κλπ.;
-Δε νομίζω ότι ξεσυνήθισε. Βλέπω ότι με το άνοιγμα της εστίασης οι άνθρωποι επέστρεψαν στους χώρους της γιατί διψούν για την επαφή. Θέλω να ελπίζω ότι το ίδιο θα συμβεί και με τις εκδηλώσεις τέχνης. Προσωπικά, πάντως, ανυπομονώ για την επαφή και την αλληλεπίδραση με τους θεατές της παράστασης, ενώ συνειδητοποιώ πόσο μου είχε λείψει αυτό που βρήκα ξανά τώρα, τη συνεργασία μίας ομάδας που πασχίζει να ανεβάσει ένα έργο, που συνεργάζεται και τρέχει για να ετοιμάσει τα πάντα. Για μένα το θέατρο είναι ζωή, ο τρόπος να κινούμαι…
• Πάμε και λίγο και στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Πώς βλέπεις τη συνέχεια της διαδρομής του;
-Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει στο ΔΗΠΕΘΕ καλλιτεχνικός διευθυντής, να καθοδηγεί τα πράγματα, γιατί είναι ένα θέατρο με δυνατότητες που θα μπορούσε να είναι σε διαρκή ανοδική τροχιά, κάτι όμως που κάποιες φορές «σκοντάφτει» στις εναλλαγές διοικήσεων. Παράλληλα, θεωρώ σημαντικό να βλέπουμε όλοι το ΔΗΠΕΘΕ ως το θέατρό μας, ως κοινό μας σπίτι, μέσω του οποίου εκπαιδεύεται το ντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό, ακόμα και όταν δεν συνεργαζόμαστε μαζί του. Το ΔΗΠΕΘΕ μας χωράει όλους και πρέπει να το σεβόμαστε και να το τιμούμε είτε είμαστε εντός είτε εκτός αυτού!
ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΗΣ