Πλήρη ανατροπή της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων για τις εκλογές της 25ης Ιουνίου προκάλεσε η απόφαση της Υπηρεσιακής Κυβέρνησης να κηρύξει τριήμερο εθνικό πένθος που λήγει αύριο το βράδυ.
Τα κόμματα ωστόσο έχουν αποφασίσει να αναστείλουν τις προεκλογικές του εκδηλώσεις μέχρι απόψε τα μεσάνυχτα.
Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη, που ήταν προγραμματισμένη για σήμερα το μεσημέρι στα Γιάννενα, αναβλήθηκε για δεύτερη φορά και μάλιστα πολύς κόσμος ενημερώθηκε χθες το πρωί με μήνυμα στα κινητά τηλέφωνα. Επίσης δεν πραγματοποιήθηκε ούτε το προγραμματισμένο για χθες βράδυ ντιμπέιτ, μετά από απόφαση της Διακομματικής Επιτροπής.
Από ότι φαίνεται το ντιμπέιτ τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί, καθώς οι εκπρόσωποι των κομμάτων δεν κατέληξαν σε συμφωνία για νέα ημέρα.
Η ΝΔ πρότεινε η τηλεμαχία να διεξαχθεί το Σάββατο, καθώς είναι προγραμματισμένη για την Κυριακή διακαναλική συνέντευξη του κ. Μητσοτάκη, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα ζητούσαν να γίνει την Κυριακή, ενώ κατηγορούν τη ΝΔ για το αδιέξοδο.
Σύμφωνα με τον γραμματέα του υπουργείου Εσωτερικών, Μιχάλη Σταυριανουδάκη, από τη συζήτηση προέκυψε ότι οι εκπρόσωποι τεσσάρων κομμάτων πλην της Ελληνικής Λύσης συμφώνησαν ότι δεν μπορούσε να γίνει χθες το debate. Στον διάλογο που ακολούθησε, συμπλήρωσε ο κ. Σταυριανουδάκης, η ΝΔ πρότεινε εναλλακτική ημερομηνία το Σάββατο. ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ ήταν ανελαστικά και αντιπρότειναν Κυριακή, ενώ υπήρχε και η Ελληνική Λύση που δεν είχε πρόβλημα για οποιαδήποτε ημέρα.
«Όλοι συμφώνησαν πάντως ότι είναι πολύ δύσκολο από Δευτέρα και μετά να γίνει τηλεμαχία δεδομένου ότι πρόκειται για την τελευταία εβδομάδα πριν τις εκλογές» κατέληξε ο κ. Σταυριανουδάκης.
Αντίθετα, η επίσκεψη - ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στα Γιάννενα προγραμματίστηκε εκ νέου για το απόγευμα της ερχόμενης Δευτέρας (7.30 μ.μ.) στα Λιθαρίτσια. Με δεδομένες τις προηγούμενες δύο αναβολές, την περασμένη Δευτέρα λόγω καιρικών συνθηκών και τη σημερινή λόγω του εθνικού πένθους για το πολύνεκρο ναυάγιο ανοικτά της Πελοποννήσου, η Δευτέρα είναι η καταληκτική ημερομηνία για την επίσκεψη του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας καθώς από την Τρίτη οι προεκλογικές εκδηλώσεις μπαίνουν στην τελική ευθεία και εστιάζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Μαζί με την επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη αναβλήθηκε και η περιοδεία σε κωμοπόλεις του νομού και του κλιμακίου της Ν.Δ. που θα αποτελούνταν από το Ν. Χαρδαλιά και τον Κ. Κυρανάκη. Μέχρι χθες το βράδυ δεν είχε γίνει γνωστό αν θα επαναπρογραμματιστεί η επίσκεψη του ίδιου κλιμακίου ή ενδεχομένως άλλου με διαφορετική σύνθεση.
Παρά το γεγονός ότι χθες οι προεκλογικές εκδηλώσεις στο εσωτερικό της χώρας διακόπηκαν, στο εξωτερικό συνεχίζονται οι αναφορές στις Ελληνικές εκλογές και ήδη ξένοι ηγέτες και ξένα Μέσα Ενημέρωσης προεξοφλούν την «επιστροφή» του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Πρωθυπουργία.
Οι στόχοι της νέας τετραετίας
Το κορυφαίο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, φιλοξένησε χθες συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος αναφέρθηκε στους βασικούς στόχους για την επόμενη τετραετία, που είναι η ανάκτηση της επενδυτικής θέσης της Ελλάδας και η αναβάθμιση του ΕΣΥ.
«Ένας από τους κύριους στόχους μου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια είναι να διασφαλίσω ότι μειώνουμε τις ανισότητες», είναι το μήνυμα που εκπέμπει ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. «Θέλουμε έναν διαφορετικό τύπο ανάπτυξης, μια ανάπτυξη που να επικεντρώνεται στα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα αλλά και να μειώνει την ανισότητα», επισήμανε.
Όπως ανέφερε: «σίγουρα έχουμε μειώσει σημαντικά τους φόρους τα τελευταία τέσσερα χρόνια και νομίζω ότι αυτό μας βοήθησε να διασφαλίσουμε ότι προσελκύουμε επενδύσεις και αναπτύσσουμε την οικονομία. Επίσης, έχουμε σημειώσει πρόοδο στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, αλλά σίγουρα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό το θέμα, καθώς προσθέτει δημοσιονομική δύναμη στον προϋπολογισμό μας. Μας βοηθά να πετύχουμε τους στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος. Επίσης, μας βοηθά να διασφαλίσουμε ότι έχουμε αρκετά κονδύλια όσον αφορά στις κοινωνικές μας πολιτικές».
Για την αναβάθμιση του ΕΣΥ, είπε ότι «είναι κορυφαία προτεραιότητα και ελπίζω ότι, μετά τη λήξη της δεύτερης θητείας μας, οι Έλληνες θα ζήσουν μία εντελώς διαφορετική εθνική υπηρεσία υγείας».
Τέλος επανέλαβε ότι θα συσταθεί ένα «υπουργείο οικογένειας» για την αντιμετώπιση της πτώσης του ποσοστού γεννήσεων της χώρας που θα μπορούσε να απειλήσει το συνταξιοδοτικό της σύστημα.